Δικηγορικό Γραφείο
Εκρηκτικές ύλες και νέος Ποινικός Κώδικας

Νέες ρυθμίσεις για δεκάδες ζητήματα αναφορικά με τον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μπαίνουν σε ισχύ, ύστερα από την υπερψήφιση των τροπολογιών του υπουργείου Δικαιοσύνης στη Βουλή.

Μία από τις βασικότερες παρεμβάσεις που εξετάσθηκαν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή είναι το θέμα της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών βομβών (μολότοφ).

Στο Ν. 4619/2019, το άρθρο 272 όριζε ότι η παρασκευή, προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών ή βομβών διώκεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος.

Στόχος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, ήταν να αλλάξει και τα παραπάνω αδικήματα δηλαδή να διώκονται και να τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος.

Πιο συγκεκριμένα, με το νέο τροποποιηθέν υπ΄αριθμ. 272 άρθρο του Ποινικού Κώδικα, όπως κυρώθηκε με τον Ν. 4637/2019, το ανωτέρω αδίκημα δηλαδή, η Παρασκευή, προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών, τιμωρείται με κάθειρξη. Και αυτό ώστε σε περίπτωση παραβάσεων, όταν υπάρχει σύλληψη να τιμωρείται αυστηρά ο δράστης. Το μείζον θέμα που προκύπτει εν προκειμένω, είναι αν μεταξύ κατοχής και χρήσης εκρηκτικής ύλης (τύπου βόμβας μολότοφ) πρέπει να υπάρξει κλιμάκωση της ποινής.

Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να εξηγήσουμε ότι με τον προϊσχύοντα Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019), η ρίψη μολότοφ, θεωρούταν κακούργημα, εκδικάζονταν ως τέτοιο και επέσυρε πολυετείς ποινές καθείρξεως, από τα Μεικτά Ορκωτά Δικαστήρια της Χώρας.

Αυτό λοιπόν, που τέθηκε σε διαβούλευση και εν τέλει ίσχυσε είναι η νομική βάση της παρασκευής, προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών και από πλημμεληματικής φύσης αδίκημα να μετατραπεί σε κακούργημα. Με κίνδυνο όμως να κατακεραυνωθεί τοιουτοτρόπως, η θεμελιώδης αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας, καθώς είναι πλείστες οι περιπτώσεις, αστυνομικής αυθαιρεσίας, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ως τέτοιες από τη Νομολογία, όπου κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, έπειτα από βαρύτατες κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος, όταν «κρύφθηκαν» στα σακίδια τους, σκόπιμα ή μη, βόμβες μολότοφ, κατά τη διάρκεια επεισοδίων. Και προς αποφυγή άσκοπων αναλύσεων μη νομικής φύσεως, σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να πάρει άμεσα ή έμμεσα θέση προς το πολιτικοκοινωνικά ορθό ή μη της εν λόγω τροποποίησης.

Σκοπός Ποινικού Κώδικα όπως ίσχυσε με τον Ν. 4619/19, ήταν να φέρει στην επιφάνεια πλείστα προβλήματα που παρουσιάζονταν από το θεσμό της Δικαιοσύνης, ήταν η αναγκαιότητα συνολικής μείωσης των ποινών και αποφυγής ανορθόδοξων πρακτικών που εφαρμόζονταν εξαιτίας ενός κυκεώνα διατάξεων που τις επέτρεπαν.

Και για να είμαστε σαφείς και νομικά ορθοί, στο ποινικό δίκαιο οι οριζόντιες εφαρμογές, απαγορεύονται. Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορεί να εξισώνεται η ποινή, ακόμα και εάν δεν έχει επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, μόνο και μόνο ως μέτρο καταστολής.

Σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης για το 2015, το 77,3% των φυλακίσεων στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο των 5 ετών, όταν η διάμεσος (median) των ποινών αυτών μεταξύ του συνόλου των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι 33,4%.

  • Στην Ελλάδα το 47,8% των ποινών είναι μεταξύ 10 και 20 ετών σε σύγκριση με το 11,8% της διαμέσου των ανωτέρω χωρών, ενώ οι ποινές ισόβιας κάθειρξης αποτελούν στην Ελλάδα το 13,1% έναντι του 1,7% της διαμέσου των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
  • Οι στερητικές της ελευθερίας ποινές έως 5 ετών αποτελούν κατ’ αντιστοιχία στην Ελλάδα το 8,3% μόνον των εκτιόμενων ποινών σε σύγκριση με το 68,5% της διαμέσου των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συντηρητική τάση, είναι να αλλάξει δραστικά προς το αυστηρότερο και ακόμα πιο τιμωρητικό πλαίσιο, η πρόβλεψη της εν λόγω πράξης στο νέου Ποινικού Κώδικα. Όμως, ας αναλογιστούμε τις συνέπειες που θα έχει τούτο στους λειτουργούς της Δικαιοσύνης και πόσο δυσκολότερο θα κάνει το έργο μας, αφού η προσπάθεια που θα καταβάλλεται για την προάσπιση του θεμελιώδους δικαιώματος του τεκμηρίου της αθωότητας, ίσως θυμίσει εποχές που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους εξειδικευμένους συνεργάτες του γραφείου μας.