Δικηγορικό Γραφείο
Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου - τα κριτήρια  ελέγχου αυτής

Είναι εξαιρετικά διαδομένη πρακτική, στην προσπάθεια φυσικών προσώπων- επιχειρηματιών για την προστασία έναντι δανειστών (π.χ. προμηθευτών και εργαζομένων) της ατομικής τους περιουσίας, να επιλέγουν την επιχειρηματική τους δραστηριοποίηση μέσω ενός εταιρικού-κεφαλαιουχικού σχήματος (κατά κανόνα ΙΚΕ, ΕΠΕ ή Α.Ε.). Στο παρόν άρθρο, παρατίθενται τα κριτήρια που οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο δανειστής μίας τέτοιας επιχείρησης, προκειμένου να ικανοποιηθεί από τον αληθή κύριο ενός τέτοιου εταιρικού σχήματος, επιτυγχάνοντας την άρση της αυτοτέλειας της κεφαλαιουχικής εταιρείας

ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΑΡΣΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ( - ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ)

Σύμφωνα με πάγια νομολογία: «Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του σχετικού θεσμού. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δε ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος. Με την παραπάνω έννοια, δε συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία διατηρεί κατ’ αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δε συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία. Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δε δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων. Συνεπώς, δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας, για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα που αυτός προσφέρει την επιχειρηματική δραστηριότητα τους, για αυτό και δε δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων, των εταίρων ή των τρίτων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτο ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ως κύρωση, επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως, προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, υπό την έννοια ότι έναντι του τρίτου δανειστή ευθύνονται εις ολόκληρον τόσο το ίδιο το αντισυμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο, όσο και το κυρίαρχο μέλος του (βλ. ΟλΑΠ 2/2013 ΕΕμπΔ 2013,78)…….Περαιτέρω, η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως προδήλως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, διότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν παρατίθεται κανένα απολύτως πραγματικό περιστατικό ικανό να θεμελιώσει κατά νόμον την αιτούμενη άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρίας αυτής. Μόνο δε το ιστορούμενο γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε αποκλειστική και ενεργό ανάμιξη στη διοίκηση της εταιρίας, παρέχοντας και οδηγίες προς τον ενάγοντα και τους λοιπούς εργαζομένους αυτής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, προδήλως δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι δρα καταχρηστικά και προς εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων, αφού η ανάμιξή του αυτή είναι απόλυτα δικαιολογημένη λόγω της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος συμβούλου και Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου. Εξάλλου, για την κατάφαση της άρσης της νομικής προσωπικότητας της πιο πάνω εταιρίας, δεν αρκεί ούτε ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο απαρτιζόταν από τη σύζυγο και τα τέκνα του πρώτου εναγομένου, ενόψει και του ότι η ύπαρξη οικογενειακών ανωνύμων εταιριών είναι όλως σύνηθες φαινόμενο στην Ελλάδα ούτε το ιστορούμενο γεγονός της μη ύπαρξης ακινήτων περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της εταιρίας, σε αντίθεση με τον ίδιο, που εκτίθεται ότι έχει σημαντική ακίνητη περιουσία στο όνομά του. Τούτο, διότι μόνη η κτήση ακίνητης περιουσίας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, προδήλως από τη διανομή των κερδών της εταιρίας ως εκ της εκτιθέμενης ιδιότητάς του ως κυρίου μετόχου της, αλλά και η μη αγορά ακινήτων από την εταιρία, ως επιχειρηματική επιλογή, προφανώς δε δύνανται να θεωρηθούν ότι ενέχουν πρόθεση καταστρατήγησης της αυτοτέλειας της νομικής της προσωπικότητας. Απορριπτέα ως αόριστη τυγχάνει και η επικουρική βάση της αγωγής εκ της επικαλούμενης αδικοπραξίας, καθόσον τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για τη θεμελίωση καταχρηστικής και συνακόλουθα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου. Εξάλλου, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, όπως ήδη αναφέρθηκε και καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας, καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο αφενός μεν ρητά αποκλείεται η ύπαρξη μεταξύ των δύο εταιριών σχέσης μητρικής προς θυγατρική εταιρία, αφετέρου δε, δεν εκτίθεται ότι αυτές είναι μέλη του ιδίου ομίλου εταιριών, όπως απαιτείται κατά νόμον, για να μπορεί να θεμελιωθεί η επικαλούμενη καταχρηστική εκμετάλλευση της νομικής προσωπικότητας της εργοδότριας από την εναγομένη εταιρία, μη αρκούντως προς τούτο μόνο το ότι ο διαχειριστής της δεύτερης εναγομένης ήταν ταυτόχρονα Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εργοδότριας εταιρίας ούτε βεβαίως ότι έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασιών και κοινή έδρα. Πέραν δε τούτου, ουδόλως μνημονεύεται, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, ούτε ότι η ως άνω εργοδότρια εταιρία ενεργούσε ως εντολοδόχος της δεύτερης εναγομένης ούτε ότι δρούσε ως φαινόμενος έμπορος, με καλυπτόμενο έμπορο την έτερη εταιρία, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική εκμετάλλευση της νομικής προσωπικότητας της ανώνυμης από την εναγομένη εταιρία. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της».

Αλλά και σύμφωνα με την ΟλΑΠ 2/2013 «κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ` αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα. Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ` αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. άρθρ. 1§3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41§2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία. Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι` αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ` αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ` υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ` άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ` αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ` αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι` αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας».

