Δικηγορικό Γραφείο
Η απόπειρα «ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ» της αστικής δίκης περί αναγνώρισης κυριότητας επί παρακρατούμενου «ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ» μέσω της υποβολής  έγκλησης για υπεξαίρεση

Αποτελεί ιδιαίτερα συνηθισμένη πρακτική, ευρέως εφαρμόσιμη, στο πλαίσιο μίας αστικής δίκης ως προς την αναγνώριση περιουσιακών δικαιωμάτων (π.χ. κυριότητας ή νομής), ο ενάγων να ασκεί παράλληλα και έγκληση περί υπεξαίρεσης, επί τη βάσει του ίδιου ιστορικού, επιχειρώντας να ασκήσει πρόσθετη πίεση στον εναγόμενο, υπό το βάρος της εναντίον του ποινικής δίωξης. Πλην, όμως, εκ των κατωτέρω παρατιθέμενων, καθίσταται σαφές, ότι διαφέρουν οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης, ακριβώς επειδή στο πλαίσιο της ποινικής δίκης (οφείλει να) εξετάζεται πρωτίστως το ζήτημα της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, δηλαδή της γνώσης του φερόμενου ως δράστη ότι το πράγμα που διακρατεί είναι ξένο και της πρόθεσης ιδιοποίησής του. Ειδικότερα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ «Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη.

Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματώνεται αντικειμενικά με την από το δράστη παράνομη, χωρίς δηλαδή τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ’ αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου εν όλω ή εν μέρει κινητού πράγματος, που περιήλθε ή βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του, υποκειμενικά δε με τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του ΑΚ και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι δεν υφίσταται καν η ανωτέρω εκ του νόμου τασσόμενη προϋπόθεση, στις περιπτώσεις όπου ο φερόμενος ως δράστης εξαρχής δεν επιδιώκει να καρπωθεί παράνομα το «πράγμα» που οφείλει, αλλά αντίθετα επιθυμεί την οριστική εκκαθάριση της ανακύψασας αστικής ή εμπορικής διαφοράς και δεν διακατέχεται από το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης (ΑΠ 1222/1995, ΠλημΑθ 5805/1998, ΑΠ 711/2003, ΜΠΑ (ΑσφΜ) 2286/2015).

Εν προκειμένω, στα πλαίσια της διεξαχθείσας ποινικής δίκης, η υπ’ αριθμ. 235/2021 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, εξετάζοντας την αποδιδόμενη κατηγορία της υπεξαίρεσης:

α) αφενός (και ενόψει του κινδύνου παραγραφής καθότι η αποδιδόμενη κατηγορία αποδείχθηκε ότι εν τέλει ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα και η πράξη φερόταν ότι είχε τελεστεί από το έτος 2013 ως τις αρχές του έτους 2014) ναι μεν απέρριψε το υποβληθέν αίτημα των συνηγόρων των κατηγορούμενων, για την αναβολή της ποινικής υπόθεσης κατ’ άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το Εφετείο Πειραιώς, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων φιαλών υγραερίου, κρίνοντας ότι « ……. Η … άσκησε εναντίον της ……………… την από ……… αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς- Τμήμα Τακτικής Διαδικασίας, με την οποία αιτήθηκε να αναγνωρισθεί αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος συνολικώς……….. φιαλών υγραερίου. Αρχική δικάσιμος αυτής ορίστηκε στις ……………….., οπότε και η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της……, προκειμένου να συνεκδικαστεί με την αντίθετη από……………….αγωγή της…………. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς- Τμήμα Τακτικής Διαδικασίας, με την οποία η τελευταία αιτήθηκε να αναγνωρισθεί ως οριστική νομέας………………φιαλών υγραερίου, τις οποίες είχε αγοράσει από την………….κατά τα ως άνω. Επί των δύο αντίθετων αγωγών, οι οποίες θα κρίνουν επί του αληθούς κυρίου των ένδικων φιαλών υγραερίου-συνακόλουθα και επί της ενεργητικής ή μη νομιμοποίησης και της ύπαρξης ή μη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της …………στα πλαίσια της παρούσης δίκης, αλλά και ως προς την αποδιδόμενη κατηγορία της υπεξαίρεσης, οι οποίες συνεδικάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 07-10-2011, εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 2451/2012 που έκανε δεκτή την ως άνω αγωγή της …………..εναντίον της…………..ως και η υπ’ αριθμ. 2542/2012 απόφαση, η οποία απέρριψε την αντίθετη αγωγή της ………. Προκειμένου για την εξαφάνιση των δύο ως άνω αποφάσεων, η ……..άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς τις από …………….εφέσεις της. Εν συνεχεία επ’ αυτών εκδόθηκαν από το Πολιτικό Εφετείο Πειραιώς, οι υπ’ αριθμ. 321/2014 και 322/2014 ( μη οριστικές) όμοιες αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, οι οποίες ανέβαλαν την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και διέταξαν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η οποία ως και σήμερα εκκρεμεί και δεν έχει περατωθεί»,

β) αφετέρου κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους της αποδοθείσας σε εκείνους κατηγορίας της υπεξαίρεσης φιαλών υγραερίου, κρίνοντας ότι «δημιουργήθηκαν αμφιβολίες ως προς το δόλο υπεξαίρεσης του προσωρινώς υπεύθυνου της ανώνυμης εταιρείας…………… Πραγματικά, όσον αφορά στις φιάλες της εταιρείας……….., πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των δύο εταιρειών υφίσταται σφοδρή αντιδικία από έτη, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την κυριότητα μεγάλου αριθμού φιαλών».

Συνεπώς, η ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, διέγνωσε επακριβώς την προβληματική, που δημιουργείται, όταν ένας εκ των διαδίκων της αστικής δίκης επιχειρεί επακριβώς αυτό, ήτοι την « ποινικοποίησή» της, κρίνοντας αθώους τους κατηγορούμενους, αποφαινόμενη ότι δε συντρέχει στο πρόσωπό τους η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης ως άνω παράβασης της διάταξης του άρθρου 375 παρ 1 Π.Κ. καθότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου « πράγματος» το οποίο φέρεται ότι παρακρατούν οι κατηγορούμενοι, εκκρεμεί προς τελεσίδικη εκκαθάριση ενώπιον του αρμόδιου αστικού Δικαστηρίου και μάλιστα σε δεύτερο βαθμό.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News