Δικηγορικό Γραφείο
«Προβληματική επιχείρηση» και διαδικασία «εξυγίανσης» στο Προσωρινό Πλαίσιο Στήριξης

Γράφει η Αναστασία Ν. Παπαθανασίου, Δικηγόρος Παρ΄ Αρείω Πάγω

Η έννοια της «προβληματικής επιχείρησης» και η διαδικασία της εξυγίανσης ως συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας, με αφορμή την ΦΕΚ Β΄ 1291/10-4-2020 Πρόσκληση, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, για να υπαχθεί μία επιχείρηση μεσαία ή μικρή στο Πρόγραμμα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων με τίτλο «Επιδότηση τόκων υφισταμένων δανείων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων πληττόμενων από τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας του ιού COVID-19»

Ι. Σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, παρ 4 της Πρόσκλησης, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, για να υπαχθεί μία επιχείρηση στο προσωρινό πλαίσιο στήριξης, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να μην αποτελεί «προβληματική επιχείρηση», σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Παράρτημα IV «Ορισμός Προβληματικών Επιχειρήσεων» της οικείας Πρόσκλησης, στις 31/12/2019. Η κεντρική αυτή προϋπόθεση υπαγωγής στο Πρόγραμμα δεν μεταβλήθηκε με την τελευταία τροποποίησή της, Απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης με αρ. 77883/22-7-2020 (ΦΕΚ β΄3110/2707-2020 και ισχύει. Η «προβληματικότητα» όμως εξετάζεται «είτε στις 31 Δεκεμβρίου 2019 και βάση των οριζόμενων στην 19.3.2020/ 0(2020) 1863 ανακοίνωση είτε πριν τη χορήγηση της ενίσχυσης.

Στο κεφάλαιο 5, παρ 4 της Πρόσκλησης διευκρινίζεται ότι η χρηματοδότηση μπορεί να χορηγείται σε επιχειρήσεις που δεν είναι προβληματικές και/ή επιχειρήσεις που δεν ήταν προβληματικές στις 31/12/2019, αλλά οι οποίες αντιμετώπισαν προβλήματα ή κατέστησαν προβληματικές στη συνέχεια.

Στο κεφάλαιο 6, παρ. 4 της Πρόσκλησης ορίζεται ότι «κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, μπορούν να χορηγηθούν ενισχύσεις και σε πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις (κατά την έννοια του παραρτήματος Ι του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία) που ήταν ήδη προβληματικές στις 31 Δεκεμβρίου 2019, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάγονται σε συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας βάσει του εθνικού δικαίου και δεν έχουν λάβει ενίσχυση διάσωσης (ή έχουν λάβει ενίσχυση διάσωσης αλλά έχουν αποπληρώσει το δάνειο ή λύσει τη σύμβαση ενίσχυσης κατά τη χορήγηση της ενίσχυσης βάσει της παρούσας πρόσκλησης) ή ενίσχυση αναδιάρθρωσης (ή έχουν λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης αλλά δεν υπόκεινται πλέον σε σχέδιο αναδιάρθρωσης κατά τη χορήγηση της ενίσχυσης βάσει της παρούσας πρόσκλησης)……».

