Δικηγορικό Γραφείο

Α. Επιστημονική ανεπάρκεια

Οι τελευταίες τροποποιήσεις του ΠΚ μάς έδειξαν ,κατά τρόπο απόλυτο, ότι η πολιτική ηγεσία όχι μόνο δεν προτίθεται να πάρει κανένα ουσιαστικό μέτρο για την έμφυλη βία , αλλά αλλοιώνει για άλλη μία φορά τα πορίσματα των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών.

Ο νομικός κόσμος ντράπηκε από την ομολογία μελών της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (μεταξύ αυτών και του προέδρου της, κ. Μαργαρίτη), που επεξεργάστηκαν τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες, ότι η κυβέρνηση τους χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει τις αλλαγές που εκείνη ήθελε! Η εργαλειοποίηση αυτή των νομικών επιστημόνων για την παραπλάνηση της κοινής γνώμης (ότι δήθεν παίρνει τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη των εγκλημάτων) έγινε για να μεταβολίσει πιο άνετα η κοινωνία την άποψη, που κυριαρχεί στην πιο συντηρητική έκφανση της εφαρμοσμένης εγκληματολογίας, ότι δηλ. η απλή στερητική της ελευθερίας ποινή δεν λειτουργεί όσο αποτρεπτικά θα έπρεπε, ενώ η γνώση ότι από την άλλη πλευρά επικρατούν συνθήκες κόλασης, μπορεί να επιτύχει περισσότερα ποσοστά αποτροπής. Η εργαλειοποίηση των συντηρητικών κοινωνικών αντανακλαστικών στην περίπτωση των γυναικοκτονιών έγινε εσκεμμένως, προκειμένου να αποφύγει η πολιτική ηγεσία να πάρει τα άκρως αναγκαία μέτρα και να αποσυνδέσει τέτοιες πράξεις από τη γενικότερη πατριαρχική και εξουσιαστική-καπιταλιστική κοινωνία, ώστε να εμφανίζονται αποκλειστικά ως απόρροια ενός δήθεν χαλαρού ποινικού συστήματος που πρέπει να αυστηροποιηθεί. Μεταθέτει έτσι τη συζήτηση από το πραγματικό επίδικο στην κοινωνική διεκδίκηση ενός ασφυκτικού νομοθετικού πλαισίου, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί την κοινωνική οργή που έχει συσσωρευτεί και κινδυνεύει να ξεσπάσει, και να στρέψει την ολοένα και δυναμικότερη φωνή του γυναικείου κινήματος προς την κατεύθυνση της απαίτησης για πιο αυστηρό ποινικό πλαίσιο, σαν να πρόκειται κάτι τέτοιο να συντρίψει ποτέ την πατριαρχία.

Έτσι, όμως, εδραιώνεται η καταστολή σε νομοθετικά πλαίσια, χωρίς να αγγίζεται ο σκληρός πυρήνας της έμφυλης βίας, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την κοινωνική κατακραυγή με όρους φυλακής, που μας έρχεται από το μακρινό παρελθόν της δεκαετίας του 50 , καθιστώντας το σύστημα στην Ελλάδα εσκεμμένα ανεπαρκές και στεφόμενο κατά των θυμάτων σε κάθε τους βήμα.

Αλίμονο, όμως, στις κοινωνίες που φοβούνται τόσο, που προτιμούν να κάνουν το βήμα προς την «σιγουριά» του παρελθόντος, με αποτέλεσμα να τρώνε τα μούτρα τους, αφού ο χρόνος είναι αδίστακτος και δεν σταμάτησε να περιμένει κανέναν και τίποτα, ούτε για ένα δευτερόλεπτο, από την απαρχή της Ιστορίας.

Τώρα, για τις όψιμες οιμωγές των καθηγητών μας , εκτός από τη θλίψη που μας προκαλούν και τα αυτονόητα ερωτήματα για τη μη παραίτησή τους (από μία επιτροπή που έχει διαρκή χαρακτήρα) ,όταν βλέπουν την εργαλειοποίησή τους και τον εξευτελισμό που τους επιφυλάσσει η κυβέρνηση , λεκτέα τα κάτωθι:

Εάν όντας ενταγμένος μέσα σε ένα σύστημα διαπιστώσεις πως έχεις φτάσει σε ένα σημείο, όπου αν θες να κάνεις αυτό που σου υπαγορεύει η συνείδησή σου, θα πρέπει να συγκρουστείς με την αδράνεια ή με τον δόλο του συστήματος, θα πρέπει να γίνεις δυσάρεστος, θα πρέπει να υποστείς προσωπικά το κόστος της απόφασής σου, τότε τα διλήμματα δυσκολεύουν. Όταν παύεις να είσαι ο εαυτός σου και εκπροσωπείς ταυτόχρονα έναν θεσμό, έρχεται αργά ή γρήγορα η στιγμή που πρέπει να αποφασίσεις πώς θα υποδυθείς τον ρόλο σου..

