Δικηγορικό Γραφείο

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Θ.Ο.Ε για την πολύ τιμητική πρόσκληση, ανάμεσα σε τόσους αξιόλογους ομιλητές και να εξάρω την προσπάθειά του αφενός να παραμένει πιστός σε ποιοτικές καλλιτεχνικές παραγωγές, όπως αυτή που  έκανε πρεμιέρα εχθές, «Το Σπίτι της Bernarda Alba»  και αφετέρου να μην στέκεται μόνο σε αυτό αλλά να βοηθάει  να γίνεται η τέχνη αφετηρία ουσιαστικού κοινωνικού προβληματισμού και διαλόγου. 

​         Ο Lorca έχει χαρακτηρισθεί στην Ελλάδα «λυρικός ποιητής» και σε αυτό συνετέλεσαν τα μέγιστα οι ρομαντικές μεταφράσεις του Γκάτσου και οι ανάλαφρες, τρυφερές μουσικές του Χατζιδάκη, που μπορεί φυσικά σήμερα να θεωρούνται αξεπέραστες, αποτελούν όμως ερμηνεία μίας μόνο πλευράς του συγγραφέα. Και έτσι οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Lorca. Με την δική του ματιά μάθαμε να «κοιτάζουμε» την Ισπανία. Μοναχικός καβαλάρης της ποίησης, του θεάτρου και της μουσικής, ταξίδευε, ολοένα ταξίδευε για την Κόρδοβα. Πισωκάπουλα στο μαύρο άλογό του, γυμνόστηθη τσιγγάνα με το όπλο στο χέρι, η δημοκρατική Ισπανία του «No passarán».

Όμως ο Lorca, εκτός από λυρικός βάρδος, είναι και συγγραφέας που γνώρισε και συγγένεψε με τον υπερρεαλισμό, συνετέλεσε επομένως και αυτός (όπως ο Dalí, ο de Falla και ο Buñuel) στη μετέπειτα διαμόρφωση του κινήματος.

Στη θέαση του έργου της Bernarda Alba γίνεσαι κοινωνός μιας ιστορίας τοποθετημένης στο χωροχρόνο της προεμφυλιακής Ισπανίας του 1936, που λειτουργεί προειδοποιητικά για τον επερχόμενο αλληλοσπαραγμό και για την κατάρρευση μιας στιλιζαρισμένης, συντηρητικά δομημένης, κοινωνίας που προκαλεί ασφυκτικό πνίξιμο, καταπιέζοντας τις ανθρώπινες ανάγκες και επιβάλλοντάς τον τυπικό και ακραίο καθωσπρεπισμό.

Τα επίπεδα ανάγνωσης του έργου είναι πολλαπλά και τα μηνύματα ισχυρά ραπίσματα που αντέχουν και στο σήμερα και θα προσπαθήσουμε να τα αποκωδικοποιήσουμε στο λίγο χρόνο που έχουμε.

  • Εν τέλει, θα λέγαμε ότι ξεπηδούν ανάγλυφα μέσα από την θέαση και την ανάγνωση της Bernarda Alba, πριν και πρώτα από όλα ο φασισμός, η πολιτική επιβολή, ο αυταρχισμός και η ταξική ανισότητα και συγκεκριμένα:

Πολλοί μελετητές κάνουν το λάθος να βλέπουν το πρόσωπο της Bernarda Alba ως έκφραση μητριαρχικής εξουσίας. Πιστεύω, όμως, ότι η μητριαρχία δεν έχει καμία θέση εδώ. Τα λογοτεχνικά έργα πρέπει να ερμηνεύονται και μέσα από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την παραγωγή τους.

Η εξουσία της Bernarda δεν είναι μητριαρχική. Είναι δοτή, ασκείται ως καθαρά πατριαρχική, ελλείψει του αρχικού προτύπου, είναι πολιτική, είναι καθεστωτική και αυταρχική. Το έργο αποκτά πολιτική χροιά, καθώς ο Lorca εκφράζει την αντίθεση του στην επικείμενη χούντα του Franco, έντεχνα και κεκαλυμμένα, προσωποποιώντας την μέσω του αυταρχικού χαρακτήρα της Bernarda. Η τυραννική συμπεριφορά της Bernarda προοικονομεί το επερχόμενο φασιστικό καθεστώς του Franco που, ως γνωστόν, βασίστηκε στην υποστήριξη της Καθολικής Εκκλησίας και των πιο συντηρητικών, φανατικά αντικομμουνιστικών δυνάμεων της μεγάλης Ιβηρικής Χώρας.

Η καταπίεση φέρνει ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση, το τραγικό τέλος αφήνει, ωστόσο, μια νότα ελπίδας, αφού η δίψα για ελευθερία πάντα θα αποδεικνύεται ισχυρότερη και από το πιο απολυταρχικό καθεστώς και θα βρίσκει τρόπο να διαπερνά το τείχος του μίσους.

Είναι συγκλονιστικές οι ομοιότητες με τη σημερινή ευρωπαϊκή και παγκόσμια συγκυρία. Το έργο που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της (σχετικής) ακμής της βραχύβιας ισπανικής δημοκρατίας ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ LORCA ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει.

Εμείς, 81 χρόνια μετά, πιστέψαμε ότι ο φασισμός το 1945 ηττήθηκε. Η ιστορία, όμως, απεφάνθη ότι -δυστυχώς- ο φασισμός δεν αρκεί να νικηθεί. Ο φασισμός πρέπει να ξεριζωθεί. Η κτηνωδία του φασισμού είναι η ίδια η απόδειξη της ανάγκης για τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση εναντίον του.

Το Σπίτι είναι μικρογραφία ολόκληρης της χώρας και η συμβολοποίηση της Bernarda την καθιστά τραγική φιγούρα, εκπρόσωπο ενός συστήματος κυτταρικά αρτηριοσκληρωτικού. Όποιος προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτή την ψυχολογική μέγγενη αφανίζεται, όπως η Adela και στο τέλος παραμένει μετέωρη η κραυγή της μάνας «Η κόρη μου πέθανε παρθένα» σαν νικητήρια ιαχή φασιστοειδούς μορφώματος.

Και βλέπουμε ότι και τότε και τώρα ο φασισμός πάει χέρι – χέρι με την ξενοφοβία. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις αναφορές της Bernarda στην Paca la Roseta, τη «μοναδική κακή γυναίκα του χωριού». Η Poncia παρατηρεί πως αυτό οφείλεται στο ότι η Paca «Δεν είναι από εδώ. Είναι από αλλού. Και όσοι πάνε μαζί της, είναι και αυτοί γιοί ξένης». Αυτά τα σχόλια υπογραμμίζουν την απομόνωση και την ξενοφοβία που κυριαρχούσε στα ισπανικά χωριά, ξενοφοβία την οποία υποδαύλιζε ένα πολιτικό σύστημα ισχυρών τοπικισμών με παράδοση στην αντίσταση απέναντι στην ιδέα μιας ισχυρής κεντρικής διοίκησης, πράγμα που επέτρεψε επί αιώνες στην τοπική φεουδαρχία να διατηρήσει την εξουσία της. Μας θυμίζουν τίποτα όλα τα ΠΙΟ ΠΑΝΩ;

Φυσικά, μας θυμίζουν το σήμερα. Μετά από δύο Παγκοσμίους Πολέμους, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον Ψυχρό Πόλεμο και τις εμφύλιες συγκρούσεις, το φάντασμα του φασισμού αναβιώνει με εκφασιστικές πολιτικές που πλέον βγαίνουν και από την κάλπη (βλέπε Trump) και φαίνεται ότι είμαστε πλέον ανίκανοι να αντιδράσουμε σε ένα απρόσωπο κέντρο αποφάσεων που καθορίζει τη μοίρα μας.

Φυσικά θα ήταν αστοχία να παραβλέψουμε την γενεσιουργό αιτία της ανόδου του φασισμού δηλαδή την ταξική  ανισότητα. Η Bernarda έχει μια βαθύτατη και ακραία αίσθηση της τάξης στην οποία ανήκει, αυτής, της αγροτικής μπουρζουαζίας. Θέλει να κρατήσει το όνομα και τα πλούτη της οικογένειας. Η οικογένειά της ανήκει στην κυρίαρχη τάξη, στην τάξη που κρατά στα χέρια της την πολιτική εξουσία τόσο στη συγκεκριμένη περιοχή όσο και σε ολόκληρη τη χώρα. Πολλές φράσεις της αντανακλούν την ταξικής της συνείδηση:

«Οι φτωχοί είναι σαν τα ζώα, νομίζεις ότι είναι φτιαγμένοι από διαφορετικό υλικό». «Σε μια ακτίνα εκατό χιλιομέτρων γύρω μας, δεν υπάρχει άνδρας αρκετά καλός γι΄αυτές. Οι άνδρες αυτού του τόπου δεν είναι της δικής μας τάξεως». Και άλλωστε, κατά το παρελθόν,  είχε επιβάλει στην Martirio να διαγράψει από το μυαλό της κάθε σκέψη παντρολογήματος με τον Enrique Humanas, με τη δικαιολογία ότι ο πατέρας του ήταν βοσκός.

