Δικηγορικό Γραφείο
Μια πρώτη συγκριτική μελέτη των ισχυουσών διατάξεων του Οικογενειακού μας Δικαίου με αυτές του νέου Νομοσχεδίου

Το παρόν άρθρο επεξεργάστηκε το τμήμα Οικογενειακού Δικαίου του Γραφείου μας

Υπό τη σκιά του νέου νομοσχεδίου που παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο και θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση για την αναμόρφωση του Οικογενειακού μας δικαίου, φαίνεται να εισάγονται διατάξεις με επιπόλαιες και επικίνδυνες τροποποιήσεις που δημιουργούν πλείστα νέα ζητήματα. Το νομοσχέδιο όχι μόνο δεν προσθέτει τίποτε το ουσιώδες και πρακτικό στην προοδευτική και παιδοκεντρική μέχρι σήμερα σχετική νομοθεσία, αλλά αντίθετα δημιουργεί ασάφειες και αφορμές για μεγαλύτερες δικαστικές διενέξεις από όσες ευαγγελίζεται ότι καινοτομεί να επιλύσει, ενώ είναι επικίνδυνο υπό την έποψη της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς αφήνει εκτεθειμένους παιδί και μητέρα. Επιπλέον, δημιουργεί τέτοιες αντινομίες και αντιφάσεις με ήδη υπάρχουσες διατάξεις, ώστε να καθίσταται άκρως προβληματική η ένταξή του σε ένα νομοθέτημα της σπουδαιότητας του Αστικού Δικαίου.

Με ατυχείς και εσκεμμένα προσβλητικές εκφράσεις, το νέο Νομοσχέδιο, κουνά υπόγεια και υποτιμητικά το δάκτυλο στην Ελληνίδα μητέρα, που χωρίς τις ανάλογες παροχές άλλων προηγμένων κρατών, έχει δώσει και δίνει το μέγιστο αγώνα για τα παιδιά της, ενάντια σε νοοτροπίες και δυσκολίες που η μέση Ευρωπαία δεν μπορεί να διανοηθεί. Προσπαθεί να μην αναφέρει το σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης (PAS), αλλά το διαβάζουμε πίσω από τις γραμμές στις περισσότερες διατάξεις. Οι εκφράσεις, που χρησιμοποιούνται στοχευμένα, είναι συνήθως διατυπωμένες με αρνητικό πρόσημο, έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση της ανάγκης σωφρονισμού της, ως γονέα, που κατά κύριο λόγο έχει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων και όχι άδικα βέβαια και αυθαίρετα. Καταλήγουν δε, οι περισσότερες υποθέσεις, στην ανάθεση της επιμελείας στη μητέρα συνήθως, όχι γιατί υπάρχει προκατάληψη για το φύλο του γονέα, αλλά γιατί τα πραγματικά περιστατικά το απαιτούν. Το παραπλανητικό επιχείρημα που ακούγεται συχνά στις δημόσιες συζητήσεις, ότι δήθεν το 95% των πατεράδων δεν παίρνουν την επιμέλεια στις δικαστικές διαμάχες και άρα υφίστανται ανισότητα, αποτελεί καθαρή διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία ,τουλάχιστον του Πρωτοδικείου Αθήνας, μαρτυρούν ότι οι πατεράδες σπάνια ζητούν την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους, αφού ούτως ή άλλως είχαν επιφορτίσει την εν τοις πράγμασι άσκησή της, κατά τη διάρκεια του γάμου, στη σύζυγο και μητέρα. Συγκεκριμένα, οι πατεράδες ζητούν να αναλάβουν την επιμέλεια των τέκνων τους σε ποσοστό 9% και αυτή τους ανατίθεται σε ποσοστό 7%, δηλαδή πολύ συχνά! Οι μητέρες, αντίθετα, ζητούν την επιμέλεια σε ποσοστό 92,6% και την παίρνουν σε ποσοστό 90%.

Το να υποδεικνύει δε, το νέο Νομοσχέδιο στους γονείς, συμπεριφορές που εφαρμόζονται μόνο σε ιδανικές και πολιτισμένες καταστάσεις διαζυγίων, που ούτως ή άλλως δεν χρήζουν δικαστικής διερεύνησης και σπανίως καταλήγουν στα Δικαστήρια, είναι ουτοπία και δεν υπάρχει λόγος ουσίας για να διατυπωθούν διαφορετικά από τα ήδη ισχύοντα. Οι γονείς που μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους προς το συμφέρον του παιδιού τους μπορούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του και σχεδόν πάντα βρίσκουν τον τρόπο. Για τους υπόλοιπους που μετατρέπουν σε πεδίο μάχης τη ζωή του, η δικαστική οδός για την έκδοση δικαστικής απόφασης που ρυθμίζει την επιμέλεια και την επικοινωνία είναι μονόδρομος και το νέο Νομοσχέδιο δεν διευκολύνει παρά μόνο δυσκολεύει διαδικασία αυτή.

Τα Ελληνικά, άλλωστε, Δικαστήρια και ο Έλληνας Δικαστής έχουν αποδείξει ότι δεν χρειάζονται υποβολέα για να εφαρμόσουν τον καθ’όλα παιδοκεντρικό ισχύοντα Νόμο, που βεβαίως καλύπτει επαρκώς όλες αυτές τις περιπτώσεις και δεν χρειάζεται καμία απολύτως αλλαγή. Το Νομοσχέδιο φαίνεται να έχει δύο εχθρούς: τη μητέρα, που τη θεωρεί αποξενώτρια, μη μεριμνούσα για το συμφέρον του παιδιού και ψευδόμενη συνεχώς, αλλά και τον Έλληνα Δικαστή, που τον θεωρεί ανίκανο, ανεπαρκή και του υπαγορεύει πώς θα κάνει τη δουλειά του. Και τον στέλνει πίσω στα σεμινάρια των ψυχολόγων για να τον επιμορφώσουν στις νεότερες κοινωνικές εξελίξεις (ότι ξαφνικά αναδύθηκε το νέο μορφοτυπικό μοντέλο μπαμπά), γιατί εξετάσθηκε και βρέθηκε ανεπαρκής και μετεξεταστέος. Η υποτίμηση και απαξίωση των Ελλήνων Δικαστών είναι σκανδαλώδης και πρέπει να τύχει άμεσα της προσοχής των θεσμικών οργάνων τους.

Ακολουθεί συγκριτική θεώρηση και σχολιασμός των ισχυόντων άρθρων του Οικογενειακού Δικαίου με τις νέες διατάξεις του Νομοσχεδίου.

Ισχύον άρθρο 56 ΑΚ

«Ο ανήλικος που τελεί υπό γονική μέριμνα έχει κατοικία την κατοικία των γονέων του ή του γονέα που ασκεί μόνος του τη γονική μέριμνα. Αν τη γονική μέριμνα ασκούν και οι δύο γονείς χωρίς να έχουν την ίδια κατοικία, ο ανήλικος έχει κατοικία την κατοικία του γονέα με τον οποίο συνήθως διαμένει. Ο ανήλικος που τελεί υπό επιτροπεία ή όποιος τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, έχει κατοικία την κατοικία του επιτρόπου ή του δικαστικού συμπαραστάτη του».

Νέο άρθρο 56 ΑΚ

«Ο ανήλικος που τελεί υπό γονική μέριμνα έχει κατοικία την κατοικία των γονέων του ή του γονέα που ασκεί μόνος του τη γονική μέριμνα. Σε περίπτωση χωριστής διαμονής των γονέων, ο ανήλικος έχει κατοικία την κατοικία του γονέα με τον οποίο συνήθως διαμένει.

Η επίδοση εγγράφων που αφορούν το τέκνο γίνεται στην κατοικία οιουδήποτε εκ των γονέων ή σε τρίτο που ασκεί την γονική μέριμνα.

