Δικηγορικό Γραφείο
Κράτος τράπεζων & Ιεροεξεταστές πολυτελούς (;) βίου

Σάλο έχουν δημιουργήσει πρωτοσέλιδα καθημερινών οικονομικών εντύπων, προκαλώντας τεράστια έκρηξη πανικού σε πλήθος υπερχρεωμένων νοικοκυριών, των οποίων οι αιτήσεις εκκρεμούν ακόμα ενώπιον των Ειρηνοδικείων.

Πιο συγκεκριμένα, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι από την 1η Νοεμβρίου 2019, τα πιστωτικά ιδρύματα θα εξετάζουν αιτήσεις υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων οι οποίες έχουν κατατεθεί στο παρελθόν και δεν έχουν τελεσιδικήσει, ήτοι δεν έχουν συζητηθεί ακόμα από τα κατά τόπους Ειρηνοδικεία και θα έχουν δικαίωμα να προσβάλουν την αναστολή εκ του Νόμου που παρείχε ο Ν. 3869/2010 με όλες τις αλλαγές που επήλθαν και πριν τη δημιουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας η οποία έκανε πρεμιέρα την 1η Ιουλίου 2019, και να προχωρούν σε διενέργεια πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας εντός 60 ημερών.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνουν οι εξής διαφοροποιήσεις: οι οφειλέτες των οποίων οι αιτήσεις έχουν κατατεθεί στα κατά τόπους αρμόδια Ειρηνοδικεία έως 21/2/2019 και πριν την ψήφιση του καταστροφικού Ν. 4605/2019, του οποίου εκτενής αναφορά έχει γίνει σε προγενέστερο άρθρο μας, έχουν την αναστολή καταδιωκτικών μέτρων εκ του Νόμου, δηλαδή από την κατάθεση της αίτησης στο Ειρηνοδικείο και την επίδοση αυτής στους πιστωτές και εγγυητές, εν αντιθέσει με τις νέες αιτήσεις μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ισχύοντος νόμου.

Η αναστολή καταδιωκτικών μέτρων συνίσταται στην απαγόρευση έκδοσης διαταγής πληρωμής, εγγραφής προσημείωσης ή και υποθήκης, κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, διενέργειας πλειστηριασμού και γενικότερα στην απαγόρευση οιασδήποτε αλλαγής της νομικής και πραγματικής κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη. Η ως άνω διευκρίνιση είναι άκρως σημαντική, καθώς δεν ισχύει πλέον η προστασία της πρώτης κατοικίας ήδη από το έτος 2016, παρά μόνο μέσω των ευεργετικών διατάξεων του Ν. 3869/2010.

Η ως άνω αναστολή του Ν. 3869/2010 ίσχυε από την κατάθεση της αίτησης έως τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδικείου η οποία εφόσον πιθανολογούσε την ευδοκίμηση της κύριας αίτησης, χορηγούταν εκ νέου στον οφειλέτη έως τη συζήτηση της κύριας αιτήσεως η οποία σε πολλές περιπτώσεις είχε οριστεί να συζητηθεί μετά το 2025, λόγω τεραστίου όγκου υποθέσεων στα Ειρηνοδικεία κυρίως της Αττικής ή έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αιτήσεως. Συνεπώς, τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν κερδίσει την προσωρινή διαταγή του Νόμου κι εφόσον τηρούν τον όρο αυτής, ήτοι την καταβολή συγκεκριμένης μηνιαίας δόσης προς τις καθ’ εις πιστώτριες, συνεχίζουν να προστατεύουν την ακίνητη περιουσία τους από τη διενέργεια πλειστηριασμού έως και τη συζήτηση της οριστικής αίτησής τους ή την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησής τους.

Ήδη, με το Ν. 4549/2018 τροποποιήθηκε ο Νόμος για την υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων που μεταξύ άλλων προέβλεπε ότι με την κατάθεση της αίτησης του Νόμου, έπρεπε να κατατίθεται υπεύθυνη δήλωση με την οποία διδόταν η πληρεξουσιότητα στα πιστωτικά ιδρύματα να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις κινήσεις λογαριασμών του αιτούντος της τελευταίας πενταετίας σε όλα τα ημεδαπά και αλλοδαπά τραπεζικά ιδρύματα και να προσκομίζονται αυτές στη συζήτηση της αιτήσεως. Με αυτό τον τρόπο, οι Τράπεζες έλαβαν τη συναίνεση που απαιτείται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την προστασία των προσωπικών δεδομένων ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν την είχαν λάβει, έστω και τυπικά, κατά την κατάρτιση δανειακών συμβάσεων.

Εν συνεχεία, σε μία προσπάθεια νομιμοποίησης όλων των «παράνομων» ενεργειών των Τραπεζών, ο εν ισχύ Ν. 4605/2019 νόμος για την προστασία της πρώτης (και μόνο) κατοικίας μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία φιλοξενείται και λειτουργεί στις υποδομές της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, έδωσε άδεια σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα να κάνουν πλήρη έλεγχο όλων των φορολογικών και μη δεδομένων που ο νέος υποψήφιος προς επιλεξιμότητα δανειολήπτης μεταφορτώνει υποχρεωτικά σε αυτή, χωρίς να απαιτείται οιαδήποτε άδεια από εισαγγελική Αρχή.