Ακόμα και πριν από τον Φουκώ, γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει αμερόληπτη, πολιτικά ουδέτερη, επιστήμη , ειδικά αν μιλάμε για θέματα καταστολής , φυλακών, επανένταξης, κονδυλίων και πιστώσεων . Η ρομαντική εικόνα των νομικών θεωρητικών ως μπροστάρηδων στη διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όταν αυτά καταπατώνται βάναυσα, ως των ανθρώπων που εξερευνούν νέα μονοπάτια σκέψης για μία κοινωνία ελεύθερη και ευημερούσα, είναι μάλλον ουτοπία, αν δεν την συνδέσουμε με διυποκειμενικά κριτήρια ιδεολογικής και κοινωνικής συσχέτισης .

Δεν θα φθάσουμε στο σημείο (αν και θα έπρεπε) να θεωρήσουμε ότι μας αξίζει ένα σημείο αναφοράς και σύγκρισης, όπως ο «ντρεϊφουσάριος» διανοούμενος, ως το παράδειγμα του κοινωνικά και πολιτικά παρεμβατικού διανοούμενου των νεώτερων χρόνων. Από εκεί, όμως, μέχρι το σημείο οι πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι , της νομικής μάλιστα ,είτε να μας αφήνουν με το στόμα ανοιχτό εκπροσωπώντας τράπεζες θεσμικά είτε να ανέχονται τη εργαλειοποίησή τους από την πολιτική εξουσία ,είτε να έχουν μέτριες στήλες δημοσιογραφικής γνωμούλας, γεμάτες συντηρητικές επιγεύσεις, είναι μακρύς κι απογοητευτικός ο δρόμος.

Και όλα αυτά, σε μία περίοδο που στιγματίζεται από την έμφυλη και την αστυνομική βία, την κλιματική αλλαγή, τις πανδημίες, τις οικονομικές κρίσεις, τα χρέη, σε μία περίοδο που δεν έχουν αφήσει μια πιθαμή γης να ξαποστάσει κάποιος, να πάρει έστω μια ανάσα, η πνευματική ελίτ της χώρας μας είτε λάμπει δια της αφωνίας της , απομονωμένη αυτάρεσκα σε έναν πνευματικό αναχωρητισμό είτε ,όταν αποφασίζει να μιλήσει,ασχημονεί επάνω μας δια στόματος και δια πένας.

Έχουμε, πλέον, τον αρνητικό διανοούμενο (κατά Μπουρντιέ) οχυρωμένο στην ειδικότητα και συρρικνωμένο σε τεχνοκράτη, κλεισμένο σε ένα γυάλινο κλουβί μαζί με τους «ομοιοεπαγγελματίες»,να ναρκισσεύονται και,όταν δεν μαλώνουν,να αλληλοσυγχαίρονται.

Ο διανοούμενος ,όμως ,οφείλει να απορρίπτει τον απομονωτισμό του και να επιλέγει την κοινωνική παρέμβαση. Να προτιμά την κοινωνική ένταξη και αγωνιστικότητα και να εγκαταλείπει τη λογική της ψυχολογικής και κοινωνικής αυτοπεριθωριοποίησης. Σε καιρούς κρίσης είναι η ελπίδα και σε καιρούς ευημερίας, η άγρυπνη - ακοίμητη συνείδηση.

Ας θυμηθούμε πώς ενέπνευσε τον λαό μας η μουσική του Θεοδωράκη σε δύσκολους καιρούς , πώς έκανε την ποίηση μέρος των τραγουδιών που σιγοψιθύριζε στους τόπους δουλειάς του.
Η θέση των πνευματικών μας ταγών βρίσκεται στο πεζοδρόμιο ,όπως εύστοχα διατύπωσε ο Σαΐντ: «Εξορία σημαίνει ότι θα βρίσκεσαι πάνω στο πεζοδρόμιο και ότι τα βήματά σου ως διανοούμενου πρέπει να τα αποφασίζεις εσύ ο ίδιος, γιατί δεν μπορείς να ακολουθήσεις καμία προκαθορισμένη οδό».