Ο ανήλικος που τελεί υπό επιτροπεία ή όποιος τελεί υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, έχει κατοικία την κατοικία του επιτρόπου ή του δικαστικού συμπαραστάτη του».

Σχολιασμός: Με την προσθήκη της δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 56ΑΚ, δημιουργείται με τον νέο νόμο, σύγχυση για την πραγματική γνώση των επιδοθέντων εγγράφων. Έτσι τεκμαίρεται ως νόμιμη, επίδοση προς το τέκνο, η οποία πλέον μπορεί να γίνει και σε διεύθυνση γονέα με τον οποίο για οποιοδήποτε λόγο το τέκνο δεν έχει πλέον επικοινωνία, με αποτέλεσμα το τέκνο ή ο γονέας με τον οποίο διαμένει να μη λαμβάνουν ποτέ πραγματική γνώση των εννόμων συνεπειών που πρόκειται ή απειλείται να επέλθουν. Ταυτόχρονα μάλιστα οδηγούμαστε και στο νομικό παράδοξο ο γονέας που στρέφεται για οποιοδήποτε λόγο δικαστικά κατά του τέκνου (πχ. αγωγή για μείωση διατροφής) να μπορεί να επιδώσει στον εαυτό του το σχετικό δικόγραφο για λογαριασμό ωστόσο του τέκνου!

Παράδειγμα 1: Η γιαγιά τέκνων, των οποίων ο γονέας (και γιος της συγκεκριμένης γιαγιάς) έχει διακόψει την επικοινωνία με τα τέκνα του, χωρίς ωστόσο να έχει απολέσει την γονική μέριμνα, μπορεί να καταθέσει αγωγή επικοινωνίας (προκειμένου να δύναται να βλέπει τα εγγόνια της) επιδίδοντας το εν λόγω δικόγραφο στην οικία του γιου της.

Παράδειγμα 2: Μητέρα, η οποία καταβάλει μηνιαία διατροφή στα τέκνα της, κατόπιν απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου, τα οποία διαμένουν με τον πατέρα, δύναται να καταθέσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο ίδιο δικαστήριο ζητώντας τη μείωση της μηνιαίας διατροφής, επιδίδοντας, ωστόσο, την αίτηση στην ίδια της την οικία.

Ισχύον άρθρο 1511 ΑΚ

«Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.

Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μη κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας.

Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».

Νέο άρθρο 1511 ΑΚ

«Άσκηση - ανάθεση γονικής μέριμνας κατά το συμφέρον του τέκνου.

1. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.

2. Στο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται πρωτίστως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και στην αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου λαμβάνει ιδίως υπόψη την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, την συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και την συμμόρφωσή του με δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και με προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο.

3. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας.

4. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του, εφόσον η γνώμη του τέκνου κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής.».

Σχολιασμός: Είναι κατ’ αρχήν προφανές, με μια απλή αντιπαράθεση των δύο άρθρων, ότι το «συμφέρον του παιδιού» δεν αποτελεί «καινοτόμο» κριτήριο που θεσπίζει το νέο νομοσχέδιο, αλλά αποτελεί εδώ και χρόνια (από το 1983 που έγινε η αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου) την κορωνίδα του ισχύοντος οικογενειακού μας δικαίου. Ωστόσο, με το νέο άρθρο το «συμφέρον του παιδιού» που αποτελεί μια αόριστη νομική έννοια, υπαγόμενη προς εξειδίκευση και οριοθέτηση στην κρίση του Δικαστή, καθοδηγείται και καθυποβάλλεται από το Νομοθέτη σε προκαθορισμένες και συγκεκριμένες κατευθύνσεις, όπως η «ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και στην αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς», οι οποίες, όμως, δεν αποτελούν πανάκεια για όλες τις περιπτώσεις των ανθρωπίνων σχέσεων.

Και αυτή, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί και τη κορωνίδα του νομοσχεδίου μαζί με την προστασία του παιδιού σε περιβάλλον ενδοοικογενειακής βίας, διότι συμπυκνώνει την αρχή του νομοσχεδίου, δηλαδή τον σκοπό του και φέρνει ύπουλα και κατά περιγραφή τόσο ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑ (χωρίς να την κατονομάζει, για να ηρεμήσει τις αντιδράσεις) και το σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης. Επιπλέον, είναι ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΥΝΑΝΤΑΤΑΙ ΣΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ, το οποίο είναι μία αόριστη νομική έννοια ,ελαστική και δυναμική που χρήζει εξειδίκευσης από τον Δικαστή. Αλλά, αφού δηλώνει την «πίστη» του στην ανικανότητα του Δικαστή, έρχεται σε αντίθεση με όλα τα διεθνή κείμενα υπερνομοθετικής ισχύος και με το ίδιο το Σύνταγμα και η ψήφισή του θα μας οδηγήσει κατ´ αναπότρεπτο τρόπο στην καταδίκη της χώρας μας, ακόμη και για μόνη την περιγραφή του συμφέροντος του παιδιού στον νόμο.

Ειδικότερα, ως προς την παράγραφο 2 του νέου άρθρου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι εισάγονται κριτήρια αχρείαστα και σε κάθε περίπτωση άσχετα με το πραγματικό συμφέρον του τέκνου. Δεν μπορεί το συμφέρον του τέκνου να κρίνεται με βάση την πρόθεση ενός γονέα να σέβεται τα συμφέροντα του άλλου γονέα, καθώς αυτό από μόνο του δεν καθιστά τον δεύτερο ικανότερο γονέα. Επίσης η λειτουργία της συμμόρφωσης ή μη κάποιου εκ των γονέων, ιδίως με προηγούμενη συμφωνία που είχε συναφθεί, ως βασικό κριτήριο σχετικά με την ανάθεση ή όχι της γονικής μέριμνας με αυτόν, αφενός τίθεται απόλυτα εκβιαστικά, ιδίως προς τον γονέα ο οποίος βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση και ο οποίος αναγκάστηκε κάποια χρονική στιγμή να δεχτεί, υπό το καθεστώς πιθανότατα πίεσης, μία άδικη και επιζήμια για τον τέκνο και τον ίδιο συμφωνία. Αφετέρου, δεν λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες μεταβολές των συνθηκών που επέρχονται στη ζωή και την καθημερινότητα του παιδιού καθώς μεγαλώνει, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να αναπροσαρμόζεται και το πλαίσιο άσκησης της γονικής μέριμνας αυτού παρά τους ειδικότερους όρους προγενέστερης συναφθείσας συμφωνίας των γονέων.

Παράδειγμα: Έχει συμφωνηθεί μεταξύ των δυο γονέων, ο πρώτος να βλέπει το ανήλικο τέκνο του στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του κάθε εβδομάδα από Παρασκευή βράδυ έως Κυριακή μεσημέρι. Ωστόσο, σε περίοδο ιδιαίτερα επιβαρυμένη για το τέκνο λόγω φόρτου μαθημάτων και μελέτης (πχ στο τέλος του τριμήνου στο Λύκειο, όπου είθισται οι μαθητές να δίνουν απανωτά διαγωνίσματα σε όλα τα διδασκόμενα μαθήματα εντός σύντομου χρονικού διαστήματος) ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο συναποφασίζει μαζί με το τελευταίο, ότι ιδίως εκείνες τις εβδομάδες είναι προτιμότερο για το ίδιο το τέκνο να μην αλλάξει περιβάλλον κατά τα Σαββατοκύριακα προκειμένου να έχει μεγαλύτερη ηρεμία για να μελετήσει. Παρόλα αυτά, λόγω της μη τήρησης της συμφωνίας των γονέων, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο κινδυνεύει να απολέσει την επιμέλεια, καθώς ο πρώτος γονέας μπορεί πλέον να προβάλει δικαστικά τον λόγο αυτό ως βασικό κριτήριο για να αλλάξει η μέχρι πρότινος νομική κατάσταση.

