Δικηγορικό Γραφείο
Ποινές φυλάκισης και νέος Ποινικός Κώδικας

Με το Ν. 4619/2019 κυρώθηκε, ο νέος Ποινικός Κώδικας (ΠΚ), ήδη σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 2019 με τον οποίο αντικαταστάθηκε στο σύνολό του ο παλαιός ποινικός κώδικας, ο οποίος ίσχυε από το 1985 (ΠΔ 283/2015), επιφέροντας κοσμογονικές αλλαγές στο νομικό τοπίο της χώρας. Τόσο ο νέος ΠΚ όσο και ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), περιλαμβάνουν πλήθος νέων διατάξεων, σε μια προσπάθεια ανανέωσης και εκμοντερνισμού του παλαιού νομοθετικού πυρήνα της Χώρας μας, που σκοπό έχει την εναρμόνιση του ελληνικού ποινικού δικαίου, με τις ανάγκες της σύγχρονης εποχής.

Η δημόσια διαβούλευση και η κύρωση του νέου ΠΚ (και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) έλαβε χώρα εν μέσω έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου που προηγήθηκε των ευρωεκλογών Μαΐου 2019 και των κοινοβουλευτικών εκλογών του Ιουλίου του 2019. Τούτο, είχε ως αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του κυοφορούμενου ΠΚ, κατά τον δημόσιο διάλογο, ως μέσου πολιτικών αντιπαραθέσεων, με αποτέλεσμα τη διαστρέβλωση του περιεχομένου των νέων διατάξεων και τη δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων, στον βωμό του πολιτικού στίβου.

Μια εξ αυτών των στρεβλών εντυπώσεων, η οποία τελεί σε πλήρη αντιδιαστολή με την πραγματικότητα και για την οποία θεωρούμε ότι είναι αδήριτη ανάγκη να ενημερωθεί ο πολίτης, είναι ότι ο νέος Ποινικός κώδικας είναι δήθεν ευμενέστερος και ανεκτικότερος ως προς τους κατηγορούμενους και οδηγεί στην αποφυλάκιση ή στην ατιμωρησία.

Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική, καθώς έχει συντελεστεί μια σημαντικότατη αλλαγή προς την αντίθετη κατεύθυνση, που δεν έχει τύχει της ενημέρωσης που της αξίζει και που θεωρούμε ότι χρήζει ειδικής μνείας, μιας και θα απασχολήσει ευρεία μερίδα των πολιτών. Και αυτή η αλλαγή συνίσταται στο γεγονός ότι ο νέος Ποινικός Κώδικας αυστηροποιεί την αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στην εκτέλεση πλημμεληματικών ποινών, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος για πλημμέλημα, τελεσθέν μετά τη 1η Ιουλίου 2019, να απειλείται με εγκλεισμό του σε κατάστημα κράτησης. Κάτι που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το προϊσχύον καθεστώς του παλαιού κώδικα, όπου οι πάσης φύσεως πλημμεληματικές ποινές, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν οδηγούσαν στη φυλακή, αφού είτε αναστέλλονταν είτε μετατρέπονταν σε χρηματική ποινή.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τον παλαιό ποινικό κώδικα, το νομοθετικό πλαίσιο αντιμετώπισης πλημμεληματικών ποινών για πράξεις τελεσθείσες έως τη 30η Ιουνίου 2019, είχε ως εξής:

  1. Ποινές φυλάκισης έως 3 ετών, αναστέλλονται εφόσον ο καταδικασθείς δεν έχει προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες άνω του ενός έτους (άρθ. 99 παλαιού ΠΚ).
  2. Ποινές φυλάκισης άνω των 3 ετών (δηλαδή από 3 έως 5 έτη), αναστέλλονται υπό επιτήρηση ή υπό την επιβολή περιοριστικού όρου (βλ. άρθ. 100 παλαιού ΠΚ).
  3. Σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής, δηλαδή όταν ο καταδικασθείς είχε προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες που συνολικώς υπερέβαιναν το ένα έτος ή όταν το δικαστήριο έκρινε με βάση ειδικά μνημονευόμενα περιστατικά ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθ. 82 ήταν απαραίτητη για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από τη τέλεση νέων αδικημάτων, προβλεπόταν εναλλακτικώς η μετατροπή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, σε χρηματική ποινή.
  4. Στην περίπτωση που ο καταδικασθείς δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει την μετατραπείσα χρηματική ποινή, τότε η ποινή εδύνατο να μετατραπεί περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Από το ανωτέρω αναφερόμενο νομοθετικό πλαίσιο του παλαιού ποινικού κώδικα, προκύπτει η σκιαγράφηση μιας ποινικής πραγματικότητας, κατά την οποία ίσχυε κατά κανόνα η μη έκτιση της ποινής φυλάκισης. Πράγματι, η εκτέλεση των πλημμεληματικών ποινών, αντιμετωπιζόταν κυρίως με την αναστολή ή την μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή. Η έκτιση της πλημμεληματικής ποινής, επιφυλασσόταν μόνο σε εκείνους τους καταδικασθέντες που, είτε δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν σε χρήμα την μετατραπείσα χρηματική ποινή, είτε σε εκείνους τους καταδικασθέντες, που τα δικαστήρια έκριναν με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι η έκτιση της ποινής ήταν απαραίτητη για την αποτροπή τέλεσης νέων αδικημάτων.

Η ανωτέρω περιγραφόμενη πραγματικότητα, άλλαξε ολοσχερώς με την κύρωση του νεοπαγούς Ποινικού Κώδικα, ο οποίος ισχύει από τη 1η Ιουλίου 2019.

Πλέον η προβλεπόμενη στο νέο Ποινικό Κώδικα, αναστολή της ποινής, έχει υποστεί μεν μια αποδέσμευση από την προϋπόθεση των αμετακλήτων καταδίκων κάτω του ενός έτους, αφού πλέον οι τυχόν προγενέστερες αμετάκλητες καταδίκες, δεν λογίζονται ως αρνητική προϋπόθεση της χορήγησης αναστολής. Ενώ λοιπόν υπό το παρόν νομοθετικό πλαίσιο, η αναστολή δύναται να χορηγηθεί και σε κατηγορούμενους που έχουν αμετάκλητες καταδίκες, ακόμα και άνω του έτους, εν τούτοις όμως, έχει περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αφού σύμφωνα με το νέο Κώδικα, δύνανται να ανασταλούν ποινές φυλάκισης μόνο έως 3 ετών, ενώ ο παλαιός κώδικας προέβλεπε αναστολή υπό όρο σε ποινές φυλάκισης έως και 5 ετών. Ενώ επιπλέον, όταν δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις της αναστολής προέβλεπε την μετατροπή της ποινής, σε χρηματική ποινή.

Αλλά ας δούμε αναλυτικά τι προβλέπει ο νέος Ποινικός Κώδικας:

Α) Ποινές φυλάκισης έως 3 ετών αναστέλλονται, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Επίσης, ο Νόμος παρέχει πλέον τη δυνατότητα στο δικαστήριο, να επιβάλει περιοριστικούς όρους υπό τους οποίους παρέχεται η εν λόγω αναστολή, ενώ υπό το πρίσμα του παλαιού ΠΚ, η αναστολή σε ποινές φυλάκισης έως 3 ετών χορηγούνταν χωρίς την επιβολή περιοριστικών όρων.

Β) Επιπλέον, στο νέο ΠΚ, προβλέπεται η μερική έκτιση της ποινής φυλάκισης και μερική αναστολή της υπόλοιπης.

Ειδικότερα, σε ποινές φυλάκισης έως 3 ετών, το δικαστήριο εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να διατάξει τη μερική έκτιση της ποινής και να αναστείλει το υπόλοιπο αυτής. Η μερική έκτιση της ποινής δεν μπορεί να έχει διάρκεια κατώτερη των 10 ημερών και ανώτερη των 3 μηνών.