Βλέπουμε τον τρόπο που μεταχειρίζεται τους υπηρέτες της. Όπως το κορίτσι της υπενθυμίζει δειλά πως για να ζήσει κανείς πρέπει να φάει, τη βάζει γρήγορα στη θέση που της ανήκει λέγοντάς της «Ποτέ μου δεν δέχθηκα μαθήματα από κανέναν».

Ανέκαθεν ήταν ταξική η πάλη. Η Bernarda ενσαρκώνει με τη στάση της αυτή ακριβώς την τάξη, πρωτόγονη και ωμή, όπως είναι κάθε κυρίαρχη τάξη που προσπαθεί να επιβληθεί και να μας πείσει μέσω διαφόρων μέσων ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια, ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που κατέχει είναι το ακόρεστο πάθος για συσσώρευση πλούτου και εξουσίας με κάθε θεμιτό και κυρίως αθέμιτο μέσο.

         Η Bernarda Alba αποτελεί την επιτομή της κοινωνικής και πολιτικής τάξης. Αν ένα πρόσωπο είναι ανυπάκουο, αυτό σημαίνει ότι αυτομάτως μετατρέπεται σε εχθρό της. Οι υπηρέτες το αντιλαμβάνονται αυτό πολύ καλά εξ ου και το ενδιαφέρον που εκδηλώνει και η Poncia για τη φήμη της οικογένειας. Λέει η Poncia: «Σε κάθε δωμάτιο κρύβεται μια καταιγίδα και την ημέρα που θα ξεσπάσει θα με σαρώσει». Καταλαβαίνουμε ότι οι υπηρέτες έχουν πλήρη συνείδηση του γεγονότος πως ανήκουν σε διαφορετικό κοινωνικό στρώμα, συνδέουν όμως τη μοίρα τους με εκείνη των αφεντικών τους σε σημείο μάλιστα να αισθάνονται ένα είδος νομιμοφροσύνης προς την οικογένεια.

Και πάνω σε αυτή τη νοοτροπία εναποθέτει την κριτική του ματιά ο ποιητής. Ο οποίος μην ξεχνάμε ότι έλεγε ότι είναι επαναστάτης γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης και εξαίρει την ανυπακοή στο τελευταίο αυτό έργο του, που μοιάζει να αντικαθρεπτίζει τις δύο όψεις του φρανκικού καθεστώτος: Ο τύραννος και οι υποταγμένοι από την μία και οι ανυπότακτοι από την άλλη.

 Και έρχεται να ενωθεί με έναν άλλον μεγάλο, τον Oscar Wilde, που έλεγε σοφά: «Η ανυπακοή στο βλέμμα κάποιου που έχει διαβάσει ιστορία συνιστά πρωταρχική αρετή. Η πρόοδος επιτυγχάνεται μέσα από την ανυπακοή και την επανάσταση».

Κάποτε είχα ακούσει ότι στο τσίρκο τους ελέφαντες τους κρατάνε σε ένα πασσαλάκι, το οποίο, είναι προφανές ότι εάν κάνουν μια κίνηση θα το ρίξουν. Τι έχει συμβεί; Οι ελέφαντες έχουν εκπαιδευθεί από μικροί να τους έχουν δεμένους στον πάσσαλο. Το μικρό ελεφαντάκι έχει προσπαθήσει ένα εκατομμύριο φορές να σπάσει τον πάσσαλο. Όταν έχει μεγαλώσει πια, έχει μείνει στο μυαλό του η εικόνα που ως μικρό ελεφαντάκι δεν μπορούσε να σπάσει το πάσσαλο. Εάν ήξερε τη δύναμή του, δεν θα είχε μείνει πάσσαλος για κολυμπηθρόξυλο.

Ε, αυτό συμβαίνει και με τους λαούς. Δεν αντιλαμβάνονται τη δύναμή τους, δεν αντιλαμβάνονται ότι η καμήλα φορτώνεται επειδή γονατίζει και ότι οι τύραννοι φαντάζουν σκληροί, επειδή είμαστε σκυφτοί. Όταν οι λαοί όμως σηκώσουν το ανάστημά τους, τότε δε θα μείνει πάσσαλος για πάσσαλο.

Ασφαλώς αυτό σχετίζεται και με τη συστημική καταπίεση της γυναίκας που είναι ο βασικός άξονας του έργου.

Με τον ίδιο τρόπο μεγαλώνουν και οι γυναίκες, δεμένες σε «πασσαλάκια» οδηγών συμπεριφοράς, σωματικής αυτοδιάθεσης, ασφυκτικού σεξουαλικού ελέγχου και εν τέλει μένουν φυλακισμένες «αυτόβουλα» σε όλη τους τη ζωή μέσω της εσωτερίκευσης όλων αυτών των μορφών καταπίεσης, της φυσικοποίησης και κανονικοποίησης του ετεροκαθορισμού τους.

Όπως προανέφερα, δεν πρέπει να δούμε την εξουσία της Bernarda ως μητριαρχική. Άλλωστε, η υπόθεση του Johann Bachofen, το 1861, για την ύπαρξη αρχέγονης περιόδου «μητριαρχίας» αποδείχθηκε μύθος από την ανθρωπολογία και ο όρος «μητριαρχία» αντικαταστάθηκε με τον όρο «κοινωνία των μητρογραμμικού γέννους». Ας δούμε σε γενικές γραμμές την κοινωνική διάσταση του ζητήματος:

Η διάκριση των φύλων υπακούει στον ίδιο γενικό κανόνα όπως και όλες οι άλλες μορφές διακρίσεων. Στον κανόνα να θεωρείται φυσική σταθερά για όλες τις κοινωνίες και να συνδέεται άμεσα με τη βία. Ήδη ο Engels από το 1884 είχε πει ότι η πρώτη ταξική καταπίεση αρχίζει με την καταπίεση του γυναικείου φύλου από το ανδρικό. Άλλωστε, το πρώτο προλεταριάτο δεν ήταν οι άνδρες εργάτες. Ήταν οι γυναίκες κατώτερης κοινωνικής τάξης στην αρχαία κοινωνία. Η λέξη προλεταριάτο μας έρχεται από την λατινική λέξη «proles», που σημαίνει απόγονοι, αναφερόταν στα άτομα που ήταν τόσο φτωχά, ώστε δεν μπορούσαν να προσφέρουν στο κράτος καμία υπηρεσία εκτός από την κυοφόρηση νέων πολιτών. Αδυνατώντας αυτές οι γυναίκες να συνεισφέρουν στην οικονομική ζωή, παρείχαν εργατική δύναμη υπό μορφή παιδιών.

Το προλεταριάτο σχηματίσθηκε αρχικά από ανθρώπους που βρίσκονταν εκτός παραγωγικής διαδικασίας και όχι από εκείνους που συμμετείχαν σε αυτή. Ωστόσο, τα μέλη του μοχθούσαν πολύ πιο επίπονα από ό,τι αν θα έσπαγαν πέτρες. Σήμερα, σε μια εποχή άθλιων εργασιακών συνθηκών στα εργοστάσια και τους αγρούς του Τρίτου Κόσμου, ο τυπικός προλετάριος εξακολουθεί να είναι γυναίκα.

Εν τω μεταξύ, πάμπολλες πλέον έρευνες έχουν καταδείξει ότι δεν υπάρχει διαφορά στις πνευματικές και τις άλλες ικανότητες ανάμεσα στα δύο φύλα. Αντίθετα, βεβαιώθηκε ότι μέχρι την ηλικία των 20 ετών ενώ τα κορίτσια προηγούνται σε ωριμότητα από τα αγόρια, κατόπιν την χάνουν λόγω της κοινωνικής υποβάθμισής τους.

Τα άτομα, όμως, που υπόκεινται σε πίεση υποτέλειας ή έστω υποβάθμισης, είτε εξεγείρονται στο προσκήνιο είτε αντιδρούν στο παρασκήνιο. Ακόμα και όταν δείχνουν συναίνεση, όπως η Bernarda Alba, μέσω του εσωτερικευμένου μισογυνισμού της, όπως θα δούμε πιο κάτω, το κάνουν με τον υπολογισμό να πετύχουν κάποιο κέρδος με την υπηρέτηση της εξουσίας (proximity to power). Ενώ, δε, οι άλλες διακρίσεις μπορεί να εκδηλώνονται σε ορισμένες κοινωνίες ή να αντιστρέφονται -για παράδειγμα η γεροντοκρατία των αρχαίων κοινωνιών μετατράπηκε σε υποτίμηση και σε ρατσισμό των υπερηλίκων- η διάκριση των φύλων εμφανίζεται σε όλες τις κοινωνίες της ανισότητας.