Η προσθήκη, τέλος, στην παράγραφο 4 της αίρεσης «εφόσον η γνώμη του τέκνου κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής», προκειμένου να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο η γνώμη του παιδιού, αποτελεί, αν μη τι άλλο, ευθεία βολή κατά της μητέρας, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να «ακυρώσει» τη γνώμη του παιδιού.

Ισχύον άρθρο 1512 ΑΚ

«ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ. Αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας, και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο».

Νέο άρθρο 1512 ΑΚ

«Σε περίπτωση διαφωνίας κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς υποχρεούνται να καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων, προσφεύγοντας, εάν είναι απαραίτητο, σε διαμεσολάβηση. Αν διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο».

Σχολιασμός: Ο θεσμός της διαμεσολάβησης στις οικογενειακές διαφορές και μάλιστα της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, έχει ήδη θεσπιστεί με το ΝΟΜΟ 4640/2019 (ΦΕΚ Α' 190/30.11.2019). Σε κάθε περίπτωση αποτελεί υποχρέωση μέχρι σήμερα τόσο των δικαστικών συμπαραστατών των διαδίκων όσο και των δικαστών η προσπάθεια για εξωδικαστική επίλυση των οικογενειακών διαφορών και για το λόγο αυτό, πολύ συχνά τα μέρη οδηγούνται σε συναινετικό διαζύγιο. Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση που θεσπίζει το νέο άρθρο 1512 ΑΚ δεν έχει να προσφέρει τίποτε παραπάνω στην δικηγορική και δικαστηριακή πρακτική, παρά μόνο να δημιουργήσει εντυπώσεις για το δήθεν συναινετικό πνεύμα επίλυσης των διαφορών που διέπει το νέο νομοσχέδιο, προλειαίνοντας το έδαφος για το επόμενο άρθρο, που μόνο κατ’ επίφαση εξυπηρετεί το αληθινό συμφέρον του παιδιού, προσθέτοντας περισσότερη δικαστηριακή ύλη και αντιδικία στα ήδη συγκρουσιακά διαζύγια.

Είναι άξιο απορίας, γιατί ο Νομοθέτης δεν αναζητά τις δομές εκείνες, στελεχωμένες με έμπειρους κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους, οι οποίες ήδη υπάρχουν νομοθετημένες με τον νόμο 2447/1996. Ο τελευταίος προβλέπει την ίδρυση σώματος οικογενειακών κοινωνικών λειτουργών και τη στελέχωση και από άλλους επαγγελματίες όπως παιδοψυχίατρους ,ψυχολόγους κλπ.

Ο διαμεσολαβητής δεν μπορεί να κάνει ουσιαστική έρευνα ως προς το περιβάλλον του ενός και του άλλου γονιού, σε σχέση πάντα με το συγκεκριμένο αντικείμενο της δίκης, για να καταλήξει εν τέλει με γνώση και στοιχεία σωστά η εκτίμηση στο δικαστήριο για το τι είναι καλύτερα για το παιδί.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να γίνει, κατανοητό, ότι η διαμεσολάβηση κοστίζει τόσο σε χρόνο όσο και σε χρήμα. Δεν έρχεται να αντικαταστήσει προφανώς το φυσικό δικαστή, πράγμα το οποίο είναι ούτως ή άλλως αδύνατο, έρχεται απλά θα θεσπίσει έξτρα εμπόδια και προσχώματα στον γονέα που θέλει να αξιώσει από τη δικαιοσύνη μια δίκαιη και ορθή προς το συμφέρον του τέκνου λύση.

Με τη παρούσα αλλαγή του εν λόγω άρθρου, ο γονέας που για οποιοδήποτε λόγο κρίνει ότι η υπόθεση σχετικά με το τέκνο του και τον άλλο γονέα έχει βρεθεί σε τέλμα και χρήζει διευθέτησης από τους θεσμούς της πολιτείας, αναγκάζεται πλέον να ανεύρει διαμεσολαβητή, να τον προπληρώσει, να παραστεί αυτοπροσώπως σε μια άνευ ουσιαστικής σκοπιμότητας συνάντηση (η οποία θα μπορούσε να έχει λάβει χώρα και χωρίς την υπόδειξη του εν λόγω νομοθετήματος…), αδιαφόρως φυσικά του εάν ο άλλος γονέας έχει όντως πρόθεση και επιθυμία να παρευρεθεί κι αυτός και αφού ολοκληρωθούν όλες οι ανωτέρω διαδικασίες, τότε αποδίδεται πλέον από το νομοθέτη η «πολυτέλεια» να κριθεί η υπόθεση του πολίτη από την ελληνική δικαιοσύνη.

Πέραν αυτού, καθίσταται προβληματική, άνευ ετέρου τινός, ακόμη και εκ της γραμματικής ερμηνείας η φράση του νέου άρθρου «εάν είναι απαραίτητο», ενώ λίγο νωρίτερα αναφέρει «υποχρεούνται». Σε κανένα σημείο δεν εξειδικεύεται ΠΟΤΕ θα κρίνεται αυτό απαραίτητο, από ΠΟΙΟΝ και μια ΠΟΙΑ κριτήρια. Είναι απαράδεκτο ένα νομοθέτημα επεξεργασίας τόσων χρόνων και το οποίο ορίζει τη ζωή των ανήλικων τέκνων της χώρας, να φτάνει στο σημείο να αφήνει τέτοια ρυθμιστικά και νομικά κενά, έρμαια στην ερμηνευτική εκδοχή που θα επιλέξει ο καθένας με κίνδυνο τελικά το ίδιο το συμφέρον του τέκνου.

Ισχύον άρθρο 1513 ΑΚ

«ΔΙΑΖΥΓΙΟ Ή ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ. Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το δικαστήριο. Η άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να ανατεθεί στον έναν από τους γονείς ή, αν αυτοί συμφωνούν ορίζοντας συγχρόνως τον τόπο διαμονής του τέκνου, στους δύο από κοινού. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, ιδίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων ή να την αναθέσει σε τρίτον.

Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.

Ο γονέας, στον οποίο δεν έχει ανατεθεί ή άσκηση της γονικής μέριμνας, έχει το δικαίωμα να ζητάει από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου».

Νέο άρθρο 1513 ΑΚ

«ΔΙΑΖΥΓΙΟ Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ - ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΖΥΓΩΝ. Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο επιχειρεί τις προβλεπόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 1516 του Α.Κ. πράξεις, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα.».

Σχολιασμός: Ο νόμος μιλώντας για ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας από το δικαστήριο ή την εξακολούθηση της από κοινού άσκηση της από τους γονείς, αναφέρεται ουσιαστικά μόνο στην άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, αφού η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει εκτός από την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη (άρθρο 1510 ΑΚ), εξακολουθεί ακόμα και μετά τη λύση του γάμου, να ασκείται, και με το ισχύον δίκαιο, από κοινού και από τους δύο γονείς. Το δικαστήριο δε, αποφασίζει για την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, η οποία περιλαμβάνει, κατ’ άρθρο 1518 ΑΚ, την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής.

Αν λοιπόν, με το νέο άρθρο 1513ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή λύσεως του γάμου, συνεχίζει να ασκείται από κοινού υποχρεωτικά η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, με ποιον θα διαμένει το παιδί σε περίπτωση αντιδικίας; Ποιος θα το καθορίζει; Τι εννοεί ο νέος νόμος «να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα»; Προφανώς, πλαγίως προσπαθεί ο Νομοθέτης να επιβάλει μια, μεταξύ άλλων, ισόχρονη άσκηση της επιμέλειας που πιθανότατα μπορεί μόνο να πραγματωθεί στα πλαίσια εναλλασσόμενης διαμονής του τέκνου.

Το νέο άρθρο περιορίζεται στην αναφορά «ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο», ως αν αναφέρεται σε συναινετικό διαζύγιο, όταν εκεί τα πράγματα είναι γνωστά και «περπατημένα» και όχι σε ένα συγκρουσιακό διαζύγιο που τα μέρη συνήθως δεν συμφωνούν σε τίποτα μεταξύ τους, ενώ πολλές φορές χρησιμοποιούν το παιδί τους για να πλήξουν ο ένας τον άλλον.