Η στράτευσή τους στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, ελευθερία και αυτοπροσδιορισμό θα έπρεπε να θεωρείται βασικό στοιχείο της ύπαρξής τους. Ο πνευματικός δηλαδή άνθρωπος δικαιώνεται μόνο όταν καθίσταται παιδαγωγός της κοινωνίας και φρουρός της. Συνεπώς, η σιωπή, η ουδετερότητα και ο πνευματικός αναχωρητισμός δεν τους αρμόζουν.

Και, όπως έλεγε ο Έντσο Τραβέρσο : «Σ’ ένα "μετα-ιδεολογικό" κόσμο όπου η πολιτική τρέφεται ολοένα και λιγότερο με ιδέες, ο διανοούμενος αντικαταστάθηκε από τους "εμπειρογνώμονες" στην υπηρεσία της κυβέρνησης και από τους ειδικούς της επικοινωνίας. Σ’ αυτό το νέο τοπίο, τα κοινωνικά κινήματα έχουν μείνει ορφανά, όμως η αντιρρητική σκέψη δεν εξαφανίστηκε. Υπάρχουν τα σημάδια που αναγγέλλουν μια νέου είδους σύνδεση ανάμεσα στην παραγωγή των γνώσεων, την κριτική της εξουσίας και την πολιτική στράτευση. Ένας απολογισμός που, ταυτόχρονα, μας καλεί να επινοήσουμε το διανοούμενο του 21ου αιώνα».

Όλοι οι συλλειτουργοί της δικαιοσύνης γνωρίζουμε ή θα έπρεπε να γνωρίζουμε ότι ,όταν τα όργανα του δικαίου δρούν κατά τους ορισμούς της αδικίας, της έμφυλης βίας, του ρατσισμού κ.α ,τότε οφείλουμε να παίρνουμε θέση διακριτή και ορατή . Γιατί, όπως είπε και ο Μπράουν , οι πιο σκοτεινές γωνιές στην Κόλαση είναι φυλαγμένες για εκείνους που διατηρούν την ουδετερότητά τους σε εποχές ηθικής κρίσης.

Β. Πολιτική άρνηση

Η πολιτική και οικονομική ηγεσία φαίνεται να αδυνατεί να καταλάβει όχι μόνο τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά κυρίως τις υποχρεώσεις της απέναντι σε αυτήν.

Είναι εξαιρετικά ανησυχητικό, για να μην πούμε τρομακτικό, πόσο πολύ έχει υποκαταστήσει την έννοια της πολιτικής ευθύνης, των ευθυνών της (δια)κυβέρνησης ιδιαιτέρως, η βαθύτατα αντιδραστική και νεοσυντηρητική αντίληψη της "ατομικής ευθύνης", σε όλα και για όλα. Κι αυτό εκφράζεται και στην έμφυλη βία , όπου την ουσιαστική πολιτική πρόληψης και προστασίας υποκαθιστούν τα προτάγματα προς τις γυναίκες πρωτίστως: μίλα, φύγε ,προστατέψου, κρύψου, καλύψου και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός .

Αυτό, όμως, είναι δείκτης βαθύτερης αποσάθρωσης κοινωνικών δεσμών και πολιτικών προταγμάτων, αλλά και όχημα ακόμα πιο ραγδαίας συντηρητικοποίησης και διευκόλυνσης των προνομιούχων στην περαιτέρω απίσχναση της δημοκρατίας και στη διεύρυνση των έμφυλων και ταξικών ανισοτήτων.

Γι αυτό λέμε ότι το φαινόμενο της έμφυλης βίας είναι πολιτικό και κλιμακώνεται παγκοσμίως. Είναι τρομοκρατία με περισσότερα θύματα, μόνο που το budget που προορίζεται για την αντιμετώπισή του είναι πολύ μικρότερο. Η βία κατά των γυναικών δεν εκδηλώνεται σε ουδέτερο έδαφος αλλά μέσα σε ένα κοινωνικό - οικονομικό σύστημα που τους επιφυλάσσει μια διπλή βαριά εκμετάλλευση.