Η ιστορία των ασύμμετρων κοινωνιών περικλείει, εκτός των άλλων και την ιστορική ανάδειξη της ανδρικής κυριαρχίας. Οι κοινωνίες υποβάθμισαν τη γυναίκα με πολλούς τρόπους, με την πολυγυνία και το χαρέμι, το στιγματισμό της ως μιασμένη, με το μύθο -όπως προανέφερα- ότι παλαιότερα ασκούσε δεσποτική εξουσία στον άνδρα, τον αποκλεισμό από το ιερατικό λειτούργημα, την υποταγή της στον κώδικα τιμής / ντροπής (βλέπε τον λιθοβολισμό της γυναίκας που γέννησε εκτός γάμου στη Bernarda Alba), τη θυγατροκτονία, το εμπόριο λευκής σαρκός και την πορνεία, το κυνήγι των μαγισσών, την πνευματική της υποτίμηση και άλλα. Αποκορύφωμα της βίας είναι το δικαίωμα της θανάτωσής της από τον «πάτερ φαμίλια» για λόγους τιμής αν μοιχεύσει ή την βιάσουν, πράγμα που γίνεται μέχρι σήμερα σε ορισμένες χώρες.

Η Bernarda ήθελε να εγκλειστούν οι κόρες της επί 8 χρόνια σε ένδειξη πένθους για τον θάνατο του πατέρα τους. Κατά το έθιμο sati της Ινδίας, η γυναίκα καιγόταν ζωντανή στη νεκρική πυρά του συζύγου της. Αν και απαγορεύθηκε από την αγγλική αποικιοκρατία το 1829, το έθιμο αυτό συνεχίστηκε να τηρείται σε ορισμένες περιοχές πολλές δεκαετίες μετά. Ας έλθουμε τώρα στη σύγχρονη Ελλάδα και ας σκεφτούμε την διάκριση μεταξύ του σεβασμού που αποδίδεται στην χήρα, εάν και εφόσον παραμείνει πιστή εφόρου ζωής στον ρόλο της χήρας, σε αντίθεση με την επονομαζόμενη ζωντοχήρα και τον φόβο και την καχυποψία, που αντιμετωπίζεται κοινωνικά.

Η επιτέλεση του φύλου μας διαγράφεται σχεδόν από το πρώτο υπερηχογράφημα… Είναι συνταρακτική η στιγμή που διαπιστώνεις ότι λίγα έχουν αλλάξει τουλάχιστον στην κοινωνική αποτύπωση της θηλυκότητάς μας από το 1936 ότε και διαδραματίζεται το έργο έως και σήμερα. Λέει η Poncia στην αρχή του έργου «Με πέντε θηλυκά στις πλάτες της, πέντε ασχημομούρες και θεόπτωχες».

➢ Μεγαλώνουμε, λοιπόν, έχοντας καταγεγραμμένο στη συνείδησή μας ότι η αξία μας μετριέται σχεδόν αποκλειστικά από το πόσο εμφανίσιμες είμαστε σύμφωνα με τα κυρίαρχα πρότυπα. Η εμφάνιση για εμάς τις γυναίκες είναι ο βασικός παράγοντας για κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική καταξίωση. Και αφού σου ξεκαθαρίσει η πατριαρχική κοινωνία εξ απαλών ονύχων πως η αξία σου ως γυναίκα εξαρτάται αποκλειστικά από την εμφάνισή σου και τα κιλά σου και αν, μάλιστα, είσαι χοντρή και άσχημη δεν έχεις λόγο ύπαρξης, μετά θα σε λοιδορήσουν ως θύμα της εικόνας σου ως πλαστική γκόμενα, ως bimbo ή ως «ξέκωλο». Και φυσικά, να μη χάνουμε το ευρύτερο πλαίσιο που θέλει τον καθένα να τοποθετείται πώς θέλει τις γυναίκες, λες και είναι ο πρωταρχικός μας στόχος να τον ευχαριστούμε.

Πώς να κατηγορήσουμε, λοιπόν, την Bernarda Alba, αλλά και κάθε καταπιεσμένη γυναίκα που προσαρμόζεται στο σύστημα κατά την προσφιλή μας τακτική να κατηγορούμε το θύμα της καταπίεσης και όχι τον καταπιεστή και την κοινωνία, η οποία λυσσαλέα προσπαθεί από την μικρή μας ηλικία να μας πείσει ότι αυτά είναι τα έμφυλα σενάρια και το job description του κάθε ρόλου και δεν αμφισβητούνται. Το σύστημα είναι το πρόβλημα και εκεί έχουμε χρέος να παρέμβουμε, ώστε να αλλάξουν αυτά τα στερεότυπα και όχι να βάζουμε στον τοίχο τις γυναίκες που τα ακολουθούν για να επιβιώσουν.

➢ Μαθαίνουμε στις νέες κοπέλες ότι η αξιοπρέπειά τους εξαρτάται από το μήκος της φούστας της που δεν είναι mini, αλλά ok, όχι και καλόγριας. Δεν τους διδάσκουμε ότι η αξιοπρέπεια ορίζεται ως αλληλεγγύη με τις άλλες γυναίκες (και με το κοινωνικό σύνολο), ως συνέπεια στα λόγια και τις πράξεις, ως μαχητικότητα, ως ανεξαρτησία σκέψης, ως αντίσταση στην καπιταλιστική νοοτροπία βίαιου ανταγωνισμού και εμπορευματοποίησης των ανθρώπων και των βιωμάτων του, ως εσωτερική δύναμη, ως συναισθηματική ειλικρίνεια.

➢ Διδάσκουμε στα νέα κοριτσάκια να είναι ντροπαλά και σεμνά, να μιλούν γλυκά και λίγο, να δίνουν την εντύπωση της σωματικά εύθραυστης. Να μη θέτουν σταθερά και ευδιάκριτα όρια και να τα υπερασπίζονται άμεσα και έντονα, όταν αυτά ξεπερνιούνται γιατί θα τις πουν «σκύλες». Να μην απορρίπτουν εντελώς και οριστικά κάποιον που προφανώς στον οποίο αρέσουν γιατί θα χαρακτηριστείς «ανέραστες».

Αν διδάσκουμε, όμως, τις γυναίκες ότι υπάρχει μόνο ένας συγκεκριμένος τρόπος αποδεκτής συμπεριφοράς, δεν θα έπρεπε να εκπλησσόμαστε όταν συμπεριφέρονται έτσι κατά τη διάρκεια μιας απόπειρας ή ενός ολοκληρωμένου βιασμού. Αυτές οι γυναίκες δεν πρόκειται να φωνάξουν «όχι» όσο πιο δυνατά μπορούν, επειδή ένας τύπος της πλησίασε σε βαθμό άβολο. Οι γυναίκες που έχουν διδαχθεί ότι το να δείχνουν τη συναισθηματική τους κατάσταση θα τις εντάξει στην κατηγορία «υστερικιά», δεν θα έχουν καμία διάθεση να φύγουν τρέχοντας από ένα δωμάτιο, αναστατωμένες, ουρλιάζοντας ή κλαίγοντας.

Αναρωτιούνται οι περισσότεροι γιατί οι γυναίκες δεν «αντεπιτίθενται», αλλά δεν τους κάνει τόση εντύπωση όταν οι γυναίκες υποχωρούν σε διαφωνίες, όταν τις διακόπτουν, όταν σκόπιμα χαμηλώνουν και ρυθμίζουν τη φωνή τους, όταν δίνουν προφανή σινιάλα και τις αγνοούν. Ο κόσμος δεν αναρωτιέται για όλες αυτές τις καθημερινές κοινωνικές συναναστροφές, όπου οι γυναίκες είναι αόρατες, γιατί αυτές οι καταστάσεις μοιάζουν φυσιολογικές και στις γυναίκες και στους άνδρες. Γιατί όλοι και όλες μεγαλώνουμε στην ίδια πολιτισμική πηγή και πίνουμε το ίδιο νερό.

Προς οποιονδήποτε, λοιπόν, έχει δει τις έμφυλες διδαχές και τις συναναστροφές, που έχει δει μια γυναίκα να εκβιάζεται ώστε να δεχθεί την ανεπιθύμητη προσοχή κάποιου, που την έχει δει να διακόπτεται την ώρα που μιλάει, που έχει δει μια γυναίκα να αρνείται ότι αναστατώνεται όταν την προσέβαλαν δημόσια, που έχει δει να παρενοχλούν μια γυναίκα επειδή φορούσε κάτι «προκλητικό», προς οποιονδήποτε τα έχει δει όλα αυτά και δεν είπε και δεν έκανε τίποτα: δεν έχει κανένα δικαίωμα να ρωτάει «Μα γιατί δεν αντεπιτέθηκε, φωνάζοντας και ουρλιάζοντας;». Γιατί την διδάσκουμε να μην το κάνει, όπως τη διδάσκουμε πώς να συμπεριφέρεται σε κάθε άλλη κοινωνική, επαγγελματική ή οικογενειακή συναναστροφή. Και θα εκπλαγεί όταν ανακαλύψει πως αυτό σημαίνει ότι μπορεί κάποιος, οποιοσδήποτε, να τις βιάσει οποιαδήποτε στιγμή.