Αυτό που πραγματικά σοκάρει το νομικό κόσμο είναι ότι θεσπίζεται η υποχρεωτικότητα της από κοινού επιμέλειας ως οριζόντιο μέτρο, πράγμα που αποτελεί τραγικό βήμα κοινωνικής οπισθοδρόμησης εις βάρος των γυναικών. Για πρώτη φορά με τόση «ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ» ΑΣΑΦΕΙΑ ΚΑΙ «ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ» ΜΕΡΟΛΗΨΙΑ προτείνεται από το Νομοθέτη το μοντέλο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας δήθεν «κατά το συμφέρον του τέκνου». Πώς προστατεύεται όμως το παιδί που εγκλωβίζεται στα χέρια του θύτη ενδοοικογενειακής βίας μέχρι να «έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής» (1520 και 1532 ΑΚ); Άρα ο Νομοθέτης αποδέχεται ως πιθανό αποτέλεσμα τον εσαεί τραυματισμό του ψυχικού του κόσμου; Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΠΑΣΙΦΑΝΗΣ, ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΥΧΕΙ ΑΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΕΙΔΙΚΑ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ.

Επί της ουσίας, στο νέο νομοσχέδιο απορροφάται εντελώς η έννοια της επιμέλειας από τη γονική μέριμνα. Ανέκαθεν στην ελληνική έννομη τάξη, η επιμέλεια περιλαμβανόταν μαζί με τις υπόλοιπες λειτουργίες στη γονική μέριμνα . Εσκεμμένα παραβλέπεται ότι υπήρχε ανέκαθεν η δυνατότητα «από κοινού» επιμέλειας.

Ωστόσο, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων που προβάλλεται ως αίτημα από κάποιον από τους δύο γονείς, απορρίπτεται από το δικαστή (αδιαφόρως του φύλου του γονέα), ακριβώς επειδή οι δικαστές γνωρίζουν τα προβλήματα που επέρχονται στη ζωή του παιδιού ,όταν απαιτείται σχεδόν για τα πάντα σύμπνοια των γονέων, ενώ οι ίδιοι έχουν χάσει εμμονικά κάθε διάθεση να συνεργαστούν μεταξύ τους.

Ισχύον άρθρο 1514 ΑΚ

«Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει διακοπή της συμβίωσης των συζύγων».

Νέο άρθρο 1514 ΑΚ

«ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ.

1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513 του Αστικού Κώδικα, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα.

2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των συζύγων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σ’ αυτή ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή ή η άσκηση της γονικής μέριμνας είναι ή έχει καταστεί αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο.

3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση:

α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ’ ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο

β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή να ληφθεί οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο

γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψή της, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή.

Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας.».

Σχολιασμός: Είναι προφανές ότι, σύμφωνα με το νέο άρθρο του επίμαχου Νομοσχεδίου, αν οι γονείς δεν συμφωνούν από κοινού για το ποιος θα ασκεί εν τοις πράγμασι την επιμέλεια του τέκνου, με ποιον θα διαμένει το τέκνο και πώς θα ασκείται η επικοινωνία με τον άλλο γονέα, κάτι που συμβαίνει πάντοτε στα συγκρουσιακά διαζύγια –εν αντιθέσει με τα συναινετικά- θα επιλαμβάνεται και πάλι το αρμόδιο δικαστήριο, όπως συμβαίνει και με τον ισχύοντα Νόμο. Τώρα όμως θα είναι απολύτως δεμένα τα χέρια του Δικαστή, ακόμα και σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας που δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες, και θα είναι υποχρεωμένος να εκδίδει αποφάσεις, συμμορφούμενος «με τις υποδείξεις», ανεχόμενος τις αντισυνταγματικές παρεμβάσεις στο έργο του.

Ιδίως, ως προ τη γ’ περίπτωση της δεύτερης παραγράφου, θα πρέπει να λεχθεί ότι προξενεί αρκετά μεγάλη εντύπωση το γεγονός, ότι ο νομοθέτης επιλέγει ξανά, να παρακάμψει για άλλη μια φορά τη δικαιοδοτική κρίση φτάνοντας στο σημείο να θεσπίσει ως μια από τις πιθανές επιλογές του δικάζοντος δικαστηρίου τη διαμεσολάβηση. Σκόπιμα μάλλον αγνοείται το γεγονός ότι για να φτάσει οποιοσδήποτε πολίτης στο σημείο να απευθυνθεί στη δικαιοσύνη, επιβαρυνόμενος όλα τα δικαστικά έξοδα, καθώς και το ψυχικό βάρος που συνεπάγεται πάντα ο δικαστικός αγώνας, ιδίως μάλιστα σε περιπτώσεις οικογενειακού δικαίου, έχει ήδη, ούτως ή άλλως εξαντλήσει από πριν κάθε δυνατότητα και προσπάθεια συμβιβαστικής λύσης με το άλλο μέρος. Δεν περίμενε την απόφαση του δικαστηρίου γι αυτό. Είναι ενοχλητικά πιεστική και κατάφωρη η υπερπροσπάθεια που γίνεται από το νομοθέτη να μειωθεί τον εν γένει δικαίωμα των πολιτών στην αμερόληπτη δικαστική προστασία.

Ισχύον 1515 ΑΚ

«ΤΕΚΝΑ ΧΩΡΙΣ ΓΑΜΟ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥΣ. Η γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του. Σε περίπτωση αναγνώρισής του, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το άρθρο 1513 ή αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους.

Με αίτηση του πατέρα, το δικαστήριο μπορεί και σε κάθε άλλη περίπτωση να αναθέσει και σε αυτόν την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους της, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου.

Σε περίπτωση δικαστικής αναγνώρισης, στην οποία αντιδίκησε ο πατέρας, αυτός δεν ασκεί γονική μέριμνα ούτε αναπληρώνει τη μητέρα στην άσκησή της, εκτός αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το άρθρο 1513. Το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου, να αποφασίσει διαφορετικά με αίτηση του πατέρα, εφόσον έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους ή υπάρχει συμφωνία των γονέων».

Νέο άρθρο 1515 ΑΚ

«ΤΕΚΝΑ ΧΩΡΙΣ ΓΑΜΟ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥΣ. Η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στην μητέρα του. Όταν το τέκνο αναγνωρίστηκε εκούσια ή δικαστικά με αγωγή που άσκησε ο πατέρας, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, την οποία ασκεί από κοινού με την μητέρα. Αν οι γονείς δεν ζουν μαζί, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1513 και 1514 του Α.Κ.

Σε περίπτωση δικαστικής αναγνώρισης, στην οποία αντιδίκησε ο πατέρας, αυτός δεν ασκεί γονική μέριμνα ούτε αναπληρώνει την μητέρα στην άσκησή της, εκτός αν υπάρχει συμφωνία των γονέων. Το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου, να αποφασίσει διαφορετικά ύστερα από αίτηση του πατέρα».

Σχολιασμός: Με το νέο άρθρο, αυτό που αλλάζει στην περίπτωση των άγαμων μητέρων που έχουν τέκνο γεννημένο εκτός γάμου, είναι ότι οι γυναίκες αυτές, στην περίπτωση που χωρίσουν από τον σύντροφό τους και διακοπεί η συμβίωσή τους, θα επιβαρύνονται πλέον με ένα δικαστήριο – πολυέξοδο και χρονοβόρο- προκειμένου να αναλάβουν, αν υπάρχει σοβαρός λόγος, την αποκλειστική επιμέλεια του τέκνου τους και το ανήλικο τέκνο τους να εξακολουθεί να διαμένει μαζί τους, κάτι που με τον ισχύοντα νόμο ήταν περιττό, αφού κάτι τέτοιο προβλεπόταν από το ίδιο το άρθρο 1514 ΑΚ.