Σε κάθε πάντως περίπτωση, η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ προϋποθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν τη μεθοδευμένη από το μέτοχο οργάνωση της δομής του νομικού προσώπου και το συντονισμό της λήψης των αποφάσεων των οργάνων του κατά τρόπο που να αποκρύπτονται ή να μετακινούνται περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε βάρος των πιστωτών της. Πλην, όμως, μηδέ η υποχρηματοδότηση του νομικού προσώπου ως εκδήλωση ζημιογόνου για τους πιστωτές της εταιρείας συμπεριφορά αποτελεί από μόνη της καταχρηστική συμπεριφορά, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει άρση της νομικής προσωπικότητας , μία από τις λειτουργίες της οποίας είναι ακριβώς η έλλειψη προσωπικής ευθύνης του μετόχου για τα χρέη της εταιρείας, όταν, ευρισκόμενη σε οικονομική δυσπραγία δε μπορεί να ανταποκριθεί. Για να δικαιολογηθεί κάμψη της νομικής προσωπικότητας πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένες συμπεριφορές του μετόχου που είναι προφανώς ζημιογόνες για την εταιρική περιουσία και κατ’ επέκταση για τα συμφέροντα και τις απαιτήσεις των πιστωτών της εταιρείας. Για παράδειγμα η ως άνω απόφαση της ΟλΑΠ εκδόθηκε μετά την εκτίμηση και του γεγονότος ότι ο κύριος μέτοχος του εκεί ομίλου των εταιρειών είχε δώσει προσωπικές διαβεβαιώσεις προς τον προμηθευτή των καυσίμων ότι θα τον εξοφλούσε, ειδάλλως ο προμηθευτής δεν θα είχε προβεί στη συναλλαγή. Σε κάθε δε περίπτωση, οι σχηματικές τοποθετήσεις της ΟλΑΠ στην ανωτέρω απόφαση εγκυμονούν τον κίνδυνο της γενίκευσης, η οποία υποσκάπτει τα θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομείται ο θεσμός του νομικού προσώπου (Ρούσσος, ΕφΑΔ 4/2013, σελ 317 επ με εκεί περαιτέρω παραπομπές) και τούτο διότι η υποκατάσταση τρίτου προσώπου στην έννομη θέση ενός των συμβαλλομένων συνιστά αλλοίωση ενοχής ως προς τα υποκείμενα , συνεπώς αποτελεί όλως εξαιρετική περίπτωση στην έννομη τάξη. Σε κάθε περίπτωση, η κατασκευή της ευθύνης του εταίρου εις ολόκληρον δεν παρίσταται πειστική. Καταρχάς, η διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, κατά την οποία, εν αμφιβολία η ενοχή δεν είναι εις ολόκληρον, αποδίδει βασική αρχή του ιδιωτικού δικαίου. Η διαπίστωση ότι στη μία ή στην άλλη περίπτωση η επίκληση του περιορισμού της ευθύνης αποτελεί καταστρατήγηση ή περιγραφή νόμου, δε συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης ούτε βέβαια περιγράφει ένα πραγματικό ευθύνης, ούτε και είναι πρόσφορη να επαγάγει κάποια έννομη συνέπεια (ευθύνης) και να περιγράψει το δικαιούχο της σχετικής αξίωσης. Σε κάθε δε περίπτωση, η αναγνώριση ευθείας αξίωσης του εταιρικού δανειστή κατά του εταίρου τελεί σε προφανή αντίθεση προς α) τη θεμελιώδη νομοθετική επιλογή του συστήματος του δικαίου των κεφαλαιουχικών εταιρειών να διαμορφώνει τα επιμέρους πραγματικά ευθύνης για βλάβη της εταιρικής περιουσίας ως θεμέλιο εσωτερικής ευθύνης και να διοχευτεύει έτσι την αποκαταστατική λειτουργία μέσω του νομικού προσώπου της εταιρείας και β) τη θεμελιώδη αρχή του δικαίου της αποζημίωσης, κατά την οποία τρίτος, ο οποίος υφίσταται αντανακλαστική ζημία από τη βλάβη στην περιουσία του οφειλέτη του (και την εντεύθεν αδυναμία του τελευταίου να τον ικανοποιήσει) δεν έχει καταρχήν ιδία αξίωση αποζημίωσης κατά του ζημιώσαντος τον οφειλέτη. Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση της υποθετικής υποχρηματοδότησης της εταιρείας, αν πράγματι αναγνωριστεί υποχρέωση των εταίρων προς επαρκή κεφαλαιοδότηση της εταιρείας, έρεισμα της υποχρέωσης αυτής δε θα μπορούσε να είναι παρά η έννομη σχέση της εταιρικής συμμετοχής και υποκείμενο της σχετικής αξίωσης το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Πάντως ακόμη και η υποθετική υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας δεν επαρκεί από μόνη της για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του εταίρου, ακόμη και υπό ρις αμφισβητήσιμες και ελαστικές προϋποθέσεις που θέτει η ως άνω απόφαση της ΟλΑΠ, διότι απαιτείται περαιτέρω να στοιχειοθετείται και in concreto πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ υποχρηματοδότησης και αφερεγγυότητας (Ελευθεριάδης, ΔΕΕ 4/2013, σελ 324).


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News