➢ Και αν χρησιμοποιείς την έκφραση για πολλές ανδρικές συμπεριφορές «έλα μωρέ, αγοράκια είναι», σκέψου τον λόγο που το λες αυτό και το τι σημαίνει και ΜΕΤΑ ΣΤΑΜΑΤΑ. Αυτή η έκφραση αποκαλύπτει πλήθος πεποιθήσεων που σχετίζονται με την ουσιοκρατία του φύλου, του δυαδισμού και των στερεοτύπων, πεποιθήσεων που βρίσκονται στη ρίζα κάθε ιεραρχίας βασισμένη στο φύλο που καλλιεργούν ύπουλα τη βία και που υποβιβάζει τις γυναίκες στο αναπαραγωγικό τους δυναμικό.

Μην καλύπτουμε, λοιπόν, ποτέ τη σεξουαλική βία, μην τη θεωρούμε αστεία και να μην αναπαράγουμε μύθους σχετικά με τον βιασμό. Πρέπει να διδάξουμε και να μιλήσουμε ανοιχτά για τα σώματα, τη συναίνεση, τα δικαιώματα και την αυτονομία. Η μικρή επανάσταση για τη συναίνεση πρέπει να μετατραπεί σε ΜΕΓΑΛΗ. Και αυτό πρέπει να το διδάξουμε στα παιδιά μας με μεγάλο σύμμαχο το σχολείο.

Σε αυτά τα ζητήματα δεν πρέπει να παραμένουμε αδρανείς σε μια ουδέτερη θέση. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ  ουδέτερη θέση. Η ακινησία σε αυτό το περιβάλλον είναι χειρότερη από το να τρέχεις προς τα πίσω. Αυτή εδώ είναι η στιγμή. Αυτή είναι η δοκιμασία μας. Προτού πληγωθεί ακόμα μια γυναίκα, προτού περισσότεροι νεαροί βιαστές μπορέσουν να ισχυρισθούν με δάκρυα στα μάτια ότι «δεν ήξεραν», η ευθύνη ανήκει στον καθένα -στους άνδρες και στα αγόρια και όλους αυτούς και αυτές που τους αγαπάνε- να ορθώσουμε το ανάστημά μας και να μετρήσουμε τις δυνάμεις μας.

➢ Μαθαίνουμε ότι η σεξουαλικότητα για τις γυναίκες είναι γεμάτη ενοχές και αντικρουόμενα μηνύματα από την κοινωνία. Αν κάνεις πολύ σεξ είσαι «τσούλα», αν δεν κάνεις σεξ είσαι «παρθενόπη» και «έχει πιάσει αράχνες». Αν έχεις νεύρα είναι επειδή είσαι χωρίς σεξ (για να το πω κομψά) και με καλό σεξ θα στρώσεις. Η κοινωνία ελέγχει ασφυκτικά τη σεξουαλικότητα της γυναίκας. Μας υπενθυμίζει διαρκώς πως η δική μας σεξουαλικότητα παραμένει συνδεδεμένη με την τιμή και την υπόληψη της οικογένειας και όχι με την προσωπική μας ζωή και απόλαυση.

➢ Μαθαίνουμε από πολύ νωρίς ότι οι γυναίκες χωρίζονται ακόμη και σήμερα με εντελώς αυθαίρετα κριτήρια σε δύο κατηγορίες: τα κορίτσια για σπίτι (δηλαδή αυτά που συμμορφώνονται στα κυρίαρχα κριτήρια) και τα κορίτσια που κάνουν μόνο για σεξ. Ας υπενθυμίσω για άλλη μια φορά: οι ζωές των γυναικών ΔΕΝ είναι οντισιόν για να γίνουν σύζυγοι. Οι άνδρες φυσικά και δεν χωρίζονται στις ίδιες κατηγορίες.

Η Bernarda Alba, λοιπόν, είναι ένα ανδρόγυνο, η εξουσία της είναι δοτή, την ασκεί ως αντιπρόσωπος. Είναι υποκατάστατο του «πάτερ φαμίλια», της φαλλικής και πατριαρχικής εξουσίας. Στο έργο δεν εμφανίζεται κανένας ανδρικός χαρακτήρας, η ανδρική και συστημική καταπίεση, όμως, είναι διάχυτη σε όλο το έργο. Η μάνα – πατριάρχης είναι η εκπρόσωπος της συντηρητικής κοινωνίας που έχει ως σκοπό να διατηρήσει αυτά που έχει διδαχθεί και έχει υπομείνει και η ίδια από  τη μικρή της ηλικία. Θέλει να κρατήσει τις κόρες της υποταγμένες στις κοινωνικές προκαταλήψεις και υπόδουλες σε μια απάνθρωπη πραγματικότητα.

Η Bernarda είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα αυτής της τυραννικής νοοτροπίας και συμπεριφοράς. Όπως θύτες απέναντι στις άλλες γυναίκες, αλλά και θύματα, είναι όσες γυναίκες μέσα από την εσωτερικευμένη καταπίεση και τον μισογυνισμό γίνονται θεματοφύλακες πανάρχαιων στερεοτύπων και ηθικών προκαταλήψεων.

Είναι οι γυναίκες που παρακολουθούνται και επιβλέπονται από τη μικρή τους ηλικία από σύσσωμη την κοινωνία και καταλήγουν όπως στο «Πανοπτικόν» του Foucault και την ιδεώδη φυλακή του Jeremy Bentham [δηλαδή ένα κτίριο όπου οι κρατούμενοι παρακολουθούνται εν γνώσει τους παντού και πάντοτε από έναν αόρατο επιτηρητή] να εσωτερικεύουν το βλέμμα τους και να επιβλέπουν οι ίδιες τον εαυτό τους.

Λέει η Poncia για τη Bernarda «Παινεύεται πως είναι η πιο καθαρή και η πιο τίμια σ’ όλο το χωριό. Η πιο σπουδαία. Καλά έκανε ο Θεός και της πήρε το μακαρίτη – ησύχασε ο καημένος». Βροντοφωνάζει η Bernarda ότι είναι τόσο συμμορφωμένη με τα στεγανά της κοινωνίας, ώστε της αξίζει να της φερθούν καλύτερα. Το ίδιο δεν γίνεται και στη σύγχρονη κοινωνία 81 χρόνια μετά; Πολλές γυναίκες αναλαμβάνουν ρόλο φυλάκων της πατριαρχίας βάζοντας για τις άλλες γυναίκες τους ίδιους περιορισμούς που βάζουν για τους εαυτούς τους. Αυτό δεν κάνει η Bernarda Alba στις κόρες της; Λέει «Όσες στρέφουν το βλέμμα τους προς τους άνδρες είναι σα να γυρεύουν άλλα πράγματα», «Έτσι έγινε και στο σπίτι του πατέρα μου και στο σπίτι του παππού μου», «Αυτή είναι η μοίρα της γυναίκας», «Να του μιλάς άμα σου μιλάει, να τον κοιτάς άμα σε κοιτάει».

Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο του εσωτερικευμένου μισογυνισμού και οι κοινωνιολόγοι εδώ και δεκαετίες προσφέρουν ερμηνείες για το γεγονός ότι ο καταπιεσμένος συμμετέχει στο σύστημα καταπίεσής του, οι οποίες έχουν αποδοθεί με όρους όπως «ψευδής συνείδηση», «ηγεμονία» κλπ. Όλοι γνωρίζουμε τα λεγόμενα «cool girls», αυτά που προσπαθούν υπερβολικά για να πουν ότι τα πάνε καλύτερα με τους άνδρες παρά με τις γυναίκες. Που αποφεύγουν το «δράμα», αλλά δεν έχουν πρόβλημα να κριτικάρουν άλλες γυναίκες -μεμονωμένα ή ως φύλλο- παρέα με τους άνδρες.

Δεν παραπονιούνται για τον καθημερινό μισογυνισμό ή τα σεξιστικά αστεία. Υπάρχει αυτή η ιδέα πως αν αποστασιοποιηθείς από τις άλλες γυναίκες, όχι μόνο θα «διαλέξουν» εσένα, αλλά θα σου συμπεριφερθούν με τον ίδιο σεβασμό που δείχνουν στους φίλους τους. Είναι όπως είπαμε και πάλι το φαινόμενο «εγγύτητα στην εξουσία» (‘proximity to power’) που συμβαίνει και στην ταξική πάλη: η ιδέα πως η εναρμόνιση με το πρόσωπο ή την ομάδα που κατέχει την εξουσία, θα σου δώσει πρόσβαση στην εξουσία αυτή.