Ισχύον άρθρο 1516 ΑΚ

«ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑ ΓΟΝΕΑ. Ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας: 1. όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα· 2. όταν πρόκειται για τη λήψη δήλωσης της βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.
Στις περιπτώσεις διακοπής της συμβίωσης των γονέων, διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου τους, καθώς και όταν πρόκειται για τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο των γονέων του, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο όποιος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο.».

Νέο άρθρο 1516 ΑΚ

ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑ ΓΟΝΕΑ. 1) Ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας: α) όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, β) όταν πρόκειται για τη λήψη δήλωσης της βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο. 2) Στις περιπτώσεις διακοπής της συμβίωσης των γονέων, διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου τους, καθώς και όταν πρόκειται για τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο των γονέων του, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο όποιος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο. Καθένας από τους γονείς μπορεί να ασκεί τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του άλλου γονέα ή τρίτου».

Σχολιασμός: Σύμφωνα με την προσθήκη της τελευταίας σειράς του νέου άρθρου, ο καθένας από τους δυο γονείς που ασκούν από κοινού την γονική μέριμνα και επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους κατ’ άρθρο 1513ΑΚ, ανεξάρτητα με ποιον διαμένει το τέκνο μπορεί να ασκήσει αξίωση διατροφής του τέκνου κατά του άλλου γονέα! Κι εδώ θα αντιμετωπίσουμε το παράδοξο, να δικάζουμε αντίθετες αγωγές διατροφής του ανηλίκου από τον κάθε γονέα έναντι του άλλου, ενώ και οι δύο θα εκπροσωπούν, ως έχοντες την επιμέλεια, το ανήλικο τέκνο! Είναι προφανές, ότι σε τέτοια περίπτωση «σύγκρουσης συμφερόντων», πλέον, των γονέων με αυτά του ανηλίκου τέκνου, θα καταστεί απαραίτητος ο διορισμός επιτρόπου, με προηγούμενη δικαστική διαδικασία, γεγονός που συνεπάγεται περισσότερο χρόνο και χρήμα, εις βάρος του ευάλωτου γονέα.

Επίσης, «μένει στον αέρα» κυριολεκτικά, ποιος θα πληρώνει τα έξοδα του τέκνου σχετικά με την εκπαίδευσή του και την υγεία του (σχολεία, βιβλία, φροντιστήρια, γιατρούς κλπ). Ποιος δικαιούται τελικά σύμφωνα με το νέο νόμο να τα αξιώσει για το τέκνο του έναντι του άλλου γονέα; Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο ο έχων την επιμέλεια γονέας δικαιούται ως αξιώσει έναντι του άλλου γονέα συμμετοχή του στην διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους. Τώρα που η επιμέλεια του τέκνου θα ασκείται από κοινού, ποιος θα πληρώνει τελικά τα έξοδα του παιδιού και που πάει για άλλη μια φορά «το συμφέρον του τέκνου»;

Ισχύον άρθρο 1519 ΑΚ

«ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ. Μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτεί προηγούμενη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη οριστική δικαστική απόφαση μετά από αίτημα οποιουδήποτε από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο».

Νέο άρθρο 1519 ΑΚ

«ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΤΕΚΝΟΥ. Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον ένα γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται και από τους δύο γονείς από κοινού. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1510 και του άρθρου 1512 του Α.Κ. εφαρμόζονται και σε αυτή την περίπτωση. Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αίτηση ενός από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο. Ο γονέας στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας έχει το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου.».

Σχολιασμός: Με την παραπάνω προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 1519 ΑΚ, αποφάσεις που αφορούν το θρήσκευμα του τέκνου, ζητήματα υγείας και εκπαίδευσης αλλά και η μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, υπάγονται «απευθείας» και ρητά στην «από κοινού» απόφαση των γονέων, ήτοι αποτελούν «a priori» αντικείμενο συνεπιμέλειας των γονέων.

Το γεγονός ότι το νομοσχέδιο απαιτεί τη συμφωνία των γονέων σε κεφαλαιώδη ζητήματα της γονικής μέριμνας, όπως εκπαίδευση του παιδιού και υγεία, καθόλου δε επιλύει τις αντιδικίες των γονέων αντίθετα τις γιγαντώνει , καθώς είναι βέβαιο ότι τα ζητήματα αυτά θα αποτελούν πεδίο μάχης.

Επιπροσθέτως, δημιουργείται το εύλογο ερώτημα, τι παραπάνω ρυθμίζει το νέο άρθρο 1513 ΑΚ όταν μιλάει για «την εξακολούθηση της από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας» και από τους δύο γονείς; Μήπως την κατοικία του παιδιού (το μόνο που δεν ρυθμίζεται σαφώς από κανένα άρθρο ούτε περιλαμβάνεται στο νέο 1519 ΑΚ), το οποίο θα γίνεται πλέον «βαλίτσα» μεταξύ των δυο γονέων και των οικιών τους, αφού και οι δύο θα επικαλούνται την ως άνω διάταξη του άρθρου 1513 ΑΚ για να θεσπιστεί «πλαγίως» μια εναλλασσόμενη κατοικία, με ό,τι αυτή μπορεί να συνεπάγεται για την καθημερινότητα και τον ψυχισμό του παιδιού; Πολλές οι ασάφειες που προκύπτουν και πολλά τα ερωτήματα. Και το βέβαιο είναι ότι τα ερωτήματα αυτά δεν θα επιλυθούν «από κοινού» από τους γονείς, όπως ατυχώς ευαγγελίζεται το νέο νομοσχέδιο αλλά από τα δικαστήρια, αυξάνοντας τη δικαστηριακή ύλη, με αποτέλεσμα μέχρι τότε να ταλαιπωρείται και να βασανίζεται το ίδιο το παιδί.

Επίσης, διαφαίνεται καθαρά και από τις προηγούμενες δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και την εκκωφαντική σιωπή της αρμόδιας Γενικής Γραμματείας Οικογενειακής και Δημογραφικής (όπως άλλαξε εν μία νυχτί) Πολιτικής και Ισότητας Φύλων συνδέεται με αυτή την εκκωφαντική σιωπή, ότι έχουμε ένα νομοσχέδιο, που επαναφέρει τις πιο πατριαρχικές αντιλήψεις, στο όνομα της ισότητας. Έχουμε μια νομιμοποιητική επίκληση της ισότητας που στην ουσία παράγει, στερεώνει και διευρύνει την ανισότητα. Διότι δεν μπορούμε να μιλάμε ερήμην μιας κοινωνίας, όπου οι άνισες έμφυλες σχέσεις, οι άνισες ταξικές σχέσεις είναι κυρίαρχες.

Ισχύον άρθρο 1520 ΑΚ

«ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ. Ο γονέας με τον όποιο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων, τα σχετικά με την επικοινωνία κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο».

Προτεινόμενο άρθρο 1520 ΑΚ

«ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ. Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνεται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή αυτού με το τέκνο όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε καθημερινή βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο του συνολικού, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή για λόγους, που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου. Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.

Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου. Τα σχετικά με την επικοινωνία καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1511. Όταν συντρέχει περίπτωση κακής ή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας.».

Σχολιασμός: Αρχικά, το εν λόγω άρθρο εισάγει την προβληματική του τεκμηρίου του 1/3 του χρόνου. Ο νομοθέτης, μη λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης και κάθε τέκνου, θεωρεί ότι βελτιώνει μια κατάσταση εισάγοντας έναν, τρόπον τινά, «υπόδειγμα – δείκτη» για τον δικαστή, υποδεικνύοντας του ,επί της ουσίας, τη δουλειά του. Από την καθαρά δογματικώς εσφαλμένη θέση της λέξης «τεκμαίρεται», ρήμα το οποίο στη νομική επιστήμη χρησιμοποιείται για την διάγνωση και αναγνώριση εννόμων συνεπειών ή πραγματικών περιστατικών που τις στοιχειοθετούν και όχι επί το πρώτον για την διάπλαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (όπως εν προκειμένω του δικαιώματος επικοινωνίας υπό τις νέες συνθήκες που έχουν ανακύψει) ,αφού εκ φύσεως, είναι αδύνατο κάτι τεκμαρθεί ως συγκεκριμένος αριθμός ή μέτρο, αφ’ής στιγμής δεν υπάρχει ακόμα στο νομικό κόσμο.