Έτσι, υπό το πρίσμα του νέου Κώδικα, προβλέπεται το ενδεχόμενο κράτησης ακόμα και για ποινές έως 3 έτη.

Γ) Επίσης σε ποινές έως 3 έτη, όπου δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Δ) Σε ποινές φυλάκισης έως 5 έτη (3 έτη έως 5), προβλέπεται η μετατροπή της ποινής σε κοινωφελή εργασία, αφού ο καταδικασθείς θα έχει εκτίσει πραγματικά το ένα δέκατο αυτής.

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει ότι ο νέος Ποινικός Κώδικας, προβλέπει επαχθέστερη αντιμετώπιση των πλημμεληματικών ποινών σε σχέση με τον παλαιό ποινικό κώδικα και ότι πλέον ο κατηγορούμενος για πλημμεληματικής φύσης αδίκημα κινδυνεύει άμεσα με φυλάκιση, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από 10 μέρες έως 3 μήνες για ποινές φυλάκισης έως 3 ετών, ενώ για ποινές από 3 έως 5 έτη, προβλέπεται έκτιση τουλάχιστον του 1/10 της επιβληθησόμενης ποινής.

Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι έχει αναβαθμιστεί τόσο η σημασία, όσο και η διαδικασία, ενώπιον των πλημμεληματικών δικαστηρίων, καθώς πλέον πίσω από την κάθε ποινική δίωξη, υπάρχει το ενδεχόμενο φυλάκισης. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη εγρήγορσης του εκάστοτε κατηγορουμένου, προς αναζήτηση ικανής νομικής προστασίας, που να χαρακτηρίζεται από εμβριθή μελέτη και ενδελεχή προετοιμασία της υπόθεσης, από την πρώτη κιόλας στιγμή της ποινικής διαδικασίας.

Μάλιστα το συνολικό υπάρχον νομικό πλαίσιο, καθίσταται ακόμα δυσμενέστερο και θολό από τη πρόβλεψη του άρθ. 98 του Νόμου για το επιτελικό κράτος, που ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 2019 και αναστέλλει τις διατάξεις του ΠΚ περί κοινωφελούς εργασίας, χωρίς να προβλέπει ουδέν για τις περιπτώσεις των ποινών άνω των 3 ετών (3 έως 5 έτη), για τις οποίες η μόνη οδός αποφυγής της έκτισης, ήταν η μετατροπή τους σε κοινωφελή εργασία, με την προϋπόθεση πραγματικής έκτισης του 1/10 της εν λόγω ποινής (βλ. την ως άνω περίπτωση Δ). Από τη στιγμή που ο θεσμός της κοινωφελούς εργασίας, έχει ανασταλεί, αυτό σημαίνει ότι πλέον σε ποινές άνω των 3 ετών, η πραγματική έκτιση αυτών, μέχρι τη πλήρωση του ορίου της υφ’ όρον απόλυσης, αποτελεί μονόδρομο.

Παρακάτω παρατίθεται Συγκριτικός Πίνακας, των τρόπων αντιμετώπισης της ποινής φυλάκισης, προς ευχερέστερη κατανόηση των επιμέρους περιπτώσεων.

  Νέος Ποινικός Κώδικας
(Ν. 4619/2019) 
Παλαιός Ποινικός Κώδικας
(για πράξεις έως 30-6-2019) 
Φυλάκιση έως 3 ετών   
  1. Αναστολή ανεξαρτήτως προηγούμενων καταδίκων.
    Δυνατή η επιβολή περιοριστικών όρων.
  2. Αναστολή μέρους της ποινής ->
    Έκτιση διάρκειας από 10 ημέρες έως 3 μήνες, αναστέλλεται το υπόλοιπο.
 Αναστολή εφόσον δεν υπάρχουν αμετάκλητες καταδίκες άνω των 12 μηνών.
 Φυλάκιση έως 3 ετών χωρίς συνδρομή προϋποθέσεων αναστολής  Μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας  Μετατροπή σε χρηματική ποινή, δοσοποίηση αυτής ή περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας
 Φυλάκιση από 3 έως 5 έτη  Μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, υπό την προϋπόθεση πραγματικής έκτισης του 1/10 της ποινής.