Η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών συνδέεται με όλες τις οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις που θα εξασφαλίσουν τη δυνατότητα σε μία γυναίκα να σπάσει τα δεσμά μιας βίαιης οικογενειακής ή διαπροσωπικής σχέσης. Οφείλουμε να καταγγείλουμε την υποκρισία της κυβέρνησης , που από τη μία λέει να μιλήσουμε και από την άλλη δεν κάνει τίποτα για να υλοποιηθούν μέτρα πρόληψης και ανακούφισης των θυμάτων από δημόσιες και δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες.

Οι υπηρεσίες πρόληψης και στήριξης των κακοποιημένων γυναικών στη χώρα μας δεν διαθέτουν το απαραίτητο προσωπικό ούτε την αναγκαία χρηματοδότηση. Για να βρει μια γυναίκα το θάρρος και τη δύναμη να αποκρούσει, να αντισταθεί και να καταγγείλει, ακόμα και να φύγει από μια κακοποιητική και παθογόνα σχέση, χρειάζεται ολόπλευρη κρατική στήριξη για να μπορεί να σταθεί στα πόδια της, δηλαδή για να είναι οικονομικά και κοινωνικά ανεξάρτητη.

Και ούτε αντιμετωπίζεται η έμφυλη βία με τα «βραβεία ισότητας» σε επιχειρηματικούς κολοσσούς, ξεπλένοντας έτσι την στυγνή εκμετάλλευση χιλιάδων εργαζόμενων, ούτε με την Διεθνή Σύμβαση κατά της βίας (αρ. 190) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, που βρήκε ευκαιρία να κυρώσει η κυβέρνηση μέσα στο αντεργατικό τερατούργημα, που εκφράζει,απλώς,την αγωνία των μονοπωλίων για τις επιπτώσεις της βίας στην κερδοφορία τους.

Από την άλλη, έχει εγκαθιδρυθεί ένα νομικό οπλοστάσιο, που τις αφήνει στο έλεος της εργοδοτικής βίας, χωρίς εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, με απουσία μέτρων προστασίας της μητρότητας, ασυνδικάλιστες και τρομοκρατημένες. Πρόκειται για τη βία της νέας κυβερνητικής επίθεσης στα ασφαλιστικά δικαιώματα. Πρόκειται για τη βία που θεωρεί την προστασία των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ΑμεΑ ατομική υπόθεση των γυναικών και μάλιστα ακριβοπληρωμένη. Η αλήθεια είναι πως όσο οι όροι ζωής των γυναικών και των οικογενειών τους επιδεινώνονται, όσο η μητρότητα αντιμετωπίζεται ως κόστος από τους επιχειρηματικούς ομίλους και το κράτος, όσο τσακίζονται οι δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες Υγείας, Παιδείας, Πρόνοιας, τόσο περισσότερο οι γυναίκες θα δυσκολεύονται να σταθούν στα πόδια τους και να απεγκλωβιστούν από παθογόνες οικογενειακές και διαπροσωπικές σχέσεις.

Ειδικά οι γυναίκες εργαζόμενες, επιφορτίζονται διπλά με την προκλητική «ατομική ευθύνη» να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες των παιδιών τους, στην αστειότητα της τηλεκπαίδευσης και στην φροντίδα των ευπαθών μελών της οικογένειάς τους, υποκαθιστώντας ουσιαστικά τις αναγκαίες κρατικές δομές πρόνοιας.

Εγκλωβίστηκαν σε κακοποιητικές σχέσεις εξ αιτίας ενός νόμου περί υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, του οποίου ο μισογυνικός και ταξικός χαρακτήρας ήταν ολοφάνερος από την πρώτη μέρα, κι όμως ψηφίσθηκε . Και πάλι η νομοπαρασκευαστική επιτροπή κατήγγειλε ότι δεν έγινε σεβαστό το πόρισμά της, αλλά τουλάχιστον εκείνη η επιτροπή δεν είχε διαρκή χαρακτήρα ,όπως του ΠΚ ,ώστε να μπορούσε να παραιτηθεί .

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι χωρίς απελευθέρωση από την ταξικότητα και την τυραννία της ολιγοπωλιακής αγοράς, γυναικεία απελευθέρωση δεν υπάρχει. Χωρίς πάταξη της πατριαρχίας, η ταξικότητα, ο αυταρχισμός και ο βιασμός ψυχών και κορμιών θα διαιωνίζεται.

Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από ένα κράτος, που μας περιφρονεί και μας απαξιώνει με ποικίλους τρόπους . Και ούτε να βαυκαλιζόμαστε και να περιμένουμε οτιδήποτε από μια δήθεν δημοκρατική και υπερασπίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ήδη στρίβει ακροδεξιά κι έχει πάρει θέση. Την βλέπουμε να συνεργάζεται παντού με οποιοδήποτε ακροδεξιό καθεστώς για τα συμφέροντά της. Δυναμώνουμε τον δικό μας διαθεματικό αγώνα απέναντι σε κάθε κοινωνική ανισότητα, στις διακρίσεις, στη βία κατά των γυναικών, μέσα από τη συλλογική διεκδίκηση ,σπάζοντας τις αλυσίδες του ατομικού δρόμου.

Θέλουν ομοιόμορφα ανθρωπάκια του Γαΐτη, με ομοιόμορφες συμπεριφορές, που θα κοιτάζουν όλα προς την ίδια κατεύθυνση.

Μας θέλουν να δεχθούμε ως αναπόδραστη την πραγματικότητά τους που ζέχνει καθημερινά θάνατο και δυσωδία.Και τους βρίσκουν όλους αυτούς, γιατί είναι εύκολο να σκοτώσεις. Να προστατεύσεις μια ζωή είναι το δύσκολο. Αν και κάθε πολιτισμός στην Ιστορία δεν κρίθηκε ποτέ απ’ αυτούς που περιλάμβανε και προστάτευε, αλλά από ποιους και πόσους περιθωριοποίησε και χλεύασε. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός έχει πολλά πρόσωπα. Το κλείσιμο του ματιού στην ατομική ιδιωτεία ως τη σίγουρη οδό προς τον επιτυχή και ευτυχή βίο φέρει βαθιά διαχρονικότητα

Δυστυχώς για να αλλάξει όλη αυτή η λογική πρέπει, όχι μόνο να αναμορφωθούν ή να διορθωθούν αλλά ίσως να γκρεμιστούν οι δομές που είναι φτιαγμένες από αυτούς που έχουν την εξουσία.

Γ. Κοινωνικές διεκδικήσεις

Οι γυναίκες νουθετούνται και «διδάσκονται»εξ απαλών ονύχων ότι έχουν μια φυσική κλίση στην υποταγή, πως είναι εντάξει να νιώθουν το δεύτερο βιολί σε μια σχέση, γιατί η ο εναλλακτικός υποτιθέμενος φόβος είναι να καταλήξουν με κανέναν από αυτούς τους ευνουχισμένους άνδρες που δεν είναι σωστά αρσενικά . Όλες οι αυτοπροσδιοριζόμενες γυναικείες εκπομπές καταστρώνουν, εν είδει διαταγμάτων ,οδηγούς συμπεριφοράς, σωματικής αυτοδιάθεσης, ασφυκτικού σεξουαλικού ελέγχου ,με τελικό σκοπό να μείνουν φυλακισμένες «αυτόβουλα» σε όλη τους τη ζωή μέσω της εσωτερίκευσης όλων αυτών των μορφών καταπίεσης, της φυσικοποίησης και κανονικοποίησης του ετεροκαθορισμού τους.

Κι όταν πλέον η κατάσταση φθάσει στα άκρα με κραυγαλέα κακοποίηση και δεν μπορούν να κάνουν αστεία ,εξακολουθούν να ξεπλένουν γυναικοκτόνους και κακοποιητικούς συντρόφους ονομάζοντας "αγάπη" και "έρωτα" την κακοποίηση και την απόπειρα δολοφονίας. Και είναι φυσικό μετά από τόση μιντιακή προπαγάνδα γυναίκες να καταλήγουν να πιστεύουν ότι, όντως ,ο σύντροφός τους τις δέρνει και τις κακοποιεί απο "έρωτα τρελό" και όχι επειδή τις βλέπει αποκλειστικά σαν προέκταση των δικών του επιθυμιών και δεν τους αφήνει κανένα περιθώριο άρνησης και αυτονομίας. Έτσι διδάσκονται οι γυναίκες να αποδέχονται τη βία ως ένδειξη αγάπης αλλά και τον φόβο του τι μπορεί να συμβεί αν δεν ανταποκρίνονται με τον τρόπο που προσδοκά ο άνδρας.