Επίσης, δημιουργείται σύγχυση και κατά τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία του άρθρου, καθώς είναι αδύνατο τελικά να γίνει γνωστή και αληθής η βούληση του νομοθέτη. Συγκεκριμένα, σε κανένα σημείο του άρθρου δεν αποσαφηνίζεται ο τρόπος με τον οποίο θα οριοθετείται ο καταρχήν συνολικός χρόνος ο οποίος εν συνεχεία θα πρέπει να διαιρεθεί για να φτάσουμε στο αποτέλεσμα του ενός τρίτου. Αφορά το συνολικό χρόνο στη ζωή του παιδιού, πχ, όλου του έτους, της εβδομάδας ή του 24ώρου, ακόμα και του χρόνου που αφιερώνεται στο ύπνο, στην σχολική διδασκαλία ή στις εξωσχολικές δραστηριότητες; Αν δηλαδή ένα παιδί μέσα στην εβδομάδα έχει ελεύθερο χρόνο από τις 168 ώρες της εβδομάδας, τις 50 (αφού αφαιρεθούν οι ώρες του ύπνου και του σχολείου), θα πρέπει να τις περάσει όλες (και ακόμα περισσότερες με αυτές) με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει; Και τελικά σε τι συνίσταται εντέλει ο ρόλος του γονέα με τον οποίο θα διαμένει το τέκνο; Οι σχέσεις του με το παιδί του θα καταστούν αποκλειστικά ξενοδοχειακής φύσης;

Το δικαίωμα της επικοινωνίας αποτελεί αυστηρά προσωποπαγές οικογενειακό δικαίωμα και εξ αυτού του λόγου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με αοριστίες. Με ποια κριτήρια ο Νομοθέτης υπολογίζει το χρόνο για την διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου; Ποιος είναι ο «συνολικός» χρόνος του τέκνου, ο ελεύθερος ή ο πραγματικός; Είναι δε σαφές, ότι η τόσο εκτεταμένη επικοινωνία θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των διατροφών ή την παντελή κατάργηση των διατροφών των παιδιών. Άλλωστε μόνο η αναιτιολόγητη μη καταβολή της διατροφής ποινικοποιείται γεγονός που θα διευκολύνει τη μη καταβολή της.

Επιπλέον, ο προβλεπόμενος στο τελευταίο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του νέου άρθρου «αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας» μόνο επί περιπτώσει σοβαρών λόγων, είναι αντιφατικός, καθώς ήδη αναιρείται με το αμέσως προηγούμενο εδάφιο που επιτρέπει γενικά στο δικαστή να ορίζει και μικρότερη επικοινωνία εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, ο αποκλεισμός ενός γονέα, μόνο κατόπιν αμετάκλητης καταδίκης του, προσκρούει πρωτίστως στον συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του φυσικά φορέας είναι και το ανήλικο τέκνο. Η απαίτηση αμετάκλητης καταδίκης από το ίδιο το κείμενο του νόμου, πέρα από τον ιδιαίτερα μακροχρόνιο ορίζοντά της (ο οποίος μπορεί να υπερβεί ακόμα και τη 10ετία) παραγνωρίζει και αψηφά ευθέως και την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ακόμα και του Εφετείου (δικαστηρίου ουσίας), θεωρώντας έμμεσα, τις αποφάσεις του ως μη επαρκείς για την απομάκρυνση του τέκνου από τον κακοποιητή γονιό, χωρίς την επικύρωση του Αρείου Πάγου.

Παράδειγμα: Πατέρας ο οποίος ασκεί σήμερα ενδοοικογενειακή βία προς τη σύζυγο και μητέρα του παιδιού του και προς το ηλικίας 7 ετών τέκνο τους, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, θα στερηθεί το δικαίωμα επικοινωνίας με το εν λόγω τέκνο, τη στιγμή που η καταδικαστική απόφαση θα καταστεί αμετάκλητη, γεγονός που θα λάβει χώρα σε 5-8 περίπου χρόνια από το συμβάν (κι αυτό μόνο στα πλημμελήματα ,γιατί για τα κακουργήματα είναι πολύ περισσότερο), δηλαδή όταν το τέκνο του που μέχρι τότε θα διαβιεί μαζί του, έχει σχεδόν ενηλικιωθεί.

Επίσης, στη τελευταία παράγραφο του νέου άρθρου, ο νέος Νόμος αφήνει κενά και αοριστίες για νομικές έννοιες, εκεί που το προισχύσαν δίκαιο ήταν σαφέστατο και επαρκές, που μπορεί να οδηγήσουν σε αδικίες και να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από φιλικά και συγγενικά πρόσωπα, όπως οι ανιόντες, που πολλές φορές είναι και το αίτιο της σύγκρουσης των συζύγων, ή που δεν κατονομάζονται ρητά, όπως στο άρθρο 1520, «οι τρίτοι που έχουν αναπτύξει με το παιδί κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης». Εννοεί ο νομοθέτης άραγε τους νέους συντρόφους… τους πατριούς και τις μητριές… τους θείους ή τις θείες, ή τους φίλους του άλλου γονέα; Ατυχής θα πρέπει να θεωρηθεί και η σχετική έκφραση «Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με … τους ανώτερους ανιόντες … τους αδερφούς… κλπ.» Ορθότερη βεβαίως είναι η διατύπωση του ισχύοντος νόμου που δίνει το δικαίωμα στα πρόσωπα αυτά να ζητήσουν αυτοτελώς την ρύθμιση της επικοινωνίας και αυτό είναι υπεραρκετό.

Ισχύον άρθρο 1532ΑΚ

«ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ. Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ο εισαγγελέας ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Το δικαστήριο μπορεί ιδίως να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή, ακόμη, και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτον ή και να διορίσει επίτροπο. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας μπορεί να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός τριάντα ημερών».

Νέο άρθρο 1532 ΑΚ

«ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ. Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.

Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν ιδίως: 1. η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο ή προς την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, 2. η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς, 3. η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας, 4. η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα, 5. η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλλει τη διατροφή που επιδικάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων, 6. η αμετάκλητη καταδίκη του γονέα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.

Το δικαστήριο, στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο γονέων οι προϋποθέσεις της παρ. 2, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμα και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτο ή και να διορίσει επίτροπο. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή τη ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός ενενήντα ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης κατά ενενήντα επιπλέον ημέρες.».

Σχολιασμός: Το επιστέγασμα της επιπολαιότητας του νέου Νόμου είναι η διατύπωση περί δυνατότητας αφαιρέσεως της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας από τον γονέα, όταν αυτός δεν συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση ή συμφωνία περί της επικοινωνίας του τέκνου ή ακόμα αν ευθύνεται για «διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτού». Εισάγει δηλαδή ο νέος νόμος αόριστες και δυσαπόδεικτες έννοιες, ερειδόμενες σε ανυπόστατα ψυχολογικά κριτήρια και καταστάσεις όπως “διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης, και πρόκληση διάρρηξης σχέσεων” τις οποίες τις καθιστά λόγους αφαίρεσης της γονικής μέριμνας και φέρνοντας φυσικά από την πίσω πόρτα το σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης.