 Μετατροπή σε χρηματική ποινή, δοσοποίηση αυτής ή περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας

Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, η βούληση του νομοθέτη πίσω από τον νέο Ποινικό Κώδικα, δεν είναι η ατιμωρησία, όπως έχει εσφαλμένως αφεθεί να εννοηθεί και να εντυπωθεί στην αντίληψη του κόσμου, αλλά η αυστηρότερη και ουσιαστικότερη τιμώρηση, ακόμα και των πλημμελημάτων, για τα οποία όπως αναδείξαμε, έχουν αρθεί τα δικονομικά μέσα τα οποία υπό το παλαιό καθεστώς, είχαν επιφέρει την απαξίωση της πλημμεληματικής ποινής και για τα οποία πλημμελήματα πλέον, είναι εμφανής ο κίνδυνος εγκλεισμού.

Όμως θα είναι παράλειψη να μην αναφέρουμε, ότι ο νέος Ποινικός Κώδικας, στα πλαίσια του εκμοντερνισμού και της εναρμόνισης με το ποινικό δίκαιο έτερων ευρωπαϊκών κρατών, προσφέρει και κάποια εργαλεία προς αποφυγή του εγκλεισμού. Είναι αλήθεια ότι όχι μόνο έχει αναβαθμιστεί η χρηματική ποινή και η κοινωφελής εργασία, αλλά ότι έχουν αναδειχθεί τοιαύτες σε κύριες ποινές, εφάμιλλες της ποινής φυλάκισης. Δίνεται τοιουτοτρόπως στο δικαστήριο, η δυνατότητα σε πλείονες περιπτώσεις (όπου προβλέπεται διαζευκτικώς τόσο ποινή φυλάκισης, όσο και χρηματική ποινή), να μην επιβάλλει ποινή φυλάκισης, παρά μόνο χρηματική ποινή.

Παρέχεται λοιπόν στον εφαρμοστή του Δικαίου, ένα πλούσιο φάσμα εργαλείων, προκειμένου να επιλέξει τη δικαιότερη ποινή, τόσο ως προς το ύψος, όσο και ως προς τη φύση αυτής, για τον εκάστοτε κατηγορούμενο, αλλά μένει να αποδειχθεί στην πράξη κατά πόσο θα αξιοποιηθούν αυτά τα εργαλεία ή εάν παραγκωνιστούν, για να ακολουθηθεί στο τέλος η πεπατημένη της ποινής φυλάκισης. Γιατί τα καινοτόμα νομοθετήματα, πρέπει και να εφαρμόζονται, αλλιώς καθίστανται σε αχρηστία (desuetudine) και αποδεικνύεται… άνθρακες ο θησαυρός.

Ενδεικτικό παράδειγμα αυτού του προβληματισμού, είναι και η προειρημένη παρέμβαση του άρθ. 98 του Νόμου για το επιτελικό κράτος, με την οποία ανεστάλησαν οι διατάξεις του ΠΚ περί κοινωφελούς εργασίας, λόγω ελλείψεως κρατικών δομών, υπό τις οποίες θα λειτουργούσε ο θεσμός της κοινωφελούς εργασίας και οι οποίες θα είχαν ως σκοπό την απορρόφηση των καταδικασθέντων σε κοινωφελή εργασία.

Αφαιρέθηκε με τον τρόπο αυτό - έστω μέχρι νεωτέρας - από τους δικαστές και τους κατηγορουμένους, ένα πολύ σημαντικό δικονομικό εργαλείο. Στενεύοντας με τον τρόπο αυτό ακόμα περισσότερο τη δικαστηριακή οδό προς την ελευθερία.