Όσο ,όμως,ταυτίζουμε τη ζήλια με αγάπη, την ένταση με το πάθος, από το δημοτικό να ακούμε «σου τραβάει τα μαλλιά επειδή του αρέσεις», βρισκόμαστε σε μόνιμο κίνδυνο.

Και στο τέλος ,ακούμε την υποκριτικά απεχθή φράση : ΜΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙ ;

Το ξεστομίζουν με υποκριτική δόση λύπης και έμμεσης κατάκρισης οι δημοσιογράφοι και οι «κοινωνικοί σχολιαστές» και θέλεις να τους βροντοφωνάξεις ότι εσύ την δίδαξες να μην φεύγει και δεν έκανες τίποτα για να διευκολύνεις την φυγή της ,ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ ΤΗΝ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ .

Η γυναίκα για να ξεφύγει από τον κακοποιητή πρέπει να υπολογίσει καλά το χρόνο, να σκεφτεί όλες τις διεξόδους, να μετρήσει τις ώρες, να μαζέψει κρυφά λίγα ρούχα, να κανονίσει κρυφά κάπου να μείνει και η διαδικασία αυτή δε φεύγει εύκολα από πάνω της .Κοιτά διαφορετικά τις σκοτεινές γωνίες, περπατά πάντα στον δρόμο για να μην αποκλειστεί στο πεζοδρόμιο, προσέχει τί γράφει δημόσια, δεν αποκαλύπτει τηλέφωνα και διευθύνσεις, μπαίνει σε έναν χώρο έχοντας ήδη υπολογίσει τον τρόπο διεξόδου της ΚΑΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΝΩ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΕΝΟΧΗ. Και μετά εισπράττει βλέμματα οίκτου ή και αποδοκιμασίας. Είναι ένα πρόβλημα που κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει. Οι συζητήσεις ενέχουν τον κίνδυνο να αναφέρει κάτι που θα κάνει τον άλλον να αισθανθεί άβολα . Ο κόσμος δεν ξέρει τι να πει, δεν ξέρει πώς να την αντιμετωπίσει, το πρόβλημά του λύνεται εύκολα: απλώς εξαφανίζονται.

Συνήθως στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, το θύμα καταλήγει να απομακρύνεται από τη πρότερη ζωή του - χάνει δουλειά, φίλους, σπίτι, αντικείμενα, σχέσεις – ενώ ο δράστης εξακολουθεί ομαλά την πραγματικότητά του. Γιατί η κουλτούρα μάς μαθαίνει να μένουμε σιωπηλοί, να κάνουμε τα στραβά μάτια.

Και να εμφανίζεται μετά ο δημοσιογράφος που τον ξεπλένει ,μεταφέροντας τα λόγια των γειτόνων πως «αυτό που έκανε, μεν, είναι απαράδεκτο, αλλά κατά βάθος είναι καλός άνθρωπος». Ο ΚΑΚΟΠΟΙΗΤΗΣ ΔΕΝ ΒΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ ΚΑΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΗΜΙΑ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΕΝ ΤΟΥ ΚΟΣΤΙΖΕΙ ΤΙΠΟΤΑ.

Ας μην αναρωτιόμαστε, λοιπόν, γιατί ακόμη και σήμερα υπάρχουν τόσα πολλά κρούσματα βίας. Υπάρχουν γιατί ο κοινωνικός και μιντιακός περίγυρος μένει (σχεδόν) πάντα σιωπηλός. Η κοινωνική ρετσινιά , η ντροπή και οι ενοχές πέφτουν πάντα στο θύμα.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να μη κατηγορούμε ποτέ το θύμα. Μη ρωτάς το θύμα τι έκανε, μη συζητάς αν φταίει ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΤΕ ΤΟ ΘΥΜΑ Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΑΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ. Και ,κυρίως , μη κουνάς αυτάρεσκα το δάκτυλό σου ρωτώντας την γιατί δεν φεύγει .

Πολλές φορές μάλιστα , υιοθετούν την new age φιλοσοφία πως εμείς και μόνο ευθυνόμαστε για ό,τι μας συμβαίνει και άρα καλά να πάθουμε. Αυτός άλλωστε είναι ένας σίγουρος τρόπος για να μην εξεγείρονται εναντίον της οποιασδήποτε κοινωνικής αδικίας κι απλώς να κουνούν το δάχτυλο σε όσους αδικούνται, καταπιέζονται και εκμηδενίζονται.