Μάλιστα την αγωγή για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας στην περίπτωση αυτή, μπορεί να την ασκήσει, εκτός από τον άλλο γονέα, «οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου», ήτοι πιθανότατα η γιαγιά, ο παππούς, η θεία (αναφέρεται αόριστα ο νόμος) που κρίνουν ότι ο γονέας για παράδειγμα «βάζει λόγια» στο παιδί εις βάρος τους. Έτσι μια γυναίκα που το ανήλικο παιδί της, δεν θέλει να επικοινωνήσει με τον πατέρα του γιατί ο ίδιος δεν κατάφερε ποτέ να αναπτύξει δεσμό με το παιδί του ή ακόμα γιατί κακοποιούσε λεκτικά η σωματικά το ίδιο ή τη μητέρα του, ή που το ανήλικο παιδί της δεν έχει στενές σχέσεις με κάποιον από τους «πλησιεστέρους συγγενείς» για λόγους που δεν αφορούν την ίδια, θα κινδυνεύει να χάσει την γονική μέριμνα του παιδιού της ακόμα κι αν το ζητήσει από το δικαστήριο ο «πλησιέστερος συγγενής»!

Εισάγονται έτσι αυθαιρέτως υποχρεώσεις των γονέων έναντι των ανιόντων της πατρικής ή μητρικής γραμμής (παππούδες, γιαγιάδες) τις οποίες συνδέει με λόγο αφαίρεσης της γονικής μέριμνας.

Με άλλα λόγια, ενώ το νομοσχέδιο επιβάλλει την επικοινωνία του παιδιού με τους γονείς, στη πράξη προβλέπει την αυθαίρετη αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Η ratio του νομοθέτη στο συγκεκριμένο νομοθετικό κείμενο, φαίνεται να είναι η εξυπηρέτηση της απρόσκοπτης, ανεμπόδιστης, ακώλυτης, ευρείας επαφής του τέκνου με τους γονείς το , την οποία την ανάγει σε μέγιστο αγαθό αναφορικά με το συμφέρον του τέκνου. Το αποτέλεσμα όμως της ρυθμίσεως καταλήγει σε αφαίρεση γονικής μέριμνας ήτοι σε πλήρη και ολοκληρωτική αποξένωση του παιδιού από τον άλλο γονέα. Επομένως η έννομη συνέπεια της ρύθμισης αντιστρατεύεται αυτή καθαυτή την ratio της ρύθμισης. Πρόκειται εμφανώς για παραδοξολογία, αν όχι σκοπιμότητα.

Και ενώ στην παραπάνω περίπτωση «για το παραμικρό» - που μπορεί ακόμα και εύκολα να «κατασκευαστεί» στα πλαίσια σφοδρής αντιδικίας- θα φτάνει μια γυναίκα να χάσει το παιδί της, είναι τρομερά δύσκολο με το νέο νομοθέτημα να απομακρύνει το παιδί της από έναν γονέα που το κακοποιεί , αφού θα πρέπει πρώτα να καταδικαστεί αυτός αμετάκλητα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Το αμετάκλητο δε της καταδίκης σε μία χώρα που η δικαστική διερεύνηση τέτοιων αδικημάτων διαρκεί πολλά χρόνια κατά μέσο όρο, εγκυμονεί κινδύνους για την ερμηνεία και τη δεσμευτικότητά του από το Δικαστή κατά την διατύπωση της κρίσης του, που είναι ο μόνος αρμόδιος και ικανός να κρίνει κατά περίπτωση επ΄ αυτών των σοβαρών θεμάτων. Διότι ούτως ή άλλως και πριν καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη, ο άλλος γονιός θα πρέπει να ενθαρρύνεται να απευθυνθεί, όπως γίνεται με τον ισχύοντα νόμο και να ζητήσει την κρίση του Δικαστηρίου επ΄ αυτού, για να προστατεύσει το τέκνο από τον τυχόν κακοποιητή γονέα, ο οποίος βρίσκεται υπό δικαστική διερεύνηση για τέτοια σοβαρά αδικήματα, αλλά καθυστερεί η αμετάκλητη καταδίκη του.

Φτάνει λοιπόν, το νέο νομοθέτημα να καταλύσει ακόμα και το Ν. 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», σύμφωνα με τον οποίο προστέθηκε εδάφιο στο τέλος του άρθρου 735 του ΚΠολΔ: «Σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να διατάσσεται ιδίως η απομάκρυνση του καθ’ ου από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του αιτούντος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας», όταν το νέο νομοθέτημα απαιτεί για την απομάκρυνση του κακοποιητή γονέα από το τέκνο του αμετάκλητη δικαστική απόφαση!

«Αγνοεί», προκλητικά, το νομοσχέδιο ότι:

  • Η ενδοοικογενειακή βία έχει έμφυλο πρόσημο. Πόσες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε που ο σύζυγος κακοποιεί επανειλημμένα μητέρα και παιδιά και κανείς δε κάνει τίποτα ,μέχρι να αντικρίσουν το πτώμα οι γείτονες και να πουν ότι «κατά τα άλλα ήταν καλό παιδί...»;
  • Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κων/πολης, απαγορεύεται η επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα που δρα κακοποιητικά άμεσα ή έμμεσα προς αυτό, κάνοντάς το θεατή κακοποιητικών συμπεριφορών.
  • Και πριν από την πιο πάνω συνθήκη, σύμφωνα με τον Νόμο 3500/06, αναγνωρίζεται ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά σοβαρή κοινωνική παθογένεια, που παραβιάζει ατομικές ελευθερίες, κυρίως των γυναικών, οι οποίες και πλήττονται σε μεγάλο βαθμό από το φαινόμενο. Επεκτάθηκε, επίσης, το αξιόποινο παραδοσιακών εγκλημάτων και σε συμπεριφορές, οι οποίες μέχρι πρότινος υπάγονταν στην έννοια των βασανιστηρίων. Με τον τρόπο αυτό δηλώθηκε η πρόθεση του νομοθέτη να αποτρέψει φαινόμενα μετατροπής της οικογένειας σε τόπο ατιμώρητης καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σημαντική -και εν πολλοίς πρωτοποριακή - στον νόμο ήταν η αντιμετώπιση των ανηλίκων ως θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, ακόμα κι αν οι πράξεις αυτές δεν στρέφονται άμεσα εναντίον τους, αλλά απλώς τελούνται ενώπιον τους. Εν προκειμένω, ελήφθησαν υπόψη επιστημονικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία οι πράξεις ενδοοικογενειακής βίας επιδρούν αρνητικά στην ψυχοκοινωνική εξέλιξη των ανηλίκων , με κίνδυνο το φαινόμενο να διαιωνίζεται. ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟ ΑΥΤΟ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ, ΟΤΑΝ ΔΙΑΠΡΑΤΤΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ (άρθρο 6).

Ας αναλογιστούμε, όμως, πόσες τέτοιες υποθέσεις δεν φτάνουν ποτέ στα δικαστήρια, πόσες γυναίκες σιωπούν κάτω από το βάρος των συνεχών απειλών και του φόβου, πόσες φορές η αστυνομία τις στέλνει πίσω στον κακοποιητή τους. Κι όταν φθάσουν, μας πετάει προκλητικά στο πρόσωπο το επερχόμενο νομοσχέδιο την πιο επαίσχυντη διάταξη, ότι δηλαδή η άσκηση της επιμέλειας θα αφαιρείται μετά την ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ απόφαση της δικαιοσύνης. (Δεν εκπλησσόμαστε, το έχουμε ξαναπεί,τα ο νομοσχέδιο είναι απολύτως ενταγμένο στα πλαίσια της συντηρητικοποίησης, φτωχοποίησης και καταπάτησης κάθε κεκτημένου δικαιώματος). Χρησιμοποιούν, μάλιστα, την αμετακλητοποίηση ως πειστικό επιχείρημα, στην πιο αργή δικαιοσύνη της Ε.Ε, (έχει καταδικασθεί πλειστάκις η χώρα μας από το ΕΔΔΑ) για να μας πείσουν ότι έλαβαν υπόψη τους την ενδοοικογενειακή βία.