Όταν οι γυναίκες μειώνονται σε στερεότυπα, δεν έχει νόημα να λέμε στις γυναίκες να μην ταιριάζουν στα στερεότυπα αυτά, γιατί τότε είναι σαν να κατηγορούμε τις γυναίκες αυτές για την καταπίεσή τους. Γι’ αυτό πρέπει να καταλάβουν ότι όταν μειώνουν μια άλλη γυναίκα για την σεξουαλική της αυτοδιάθεση, για την εμφάνισή της, για τις εν γένει επιλογές της που δεν εναρμονίζονται με τα κοινωνικά στερεότυπα, δεν θα κερδίσουν το σεβασμό των ανδρών ή της κοινωνίας, αλλά σκάβουν μόνες τους το λάκκο τους, συνεισφέροντας στη μιζέρια τόσο των άλλων γυναικών, όσο και στη δική τους.

Η λογική «εγώ δεν είμαι σαν τις άλλες» είναι ακριβώς αυτό που επέτρεψε σε τόσες γυναίκες να ψηφίσουν Trump, έναν άνδρα που πιστεύει ότι πρέπει να πιάσεις τις γυναίκες «από τα γεννητικά τους όργανα». Απλά θεωρούν ότι αυτό είναι κάτι που αξίζει στις άλλες γυναίκες που δεν έχουν σωστή συμπεριφορά. Λύνουν έτσι τη γνωστική ασυμφωνία εξαιρώντας τον εαυτό τους.

Φωνάζει η Bernarda Alba «Όποια γυναίκα χάνει την τιμή της, πρέπει να πληρώνει», «Βάλτε της κάρβουνα εκεί που αμάρτησε», «Σκοτώστε τη, σκοτώστε τη». Οι γυναίκες αυτές θεωρούν πως αν παίξουν με τους κανόνες, οι άνδρες και η κοινωνία θα τους πάρουν στα σοβαρά, αγνοώντας πως συμμετέχουν έτσι σε ένα σύστημα που τις υποτιμά όλες μαζί ως ομάδα και πως οι κανόνες αυτοί είναι τόσο αυθαίρετοι που δεν μπορείς ούτως ή άλλως να παίξεις και να κερδίσεις.

Πόσο ανατριχιαστική εκείνη η ιαχή της Bernarda «Σκοτώστε τη, σκοτώστε τη» για μια άλλη γυναίκα, που φθάνει μέχρι τις μέρες μας όταν ακούμε και τις ίδιες τις γυναίκες ότι δεν φταίει ο βιαστής για τον βιασμό, αλλά ο τρόπος που ντύνεται η γυναίκα. Ότι πρέπει να επιτελούμε σωστά τη στερεοτυπική μας θηλυκότητα, αλλιώς θα στερηθούμε την αγάπη των ανδρών. Ότι πρέπει η σεξουαλικότητά μας να είναι γεμάτη ενοχές και υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της κοινωνίας και αν παρεκκλίνεις από εκεί, όχι μόνο δε θα ανταμειφθείς με γάμο και παιδιά, αλλά θα γίνεις και στόχος επιθέσεων.

Το είδος αυτό γυναίκας όταν θα γίνει μάνα δεν θα παραλείψει να βάλει «όρια» στις κόρες της, θα ξεχάσει όμως να βάζει όρια στους γιούς της σχετικά με τη συγκατάθεση, την αντικειμενικοποίηση και την παραβίαση του γυναικείου σώματος. Ο τρόπος που τα ίδια τα θύματα του βιασμού, αλλά και οι μητέρες τους κατηγορούνται για το έγκλημα, δείχνει το πώς οι γυναίκες καλούνται να είναι και φύλακες της ηθικής και των ανδρών, καθώς οι ίδιοι δεν θεωρούνται ότι φέρουν κάποια ευθύνη, αφού είναι έρμαια των ορμών τους, πράγμα ειρωνικό αν σκεφτούμε πως σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις στην ιστορία προβάλλονταν οι άνδρες ως οι ορθολογιστές σε αντίθεση με τις συναισθηματικές και όχι λογικά σκεπτόμενες γυναίκες.

Μαθαίνοντας στα κορίτσια να είναι «σεμνά» και να μην προκαλούν, αντί να διδάξουμε στους άνδρες να μη βιάζουν, είναι ακριβώς ο πυρήνας της κουλτούρας του βιασμού. Είναι συγκλονιστική η στιγμή που διαπιστώνεις ότι λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από το 1936 μέχρι το 2017. Λέει η Poncia «Όμως, έπρεπε να κρατήσει τη θέση της και να μην του δίνει θάρρος, γιατί ο άνδρας -πώς να το κάνουμε;- είναι άνδρας».  

Όπως βλέπουμε, η συστημική καταπίεση της γυναίκας διατρέχει τους αιώνες και αισίως προσγειώνεται στο 2017 με οπισθοπορεία. Στα πρώτα τερατουργήματα του Τραμπ συγκαταλέγεται η απαγόρευση χρηματοδότησης διεθνών μη κυβερνητικών οργανώσεων που παρέχουν βοήθεια και ενημέρωση σχετικά με την άμβλωση, όταν σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας περισσότερες από 21 εκατ. γυναίκες το χρόνο υποβάλλονται σε μη ασφαλείς αμβλώσεις και αντιστοιχούν στο 13% των περιστατικών μητρικής θνησιμότητας.

Στην Πολωνία ψηφίστηκε νόμος που απαγορεύει την άμβλωση ακόμα κι αν κινδυνεύει άμεσα η ζωή της μητέρας, ακόμη και αν το παιδί που θα γεννηθεί θα έχει σοβαρές γενετικές ανωμαλίες. Η παράλληλη κυβέρνηση της Λιβύης, που ελέγχει εδάφη στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, αποφάσισε να απαγορεύσει στις γυναίκες κάτω των 60 ετών να ταξιδεύουν στο εξωτερικό μόνες τους. Προκειμένου να ταξιδέψουν σε μια άλλη χώρα, οι γυναίκες θα πρέπει να συνοδεύονται από έναν άνδρα “κηδεμόνα”, έναν “μοχράμ”. Σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, τη σαρία, ο “μοχράμ” μπορεί να είναι ο σύζυγος της γυναίκας ή ένας ενήλικος άνδρας με τον οποίο δεν επιτρέπεται να παντρευτεί, όπως για παράδειγμα ο πατέρας της, ο γιος της ή ο αδελφός της.

Τα παραδείγματα είναι άπειρα , τόσο στον δυτικό πολιτισμό που οπισθοπορεί πλέον ανενδοίαστα, όσο φυσικά και στις υπόλοιπες χώρες όπου ανέκαθεν η γυναίκα δεν είχε την παραμικρή ανθρώπινη αξία. Εγώ θα αρκεστώ να αναφέρω ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης εκτιμά ότι μία στις τρεις γυναίκες ενδέχεται να κακοποιηθεί και να βιαστεί κατά τη διάρκεια της ζωής της, που αριθμητικά παραπέμπει στο ένα δισεκατομμύριο γυναίκες στο πλανήτη.

Δυστυχώς, έχουμε αρχίσει να μην εκπλησσόμαστε για τίποτα. Υπάρχει μία αναφορά του Καμύ στην «πανούκλα» που έλεγε ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από την πανούκλα . Να την συνηθίσεις. Δεν πρέπει να τους επιτρέψουμε , να μας πείσουν ή να το συνηθίσουμε , ότι η πανούκλα τους είναι μια κανονικότητα.

  • Το ίδιο κοινωνικό φαινόμενο αναπαράγεται και στις μικρότερες κοινωνικές δομές. Για παράδειγμα στην οικογένεια υπό τη μορφή της ενδοοικογενειακής βίας.

Στις Η.Π.Α. το 30%  των ανθρωποκτονιών αποδίδεται σε συζυγικές διενέξεις, ενώ στις πρώτες θέσεις χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά κακοποιημένων γυναικών συγκαταλέγεται η Ιαπωνία (77%) και η Τουρκία (60%).

Στην Ευρώπη προκύπτει ότι το 98% των θυμάτων της ενδοοικογενειακής βίας είναι γυναίκες και ότι μία στις πέντε γυναίκες  έχει πέσει θύμα ξυλοδαρμού από το σύζυγό ή το σύντροφό της τουλάχιστον μία φορά στη ζωή της. Αναφέρω ενδεικτικά ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το 25% των γυναικών έχει υποστεί σωματική κακοποίηση από τον τωρινό ή τον πρώην σύζυγο κάποια στιγμή της ζωής της, ενώ στη Ρωσία σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας της Ρωσίας, κάθε μία ώρα πεθαίνει μία γυναίκα μετά από κακοποίηση του συζύγου ή του συντρόφου της. Από την ίδια αιτία , καθημερινά πεθαίνουν έξι παιδιά.  Εν τούτοις, τον περασμένο Δεκέμβρη του σωτηρίου έτους του 2016 η βουλευτής  Έλενα Μιζουλίνα, γνωστή για την προώθηση εχθρικών νόμων προς τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ζήτησε από τον Πούτιν να δηλώσει δημόσια την στήριξή του στην αποποινικοποίηση της ενδοοικογενειακής βίας και ο Πρόεδρος ανταποκρίθηκε , επισπεύδοντας τις διαδικασίες ψήφισης του νόμου.