Ή θέλοντας να φανεί προοδευτικός κάποιος δημοσιογράφος μπορεί να μάς κουνήσει το δάκτυλο ότι πρέπει να είμαστε ανεξάρτητες .....

Περιμένουμε από τις γυναίκες να είναι "ανεξάρτητες" την στιγμή που η δομή της κοινωνίας τούς επιβάλλει την οικονομική εξάρτηση από τους άντρες , δεδομένου ότι αυτές θυσιάζουν την καριέρα τους για να μεγαλώσουν τα παιδιά, πληρώνονται λιγότερο, έχουν μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας και λιγότερες ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης. Τι είδους ανεξαρτησία περιμένουμε όταν η επιβίωση η δική τους και των παιδιών τους εξαρτάται από τον σύντροφό τους και αν πάρουν την απόφαση να φύγουν μπορεί να βρεθούν στο δρόμο ή να παλεύουν να συντηρηθούν με ένα πενιχρό επίδομα?

Θα έπρεπε να ντρεπόμαστε ως κοινωνία και η μιντιακή της αντανάκλαση γιατί, εκτός από κάποιες κινητοποιήσεις φορέων, η ίδια η κοινωνία δεν δείχνει όση αλληλεγγύη απαιτείται για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Θα έπρεπε να είχαμε μια κοινωνία και ένα μιντιακό σύστημα οπου οι αδύναμοι προστατεύονται, χωρίς να αφήνεται πάνω τους να αυτοπροστατεύονται.Αν δεν διατρανώσουμε τον όρο γυναικοκτονία , αν δεν πούμε ότι τα θύματα της έμφυλης βίας είναι συντριπτικά γυναίκες, αν δεν αρχίσουμε από εκεί , αν ακκιζόμαστε με χάρη για να διατηρήσουμε επωφελείς ισορροπίες και συμμαχίες , αν ωθούμε στη λήθη με την επίκληση σε μεμονωμένα περιστατικά ή με τη ψυχιατρικοποίηση των δραστών , ρίχνουμε νερό στον μύλο της πιο μαύρης συντήρησης κι αντίδρασης και συμβάλλουμε καθοριστικά στον εκβαρβαρισμό κι εκφασισμό της κοινωνίας μας .

Αν εξωραΐζουμε με επιείκεια στάσεις και ρόλους, αν υποτιμούμε τη διαδικασία λήθης και λουμπενοποίησης, αν αδιαφορούμε για την "περιπτωσιολογία", ενώ έτσι προάγεται η ατιμωρησία, συμβάλλουμε κι εμείς εκούσια στις προϋποθέσεις του εκφασισμού.

And last but not least : Η εργασία, το διαδίκτυο, οι φιλικές μας σχέσεις, η ψυχολογική μας κατάσταση, η ταξική μας θέση, η φυλή και το φύλο μας, όλα φαίνεται να συνδέονται κάτω από ένα πολύπλοκο σύστημα καταπιέσεων και κοινωνικών κατασκευών που μας κρατά καθηλωμένους. Καθηλωμένους σε ένα παρόν που είναι μίζερο, ενώ το μέλλον φαίνεται μακρινό κι αβέβαιο . Εδώ,έρχεται το σύστημα , που έχει ένα μαγικό τρόπο να απορροφά κοινωνικά κινήματα, όπως έχει κάνει πολλές φορές και με τα ζητήματα φεμινισμού. Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνεχώς διαιρέσεις για να επιβιώσει, και στην ανάγκη αφομοιώνει . Αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα και με τους επιχειρηματικούς κολοσσούς , που ξαφνικά τους έπιασε ο πόνος για την έμφυλη βία . Όπως λέει και ο Fisher, το σύστημα πράγματι είναι σε θέση να αφομοιώνει όχι μόνο τα επιμέρους, δηλαδή τα οικολογικά, τα έμφυλα, τα αντι-ρατσιστικά, αλλά και τα μάλλον αμιγώς αντι-καπιταλιστικά… Ό,τι δηλαδή, παίρνει το – αντί από μπροστά, τις περισσότερες φορές καταλήγει σχετικά ακίνδυνο σε μια ευρύτερη εικόνα. Γι αυτό , δεν αρκεί πλέον να συγκροτούμε τα προτάγματα μας γύρω από την άρνηση. Πρέπει να λέμε με τι είμαστε τελικά.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News