Και, πρέπει να σκεφτόμαστε το χειρότερο σενάριο, όταν μιλάμε για την προστασία του παιδιού. Δηλαδή, θα έχουμε το δυσοίωνο σενάριο, ενώ θα εκκρεμεί η ποινική διαδικασία, ο θύτης να αποφασίζει με το θύμα του και να συνδιαλέγεται μαζί του και το παιδί, αν είναι το θύμα, να διαμένει μαζί του μέχρι την ενηλικίωση. Ας σκεφτούμε πόσα θύματα ενδοοικογενειακής βίας και ειδικά ανήλικα παιδιά, αυτή την στιγμή τρέμουν ακόμα και στη θέα του θύτη τους. Πολλώ δε μάλλον, όταν ξέρουν, «a priori», ότι ο δρόμος της δικαίωσης θα είναι μακρύς, αν αυτή έλθει ποτέ. Κι αν η κακοποιήτρια είναι γυναίκα, φυσικά, και πρέπει να ισχύουν τα ίδια, αλλά δυστυχώς τα νούμερα είναι αμείλικτα, γιατί η έμφυλη βία έχει θηλυκό πρόσημο.

Κι ας πάρουμε, ως υπόθεση εργασίας, ότι ο θύτης καταδικάζεται τελεσίδικα. Η έννομη τάξη μας αντέχει το γεγονός ότι, καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια, το θύμα, το παιδί, ζούσε κι ενηλικιώθηκε με τον κακοποιητή του και υποβάλλαμε και τη γυναίκα στη βάσανο να συνδιαλέγεται και να υποκύπτει, προφανώς, σε ένα επίσης κακοποιητή πρώην σύζυγο;

Τα παιδιά, όμως, δεν είναι αντικείμενο ή εμπόρευμα που αν συμβεί κάποια βλάβη ή ζημιά σε αυτά κατά τη διάρκεια της «κοινής γονικής μέριμνας», μετά θα αλλάξεις τη ρύθμιση, γιατί αποδείχτηκε ότι είναι επιβλαβής για το παιδί. Η Δικαιοσύνη έχει καθήκον να προστατεύσει τα παιδιά από το ρίσκο του κινδύνου και να υπολογίσει τον κίνδυνο εκ των προτέρων. Μιλάμε για ανθρώπους με ίσα δικαιώματα ,όπως αναγνωρίζονται στη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ,επιπρόσθετα ,στη Σύμβαση Δικαιωμάτων του παιδιού.

Ακόμα πιο εξοργιστική είναι η πρόβλεψη που κυκλοφόρησε στο πρώτο προσχέδιο (ώσπου να καταλήξουν ,σφιγμομετρώντας τις αντιδράσεις) για αφαίρεση επιμέλειας μόνο σε περίπτωση που ο γονέας είναι κακοποιητικός προς το παιδί, όπως ορίζεται στο προτεινόμενο και επίμαχο άρθρο. Κι στο εν λόγω, όμως, νομοσχέδιο δεν ξεκαθαρίζεται αν ενδοοικογενειακή βία θεωρείται κι εκείνη κατά της μητέρας κατά τη διάρκεια του γάμου.

Οι μητέρες- θύματα έμφυλης βίας θα εγκλωβίζονται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα σε κακοποιητικούς γάμους ή σχέσεις με τον φόβο της απώλειας της γονικής μέριμνας ή μετά το διαζύγιο θα έρχονται σε συστηματική επαφή με τον κακοποιητή τους. Στην περίπτωση μάλιστα που μια μητέρα πάρει το παιδί της σε άλλη πόλη για να το προστατεύσει ή να προστατευτεί η ίδια από την κακοποίηση, ο έτερος γονέας θα μπορεί να κάνει μήνυση για παραβίαση της δικαστικής απόφασης και η μητέρα θα κινδυνεύει με σύλληψη και αυτόφωρο μέχρι να επιστρέψει το παιδί στον μόνιμο τόπο κατοικίας.

Και τούτο, καθώς καμία πρόβλεψη δεν έχει λάβει χώρα για τα αναρίθμητα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ,που συμβαίνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες, με θεατές ανήλικα παιδιά και μοναδικό αποτέλεσμα τον εσαεί τραυματισμό του ψυχικού τους κόσμου. Παιδιά που πλέον δεν θα ακούγονται στις δικαστικές αίθουσες, που καμία ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη δεν θα λαμβάνεται υπ’όψιν και καμία γυναίκα δεν θα βρίσκει το δίκιο της, μένοντας τελικά μόνη και αβοήθητη σε έναν κόσμο βαθειάς πατριαρχίας και μισογυνισμού. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι εκκρεμούν δικαστήρια εναντίον κάποιων ενεργών μπαμπάδων για κακοποίηση (ανάμεσά τους αυτός που κακοποίησε την πρώην σύζυγό του στο προαύλιο του σχολείου των παιδιών του, μπροστά στα μάτια γονιών, παιδιών και δασκάλων στην Κέρκυρα).

Το είδαμε και από τις δηλώσεις του Υπουργού. Θέλουν να ξαναγυρίσουν σε μία απολύτως πυρηνική, συντηρητική οικογένεια την οποία ελπίζουν να διατηρήσουν και μετά το διαζύγιο. Όλες οι κατακτήσεις που έγιναν με αγώνες και διεκδικήσεις μέχρι το 1983 καταλύονται και πέφτουν με εκκωφαντικό θόρυβο.

Σε μια εποχή κατά την οποία κορυφώνεται η κρίση, η μεθοδολογία του νομοσχεδίου και οι δηλώσεις του Υπουργού δεν αποτελούν παρά ένα εργαλείο κατανόησης του αόρατου εχθρού. Στην περίπτωση της παραβατικότητας, ευθύνεται αποκλειστικά η «διαλυμένη» οικογένεια. Και συνδυάζεται απόλυτα με τις υπόλοιπες πολιτικές συνδηλώσεις, σε μία περίοδο που η κρίση πλήττει με ακραίο τρόπο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Έτσι, δηλώνεται ανερυθρίαστα ο δομικός ρόλος της πυρηνικής οικογένειας (που συνεχίζεται αυταρχικά και μετά το διαζύγιο) στις αναζητήσεις για την παγκόσμια φτώχεια, εξαθλίωση, παραβατικότητα, βία, ασθένεια, ώστε να μην αναζητούνται αλλού ευθύνες, δηλαδή εκεί που πραγματικά ανήκουν.

Με αυτόν τον τρόπο, η λογική που κρύβεται πίσω από το νομοσχέδιο καθιστά εμφανή μια πατριαρχική κατασκευή δικαίου συνεπιμέλειας και επανακωδικοποίησης της πατριαρχίας, που καταφέρνει να αποδίδει στα υποκείμενα μια φυσική ευθύνη, η οποία τελικά μετατρέπεται σε κρατικό προνόμιο. Το κράτος, δηλαδή, δύναται να επεμβαίνει, υποτίθεται προς όφελος των παιδιών, στη βασική αποστολή αυτής της διερευνητικής διαδρομής πάταξης της παρέκκλισης, επανακωδικοποιώντας ύπουλα μια κανονικότητα.

Μια κανονικότητα που βλέπουμε να αναπαράγεται στις μέρες μας ως το τρίπτυχο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», η οποία, με τη σειρά της, λαμβάνει ως εφαλτήριο τον ιδιαίτερο ρόλο που αποδίδεται από το κράτος στην αστυνόμευση ,ώστε να καλλιεργείται ύπουλα το ευγονικά «υγιές» παιδί.

Εν κατακλείδι, αντιμετωπίζεται, αλήθεια, το τέκνο ως υποκείμενο Δικαίου από τον Νομοθέτη του συγκεκριμένου Νομοσχεδίου κατά την επιταγή του Συντάγματός μας; Σύμφωνα με την Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, κανείς δεν δικαιούται να αποφασίζει για ζητήματα που αφορούν το παιδί, ερήμην του με “a priori” αποφάσεις που δεν εξυπηρετούν το συμφέρον του κάθε ξεχωριστού παιδιού, της κάθε ξεχωριστής οικογένειας.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News