Όπως γίνεται αντιληπτό η ενδοοικογενειακή βία είναι τρομοκρατία με περισσότερα θύματα. Aπλώς για τα θύματα αυτά επιφυλάσσεται πολύ λιγότερο budget για να θεραπεύσει τα τραύματά τους που είναι ακριβώς τα ίδια με των θυμάτων της τρομοκρατίας. Κατά τον ίδιο τρόπο οι γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας υποφέρουν για τα υπόλοιπα χρόνια τους, αν όχι μέχρι το τέλος της ζωής τους, από αισθήματα συνεχούς φόβου, τεταμένης προσοχής, ελλιπούς ασφάλειας, όπου και αν πάνε, μηδενικής αυτοεκτίμησης και προσωπικής ανεπάρκειας. Είναι ακριβώς τα συμπτώματα στα οποία στοχεύουν οι τρομοκράτες ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΟΙ ΚΑΚΟΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΟΥΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΕΡΑ.

Σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ενδοοικογενειακή βία,  βιασμός, η σεξουαλική παρενόχληση, το trafficking, η πορνεία, δεν αφορά κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, κάποιον συγκεκριμένο πολιτισμό ή χώρα αλλά μας αφορά όλες και όλους. Κάθε γυναίκα, λόγω του φύλου της, κινδυνεύει να γίνει θύμα ψυχολογικής, σωματικής, σεξουαλικής βίας, ανεξάρτητα από το πόσο μορφωμένη, πόσο επιτυχημένη ή πόσο εύπορη είναι. Και βέβαια, ο κίνδυνος πολλαπλασιάζεται αν η γυναίκα είναι μετανάστρια, πρόσφυγας, ανάπηρη ή άνεργη.

Το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας είναι διαπολιτισμικό, διαχρονικό και διαταξικό, αποτελεί, δε, το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της άνισης κατανομής της εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Γι’ αυτό μέχρι σήμερα εξακολουθούμε με αυξανόμενο μάλιστα ρυθμό να ακούμε αστεία για την έμφυλη βία και ότι φταίμε εμείς οι γυναίκες που είμαστε παράλογες και ανεξήγητα περίπλοκες, χαρακτηρίζοντας οποιοδήποτε παράπονο, ως γκρίνια που εκνευρίζει τον άνδρα και καταφεύγει στο ξύλο. Δηλαδή, εμείς φταίμε που τους προκαλούμε και με αυτή τη κυκλική λογική η γυναίκα φταίει που τρώει ξύλο, επειδή προκάλεσε αλλά ταυτόχρονα φταίει που δεν σηκώνεται να φύγει παρόλο που δεν έχει λόγο να φύγει γιατί αυτή φταίει που έφαγε ξύλο. Κλασσική κυκλική πατριαρχική λογική.

Μέχρι να αλλάξουν όλα αυτά, βασανιστικά, αργά και επώδυνα, η Πολιτεία έχει υποχρέωση να τιμωρεί τους δράστες και η κοινωνία έχει υποχρέωση να στέκει αλληλέγγυα στα θύματα. Από την τριακονταετή εμπειρία μου ως Δικηγόρος, έχω δει πολλά θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό που θυμάμαι μέχρι σήμερα είναι ζευγάρι, μάλιστα με δράση στον  αντιφασιστικό χώρο, με πανεπιστημιακές περγαμηνές και οι δύο,  ο άντρας, δε, με θεωρητικό λόγο κατά της βίας και συγγραφή πολλών βιβλίων ενάντια σε κάθε μορφής βίας. Όταν με επισκέφτηκε  η γυναίκα πλέον ως πελάτισσά μου, δεν πίστευα στα αυτιά μου. Το ίδιο δύσπιστη  ήταν και εκείνη «πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό σε μένα». Γιατί θέλουμε να πιστεύουμε πως σε χώρους προοδευτικούς, αριστερούς, μορφωμένους αυτά δεν συμβαίνουν.

Όλα ξεκίνησαν με μικρές πράξεις συναισθηματικής και ψυχολογικής βίας, ανεπαίσθητα βήματα αποκλεισμού της από φίλους, οικογένεια, πλαίσιο στηρίξεως, κλιμάκωση της συναισθηματικής και ψυχολογικής βίας και τέλος σωματική βία.

Μετά αρχίζεις και σκέφτεσαι αν φταις εσύ. Αν θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι να το αποφύγεις. Υπάρχει και αυτό το πρόβλημα.

Συνήθως στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, το θύμα καταλήγει να απομακρύνεται από τη πρότερη ζωή του - χάνει δουλειά, φίλους, σπίτι, αντικείμενα, σχέσεις – ενώ ο δράστης εξακολουθεί ομαλά την πραγματικότητά του. ΔΕΝ ΒΙΩΝΕΙ ΚΑΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΗΜΙΑ.  Το λέει και η Μαρτίριο στο έργο. «Γιατί οι άντρες τις κουκουλώνουνε μεταξύ τους αυτές τις βρομοδουλειές και κανένας δεν μπορεί να τους καταγγείλει.»

Στην περίπτωση της φίλης μου, οι άνθρωποι του στενού περιβάλλοντός της, ισχυρίζονταν πως «αυτό που έκανε, μεν, είναι απαράδεκτο, αλλά κατά βάθος είναι καλός άνθρωπος». 

Ας μην αναρωτιόμαστε, λοιπόν,  γιατί ακόμη και σήμερα υπάρχουν τόσα πολλά κρούσματα βίας. Υπάρχουν γιατί ο κοινωνικός περίγυρος μένει (σχεδόν) πάντα σιωπηλός.  Η κοινωνική ρετσινιά , η ντροπή και οι ενοχές πέφτουν πάντα στο θύμα.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να μη κατηγορούμε ποτέ το θύμα. Μη ρωτάς το θύμα τι έκανε, μη συζητάς αν φταίει ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΤΕ ΤΟ ΘΥΜΑ Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΑΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ.

Θα έπρεπε να ντρεπόμαστε ως κοινωνία γιατί, εκτός από κάποιες κινητοποιήσεις φορέων, η ίδια η κοινωνία δεν δείχνει όση αλληλεγγύη απαιτείται για την αντιμετώπιση του φαινομένου.

Όταν βρισκόμαστε σε παρέες, πρέπει να μιλάμε και να αντιδρούμε σε σχόλια, που υπό του μανδύα του αστείου ενδυναμώνουν ή κανονικοποιούν τη βία. Κι ας μας χαρακτηρίζουν ξενέρωτες/ους, χωρίς χιούμορ κτλ. Είναι δυσάρεστη διαδικασία αλλά μακροχρόνια είναι εξαιρετικά χρήσιμη.

  • Στην Ελλάδα ψηφίστηκε, ως συνήθως καθυστερημένα, ο νόμος 3500/2006 παρά το ότι οι κοινωνικές συνθήκες πίεζαν εδώ και πολλές δεκαετίες για την θέσπιση του νόμου της ενδοοικογενειακής βίας. Η θέσπισή του, όμως, έγινε μόνο όταν επιβλήθηκε ως διεθνής υποχρέωση της χώρας μας και σαφώς δεν πρόκειται για διανοητική κατασκευή in vitro.

Κατ’ αρχάς ας αρχίσουμε με τα θετικά:

1) Επελέγησαν για να υπαχθούν στην έννοια της ενδοοικογενειακής βίας μόνο οι σοβαρότερες και επαχθέστερες  μορφές βίας. Αντιθέτως, για τις ήσσονος βαρύτητας (λ.χ. για την λεκτική βία ή για ασήμαντες ή πολύ ελαφριές σωματικές κακώσεις) ισχύουν οι κοινές διατάξεις.

2) Πρωτοποριακή είναι η αντιμετώπιση των ανηλίκων ως θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, ακόμα και όταν οι σχετικές πράξεις δεν στρέφονται άμεσα εναντίον τους αλλά απλώς τελούνται ενώπιόν τους. Για τον λόγο αυτό θεωρείται διακεκριμένη παραλλαγή του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βίας, όταν διαπράττονται οι πράξεις ενώπιον ανηλίκων μελών (άρθρο 6 παρ. 3)

3) Πρωτοποριακή είναι η δια του παρόντος νόμου εισαγωγή στο ποινικό σύστημα της χώρας μας του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης εφόσον τα εγκλήματα έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα.

4) Για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται ως έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας ο εξαναγκασμός σε ερωτική πράξη της συζύγου ή της συντρόφου χωρίς την ελεύθερη βούλησή της. Είναι εξοργιστικό ότι στη χώρα μας ο συζυγικός βιασμός εθεωρείτο καθόλα νόμιμος ενώ στις ΗΠΑ έχει απαγορευθεί ήδη από τα μέσα του 1970!

5) Η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας συνιστά πλέον τεκμήριο κλονισμού γάμου.