Επιπλέον, διεύρυνε την ως άνω άδεια και για τις εκκρεμείς αιτήσεις του προγενέστερου Νόμου Κατσέλη, θεσπίζοντας το άρθρο 83 με τον τίτλο τελικές διατάξεις, όπου στην παράγραφο 5 ρητώς αναφέρει: «Οι πιστωτές δικαιούνται να χρησιμοποιούν την πλατφόρμα του άρθρου 71 προς το σκοπό άσκησης των δικαιωμάτων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 10 του ν.3869/2010, χωρίς να απαιτείται συνδρομή της εισαγγελικής αρχής, αν εκκρεμεί κατά των πιστωτών αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 και τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η κοινοποίηση, βρίσκονται στην κατοχή δημόσιας αρχής.»

Το άρθρο 10 του προγενέστερου Νόμου Κατσέλη αφορούσε το καθήκον αληθείας το οποίο όφειλε να τηρεί ο υπερχρεωμένος οφειλέτης και να ενημερώνει άμεσα το φάκελό του στο Ειρηνοδικείο για οποιαδήποτε αλλαγή των οικονομικών του στοιχείων έως τη συζήτηση της οριστικής του αίτησης, ενώ αν εξέπιπτε αυτού, αντιμετώπιζε και την έκπτωσή του από την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων του Νόμου και από τις εν γένει ευεργετικές διατάξεις του Νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Δέον όπως σημειωθεί, ότι ο έλεγχος του καθήκοντος αληθείας γινόταν από τον Ειρηνοδίκη ο οποίος εξέταζε τα προσκομιζόμενα απαραίτητα στοιχεία, όπως οι φορολογικές δηλώσεις απάντων των μελών της οικογένειας του αιτούντος, ενώ με την παρούσα προσθήκη της διάταξης μετατοπίζεται η αξιολόγηση και ο έλεγχος αυτός στα πιστωτικά ιδρύματα.

Πρακτικά, οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να κάνουν ελέγχους σε όλα τα φορολογικά στοιχεία των υπερχρεωμένων οφειλετών, των οποίων η συζήτηση των αιτήσεών τους ακόμα εκκρεμεί, προκειμένου να ελέγχουν την αλήθεια των λεγομένων τους. Ανάλογα των στοιχείων που θα ευρίσκουν κατά τον έλεγχο αυτό θα δύνανται να κάνουν αίτηση μεταρρύθμισης της χορηγηθείσης αναστολής στα πλαίσια της έκδοσης προσωρινής διαταγής με αίτημα την αύξηση της μηνιαίας δόσης που ο υπερχρεωμένος οφειλέτης καταβάλει προς το αντίδικο πιστωτικό ίδρυμα. Αμφισβητούμε ότι εφόσον ο υπερχρεωμένος οφειλέτης καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις βάσει της προσωρινής του διαταγής, θα εκπέσει αυτής με μία αίτηση μεταρρύθμισης της αντιδίκου, η οποία σύμφωνα με το νόμο είναι παραδεκτή στην περίπτωση μη καταβολής τριών μηνιαίων δόσεων.

Εκτιμούμε ότι η άδεια αυτή άνευ Εισαγγελικής Αρχής παραχωρήθηκε στα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να κατασκοπεύουν τους συμπολίτες οφειλέτες μας, να τους εκβιάζουν με αιτήσεις μεταρρύθμισης με αίτημα την έκπτωση από την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων, προκειμένου είτε να προχωρούν ταχύτατα σε διενέργειες πλειστηριασμών, είτε να αναγκάζουν αυτούς υπό το κράτος πίεσης σε «συναινετική» διευθέτηση και ρύθμιση των δανείων τους με αποτέλεσμα την παραίτηση των οφειλετών από το Ν. 3869/2010 πριν ακόμα κριθεί η αίτησή τους. Με την παραίτηση αυτή οι οφειλέτες τίθενται εκτός προστατευτικής «ομπρέλας» του Ν. 3869/2010 και σε περίπτωση που τα μελλοντικά οικονομικά τους στοιχεία δεν τους επιτρέπουν να τηρήσουν τη ρύθμιση με την Τράπεζα, η τελευταία θα προχωρά άμεσα σε καταγγελία της σύμβασης ρύθμισης, έκδοση διαταγής πληρωμής και διενέργεια πλειστηριασμού.

Αυτό που διαβλέπουμε, ως νομικοί, μέσα από αυτή τη θέσπιση εν λευκώ εξουσιοδότησης στα πιστωτικά ιδρύματα είναι η πλήρης συρρίκνωση των προσωπικών δεδομένων των οφειλετών (καθώς ακόμα και αυτών που δεν «έκαναν χρήση» της πλατφόρμας), η προσπάθεια «αναδρομικής» συρρίκνωσης των ευεργετικών διατάξεων του Νόμου Κατσέλη και η αντισυνταγματικότητα του Νόμου, ο οποίος θεσπίστηκε για τη στήριξη και προστασία των Τραπεζών στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος, δημιουργώντας ένα Κράτος Τραπεζών το οποίο αποδομεί με ταχύτατους ρυθμούς το Κράτος Δικαίου.

Οι προρρηθείσες σκέψεις μας επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι η άρση του απορρήτου των φορολογικών στοιχείων ενός οφειλέτη είναι εξαιρετικά δύσκολη σε μία απλή ενοχική διαφορά μεταξύ ιδιωτών όπως παραδείγματος χάριν στην αναγκαστική εκτέλεση εναντίον οφειλέτη βάσει δικαστικής απόφασης από εργατική διαφορά και απαιτείται εισαγγελική παραγγελία, η οποία στην πράξη σχεδόν ποτέ δε γίνεται δεκτή, ενώ το Κράτος θεσμοθέτησε την άρση του απορρήτου για τις Τράπεζες χωρίς καμία αίτηση προς εισαγγελική αρχή.