6) Υποχρεώνει τις αρχές σε αυτεπάγγελτη δίωξη όχι μόνο των κακουργημάτων αλλά και όλων των πλημμελημάτων της ενδοοικογενειακής βίας, πράγμα που σημαίνει ότι οι αρχές είναι υποχρεωμένες να κινήσουν την διαδικασία ανεξαρτήτως της διαβάθμισης του εγκλήματος και ανεξαρτήτως αν το θύμα επιθυμεί ή όχι να καταγγείλει το έγκλημα. Άρα, οποιοσδήποτε φορέας δημόσιος ή ιδιωτικός παραδείγματος χάριν νοσοκομείο, συμβουλευτικά κέντρα κ.ά. υποχρεούνται να προβούν σε καταγγελία αλλιώς θεωρούνται ότι υποθάλπουν το έγκλημα. Το άρθρο 231 προβλέπει μέχρι τρία χρόνια για υπόθαλψη. Συνεπώς, όσοι γνωρίζουν και δεν μιλούν κινδυνεύουν με φυλάκιση.

7) Υποχρεώνει εκπαιδευτικούς σε ενημέρωση των αρχών μέσω του Διευθυντή της Σχολικής Μονάδας.

Ο νόμος κινείται μεν προς την σωστή κατεύθυνση, εντούτοις χρήζει κριτικής που συνίσταται στο ότι:

  1. 1. Στην έννοια της οικογένειας δεν περιλαμβάνονται πρόσωπα που δεν συνοικούν αλλά έχουν ερωτική σχέση ενώ υπάρχει ακόμα ισχυρή αμφιβολία για το αν περιλαμβάνονται στις διατάξεις αυτές και οι ομόφυλοι που έχουν υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης.

Υπάρχει όμως και η «σχεσιακή βία, dating violence» και κυρίως η σχεσιακή βία των ανηλίκων που είναι  εμφανής σε πολλαπλά επίπεδα.  Σε σχετική έρευνα των Η.Π.Α απεκαλύφθη ότι το ένα τρίτο των εφήβων κακοποιούνται από τους συντρόφους τους. Ποσοστό πολύ υψηλό αν σκεφτούμε ότι το 70% των εφήβων βγαίνουν ραντεβού ή κάνουν σχέσεις.

Τα καλούπια της βίας εγκαθίστανται νωρίς. Κι αυτά είναι bad news διότι σύμφωνα με έρευνες η δριμύτητα της ενδοοικογενειακής βίας είναι πολλές φορές μεγαλύτερη στις περιπτώσεις που το μοτίβο της κακοποίησης εγκαταστάθηκε στην εφηβεία και τότε δεν δώσαμε σημασία.

  1. 2. Ο νόμος ρητά τονίζει στο άρθρο 2 ότι η άσκηση της βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται. Αυτή η πρόβλεψη θα μπορούσε να είναι εξαιρετική αν άφηνε το ενδεχόμενο να συμπεριληφθεί πραγματικά οποιαδήποτε μορφή ενδοοικογενειακής βίας ακόμα κι αν δεν το προέβλεπε ρητώς ο νόμος. Όμως, η διάταξη έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 1 που ορίζει συγκεκριμένες μορφές βίας. Η βία παίρνει πολλές μορφές που πρέπει να τις αναγνωρίζουμε έστω και αν δεν συμπεριλαμβάνονται ρητώς στο νόμο και γι’ αυτό πρέπει να ζητήσουμε την τροποποίησή του, όπως η συναισθηματική κακοποίηση, με ψυχολογική και λεκτική βία, η οικονομική βία, δηλαδή η παρακράτηση εισοδημάτων πάσης φύσεως -ένα πολύ συχνό φαινόμενο στην Ελληνική κοινωνία. Πολλές γυναίκες αφήνουν όλο τον έλεγχο των οικονομικών τους στο σύντροφό τους, πράγμα που συνεπάγεται πολύ μεγάλη δύναμη, έλεγχο και εξάρτηση.

Εν προκειμένω, στη Μπερνάρντα Άλμπα βλέπουμε σχεδόν όλες τις παραπάνω μορφές της ενδοοικογενιακής βίας: Φυσική κακοποίηση, λεκτική βία, ψυχολογική βία από τη Μάνα πατριάρχη προς τα παιδιά, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι αναπαραγωγή της ήδη εισπραχθείσας βίας από το πατέρα προς τη Μάνα. Δηλαδή, ανακύκλωση και αναπαραγωγή.

 

  • Ας έλθουμε στο θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας που επίσης αποτυπώνεται το έργο του έργο του Λόρκα.

 

Η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας, φυσικά, είναι πιο παλιά και από τις πέτρες. Η ίδια η υπηρέτρια στο έργο λέει αγανακτισμένη για τον πεθαμένο Εργοδότη της: «Τώρα πια δεν θα ‘ρχεσαι να μου σηκώνεις τις φούστες και να με χουφτώνεις στο φράχτη της πίσω αυλής σου».

Η παρενόχληση στο χώρο εργασίας είναι ένα φαινόμενο ιδιαίτερα σοβαρό, με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για τον εργαζόμενο, την επιχείρηση, την κοινωνία (μάλιστα με πολλαπλασιαστικές κοινωνικές συνέπειες) και την οικονομία. Η νομική θωράκιση του παρενοχλούμενου εργαζομένου δείχνει πλέον ικανή, αν και αρχικά έδειχνε να είναι ατελής, ενόψει των δυσκολιών του θύματος να αντεπεξέλθει στο βάρος απόδειξης της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται και έχουν πράγματι συμβεί. Οι αποδεικτικές δυσχέρειες, ώστε να στοχοποιηθούν ως θύτες κάποιοι εργοδότες ή συνάδελφοι ή τρίτοι, έπαψαν.

Η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται από την υφιστάμενη νομοθεσία ως «δυσμενής διάκριση» σε βάρος των εργαζομένων και γι’ αυτό απαγορεύεται ρητά. Μάλιστα, ο Ν 3896/2010, όπως, άλλωστε, οι κάθε είδους απαγορεύσεις, έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία διέπει την αμοιβή και τις λοιπές μισθολογικές παροχές .

Έτσι, το πεδίο δράσης της απαγόρευσης περί σεξουαλικής παρενόχλησης εντοπίζεται σε όλο το φάσμα της εργασιακής σχέσης: από την πρόσβαση στην εργασία και την επαγγελματική εξέλιξη, έως τη λύση της. Μάλιστα κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 1 Ν. 3896/2010, η απαγόρευση καταλαμβάνει και την επαγγελματική κατάρτιση, όπως επίσης την εκπαίδευση με σκοπό την απασχόληση (vocational training). Επίσης, απαγορεύεται, κατ’ άρθρο 11 παρ. 1 Ν 3896/2010, κάθε μορφής άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου (στην οποία εντάσσεται και η σεξουαλική παρενόχληση) όσον αφορά στους όρους πρόσβασης στη μισθωτή ή μη απασχόληση ή γενικά στην επαγγελματική ζωή, περιλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ανεξαρτήτως του κλάδου δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας. Ομοίως, το βεληνεκές της απαγόρευσης, κατά τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, καταλαμβάνει δημοσιεύσεις, αγγελίες, διαφημίσεις, προκηρύξεις, εγκυκλίους και κανονισμούς, που αφορούν σε επιλογή προσώπων για την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας, την παροχή εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης ή τη χορήγηση επαγγελματικών αδειών.

Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 12 Ν. 3896/2010, επιλήψιμη κρίνεται και η παρενόχληση που επενεργεί στις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας, στις προαγωγές, καθώς και στον σχεδιασμό και την εφαρμογή συστημάτων αξιολόγησης προσωπικού.

Η προστασία, εξάλλου, έναντι αντιποίνων ρυθμίζεται δυνάμει του άρθρου 14 Ν. 3896/2010, το οποίο (στο δεύτερο εδάφιό του) απαγορεύει την καταγγελία ή την με οποιονδήποτε τρόπο λύση της σχέσεως εργασίας και της υπαλληλικής σχέσης, καθώς και κάθε άλλη δυσμενή μεταχείριση, όταν συνιστά εκδικητική συμπεριφορά του εργοδότη, λόγω μη ενδοτικότητας του εργαζομένου σε σεξουαλική ή άλλη παρενόχληση σε βάρος του, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 2 Ν. 3896/2010.

Ομοίως, κατά την ίδια διάταξη (και ειδικότερα κατά το τρίτο εδάφιό της), επίψογη κρίνεται και η καταγγελία ή η με οποιονδήποτε τρόπο λύση της σχέσεως εργασίας και της υπαλληλικής σχέσης, όπως επίσης και κάθε άλλη δυσμενής μεταχείριση, όταν γίνεται ως αντίδραση του εργοδότη, ή υπεύθυνου για επαγγελματική κατάρτιση, σε διαμαρτυρία, καταγγελία, μαρτυρία ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προσώπου εργαζομένου επαγγελματικά καταρτιζόμενου, ή εκπροσώπου του, στο χώρο της επιχείρησης ή επαγγελματικής κατάρτισης, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής, η οποία είναι σχετική με την εφαρμογή του Ν. 3896/2010.

Τέλος, η σεξουαλική παρενόχληση ενδέχεται να εκδηλωθεί στον πραγματικό χώρο εργασίας, εντός και εκτός του χώρου εργασίας, αλλά σε συνάρτηση με την παροχή εργασίας, όπως επίσης στον εικονικό χώρο εργασίας, π.χ. με mail και όποια άλλα μέσα ηλεκτρονικής μορφής.

Τα υποκειμενικά όρια της απαγόρευσης περί σεξουαλικής παρενόχλησης προσδιορίζονται στο άρθρο 17 Ν 3896/2010 . Έτσι, οι εκφάνσεις του δίπτυχου ποιος μπορεί να παρενοχληθεί (θύμα) και από ποιον (θύτης) ποικίλουν : αυτοί που αναζητούν εργασία ενδέχεται να παρενοχληθούν από τον υποψήφιο εργοδότη, τους υπαλλήλους του που διενεργούν τις διαδικασίες επιλογής και πρόσληψης, τους διενεργούντες τις διαδικασίες πρόσληψης ως γραφείο επιλογής προσωπικού (ιδιωτικά γραφεία εύρεσης εργασίας). Αυτοί που ήδη εργάζονται ενδέχεται να παρενοχληθούν από τον εργοδότη, συναδέλφους τους, όπως επίσης αυτοί που λαμβάνουν επαγγελματική εκπαίδευση ή είναι υποψήφιοι για επαγγελματική εκπαίδευση οποιουδήποτε είδους και μορφής, από αυτούς που παρέχουν την εκπαίδευση (και τους υπαλλήλους τους), όπως είναι για παράδειγμα ο ΟΑΕΔ κ.λπ. Ομοίως, υποψήφιοι και εργαζόμενοι μπορεί να παρενοχληθούν από πελάτες ή συνεργάτες εργοδότη ή γραφείου επιλογής προσωπικού ή εκπαιδευτή, ενώ, μέλη σωματείων μπορεί να παρενοχληθούν σεξουαλικά από τα όργανα σωματείου ή άλλα μέλη του σωματείου. Τέλος, όλοι όσοι μπορεί να παρενοχλήσουν ενδέχεται να ανήκουν τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Οι μορφές παρενόχλησης ποικίλουν: από ήπιες συμπεριφορές μέχρι σοβαρά ποινικά αδικήματα. Ως τέτοιες, μεταξύ πολλών άλλων περιπτώσεων, συγκαταλέγονται: α) όλες οι μορφές «περιποιήσεων» ή προτάσεων μη επιθυμητών συγκεχυμένης σεξουαλικότητας που προκαλούν αδιέξοδο ή φόβο και που είναι ικανές να απειλήσουν την ηρεμία και την εργασία του εργαζόμενου, β) περιττά αγγίγματα ή τσιμπήματα στο σώμα του εργαζόμενου με στόχο την επίθεση ή την πίεση για σύναψη σεξουαλικών σχέσεων, ενώ, ποικίλες συμπεριφορές αυτού του είδους (αν εκδηλωθούν στο δρόμο μεταξύ αγνώστων) αποτελούν ποινικό αδίκημα, γ) με λέξεις π.χ. με ανεπιθύμητες ερωτικές και ανήθικες προτάσεις ή πίεση για σεξουαλικές πράξεις ή συνεχείς προτάσεις για κοινωνική δραστηριότητα, εντός του εργασιακού χώρου, ενώ έχει γίνει σαφές ότι οι προτάσεις αυτές είναι ανεπιθύμητες, με ενοχλητικό φλερτάρισμα, άσεμνες παρατηρήσεις, υπονοούμενα ή αισχρά σχόλια, δ) με επίδειξη πορνογραφικών περιοδικών ή άσεμνων εικόνων, αντικειμένων ή γραπτού υλικού, με πονηρά βλέμματα, σφυρίγματα ή άσεμνες χειρονομίες. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να κάνει τους εργαζόμενους να αισθανθούν αμηχανία ή φόβο και υποβιβάζει τη θέση των παρενοχλούμενων που επιζητούν να αντιμετωπίζονται από τους συναδέλφους τους με επαγγελματική αξιοπρέπεια, ε) με συμπεριφορά που έχει σχέση με το φύλο του θύματος, π.χ. με συμπεριφορά που δυσφημεί ή γελοιοποιεί ή είναι εκφοβιστική ή ενοχλητική για τον εργαζόμενο, με ταπεινωτικές ή εξευτελιστικές προσβολές ή υβριστικές πράξεις που συνδέονται με το φύλο ή με ενοχλητικά σχόλια σχετικά με την εμφάνιση ή το ντύσιμο του εργαζόμενου.
Άλλωστε,  κάθε πράξη που συνιστά παρενόχληση ενδέχεται να στοιχειοθετεί το ποινικό αδίκημα του 337 ΠΚ ή να πληροί τη νομοτυπική μορφή κάποιου άλλου ποινικού αδικήματος (π.χ. εξύβρισης, βιασμού κ.λπ.  .

Είναι πρωτοποριακό ότι ο σύγχρονος νομοθέτης αποφάσισε, με το άρθρο 24 παρ. 1 Ν 3896/2010 , για διαφορές σεξουαλικής παρενόχλησης την αντιστροφή του κανόνα περί κατανομής του βάρους απόδειξης. Τούτο σημαίνει ότι ο παρενοχλών φέρει το βάρος να αποδείξει στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, ρύθμιση η οποία απαλλάσσει το θύμα από την απόδειξη.

Συνεπώς, μόνο επιδοκιμασίας μπορεί να τύχει η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 1 Ν 3896/2010, αφού είναι απόλυτα συντονισμένη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και ιδεώδη.

Το 2011, το Συμβούλιο της Ευρώπης άνοιξε για υπογραφή την Σύμβαση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (η γνωστή και ως Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης). Πέντε χρόνια μετά το άνοιγμα για υπογραφή, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης έχει κυρωθεί από μόνο 20 από τα 47 κράτη μέλη και όχι από την Ελλάδα η οποία την υπέγραψε μεν, δεν την κύρωσε δε.

Η Σύμβαση προβλέπει ότι «τα Κράτη Μέλη θα πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την προώθηση αλλαγών στους κοινωνικούς και πολιτιστικούς τρόπους συμπεριφοράς γυναικών και ανδρών με στόχο την εξάλειψη των προκαταλήψεων που βασίζονται στην ιδέα της κατωτερότητας των γυναικών». 

Έτσι, από την πιο πάνω σύμβαση υποχρεώνονται οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς π.χ ΜΜΕ να χρησιμοποιούν πολιτικά ορθή γλώσσα, να μην ταυτοποιούν/ χαρακτηρίζουν την γυναίκα από τον σύζυγο ή τον πατέρα της, να σταματήσουν την διαπόμπευση των γυναικών, όπως έγινε με τις 27 οροθετικές γυναίκες και τα θύματα trafficking και να σταματήσουν την προβολή σκηνών ενδοοικογενειακής βίας, ως κανονικών και την διαιώνιση υποτιμητικών στερεοτύπων και προσβλητικών αντιμετωπίσεων της γυναίκας.

-//-

Σε κάθε περίπτωση είναι λεπτές οι ισορροπίες στην σεξιστική  ρητορική μίσους και επειδή πιστεύουμε στην ελευθερία του λόγου, ο στόχος μας δεν είναι να σιγάσουμε διοικητικά και ποινικά όλες τις σεξιστικές και πατριαρχικές φωνές , δεν είναι η καταστολή, αλλά η εκπαίδευση και η ανάπτυξη πολιτικού λόγου κόντρα σε αυτές τις φωνές, διότι παραβιάζουν τα δικαιώματα των γυναικών, καταστρατηγούν την ισότητα, ενισχύουν τις διακρίσεις και τη βία κατά των γυναικών και οδηγούν την κοινωνία σε αντίστροφη πορεία οπισθοδρόμησης.

Το ιστορικό στοίχημα της μάχης κατά του Φασισμού που αναβιώνει σε κάθε ευκαιρία και με κάθε αφορμή, δεν χάθηκε ακόμα, είναι μια αέναη πάλη άλλοτε με πισωπατήματα και άλλοτε με φοβισμένα βήματα μπροστά. Στο χέρι μας είναι να παλέψουμε τον εσωτερικευμένο Φόβο και να διεκδικήσουμε την Ελευθερία. Δεν υπάρχει, όμως, κάτι που να λέγεται ελευθερία για ένα μόνο άτομο. Η αντίληψη της ελευθερίας των αστικών δημοκρατιών ήταν ανέκαθεν μια περιοριστική ελευθερία. Μία ελευθερία που αναγνωρίζεται μόνο στις ελίτ της τάξης, της φυλής και του φύλου. Μια ελευθερία που αποκτά την αξία της , ακριβώς επειδή είναι βασισμένη στην εξουσία της άσκησης αποκλεισμών. Αυτή την ελευθερία θέλουμε για τα παιδιά μας;