Σύμφωνα με το Παράρτημα IV «Ορισμός Προβληματικών Επιχειρήσεων» (ΦΕΚ Β΄ 1291/10-4-2020, σελ.13539) προβληματική είναι η επιχείρηση για την οποία συντρέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV : ΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Α) Προβληματική επιχείρηση: η επιχείρηση για την οποία συντρέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  1. εάν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (πλην ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει τριετία από τη σύστασή της ή, όσον αφορά την επιλεξιμότητα για ενίσχυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει επταετία από την πρώτη εμπορική της πώληση, η οποία πληροί τα κριτήρια για επενδύσεις χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου κατόπιν ελέγχου με τη δέουσα επιμέλεια από τον επιλεγμένο ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό), όταν έχει απολεσθεί πάνω από το ήμισυ του εγγεγραμμένου της κεφαλαίου λόγω συσσωρευμένων ζημιών. Αυτό ισχύει όταν από την αφαίρεση των συσσωρευμένων ζημιών από τα αποθεματικά (και όλα τα άλλα στοιχεία που θεωρούνται εν γένει ως μέρος των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας) προκύπτει αρνητικό σωρευτικό ποσό που υπερβαίνει το ήμισυ του εγγεγραμμένου κεφαλαίου. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, ο όρος «εταιρεία περιορισμένης ευθύνης» παραπέμπει ειδικότερα στα είδη εταιρειών που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1) και ο όρος «κεφάλαιο» περιλαμβάνει, ενδεχομένως, και κάθε διαφορά από έκδοση υπέρ το άρτιο·
  2. εάν πρόκειται για εταιρεία στην οποία τουλάχιστον ορισμένα μέλη έχουν απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας (πλην ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει τριετία από τη σύστασή της ή, όσον αφορά την επιλεξιμότητα για ενίσχυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, ΜΜΕ που δεν έχει συμπληρώσει επταετία από την πρώτη εμπορική της πώληση, η οποία πληροί τα κριτήρια για επενδύσεις χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου κατόπιν ελέγχου με τη δέουσα επιμέλεια από τον επιλεγμένο ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό), εφόσον έχει απολεσθεί πάνω από το ήμισυ του κεφαλαίου της, όπως εμφαίνεται στους λογαριασμούς της εταιρείας, λόγω συσσωρευμένων ζημιών. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, ο όρος «εταιρεία στην οποία τουλάχιστον ορισμένα μέλη έχουν απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας» παραπέμπει ειδικότερα στα είδη εταιρειών που αναφέρονται στο παράρτημα II της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
  3. εάν πρόκειται για εταιρεία που υπάγεται σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία ή πληροί τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει όσον αφορά την υπαγωγή της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτημα των πιστωτών της·
  4. εάν πρόκειται για επιχείρηση που έχει λάβει ενίσχυση διάσωσης και δεν έχει ακόμη αποπληρώσει το δάνειο ή λύσει τη σύμβαση εγγύησης ή που έχει λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης και υπόκειται ακόμη σε σχέδιο αναδιάρθρωσης·
  5. εάν πρόκειται για άλλη επιχείρηση εκτός ΜΜΕ, εφόσον τα τελευταία δύο έτη:
    1) ο δείκτης χρέους προς ίδια κεφάλαια της επιχείρησης είναι υψηλότερος του 7,5 και
    2) ο δείκτης κάλυψης χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων της επιχείρησης (EBITDA interest coverage ratio) είναι κάτω του 1,0. Η εξέταση μιας επιχείρησης για να διαπιστωθεί αν αυτή είναι προβληματική, γίνεται σε επίπεδο ενιαίας επιχείρησης (αιτούσα επιχείρηση και τυχόν συνδεδεμένες με αυτή επιχειρήσεις), ανεξάρτητα αν υφίσταται για αυτές υποχρέωση σύνταξης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
    Το εν λόγω Παράρτημα IV παραμένει σε ισχύ και δεν έχει τροποποιηθεί από την Απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης με αρ. 77883/22-7-2020 (ΦΕΚ β΄3110/2707-2020).

II. Τα δικαιολογητικά

IΙα. Τα δικαιολογητικά του Παραρτήματος VI

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI : Τα δικαιολογητικά που απαιτούνται προκειμένου να αξιολογηθεί εάν μία επιχείρηση είναι προβληματική σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 σημείο 18 του Καν. 651/2014 και πρέπει να προσκομισθούν ανάλογα με την ιδιότητα της επιχείρησης και τα έτη λειτουργίας της είναι τα ακόλουθα:

  1. Υφιστάμενη ΜΜΕ κάτω της τριετίας ατομικής μορφής: a. Για τον έλεγχο του εδαφίου (γ) του ως άνω σημείου Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν σε πτώχευση, ότι δεν τελούν σε διαδικασία κήρυξης πτώχευσης, πτωχευτικό συμβιβασμό, διαδικασία κήρυξης σε πτωχευτικό συμβιβασμό, ότι δεν τελούν υπό αναγκαστική διαχείριση και διαδικασία έκδοσης απόφασης αναγκαστικής διαχείρισης, ότι δεν έχει κάνει αίτημα για υπαγωγή στην διαδικασία του άρθρου 99 ΠτΚ, εφόσον ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της επιχείρησης αίτημα για υπαγωγή στην πτωχευτική διαδικασία.
  2. Λοιπές υφιστάμενες επιχειρήσεις ατομικής μορφής ανεξαρτήτου χρόνου λειτουργίας με βιβλία Γ κατηγορίας: a. Για τον έλεγχο του εδαφίου (γ) του ως άνω σημείου Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν σε πτώχευση, ότι δεν τελούν σε διαδικασία κήρυξης πτώχευσης, πτωχευτικό συμβιβασμό, διαδικασία κήρυξης σε πτωχευτικό συμβιβασμό, ότι δεν τελούν υπό αναγκαστική διαχείριση και διαδικασία έκδοσης απόφασης αναγκαστικής διαχείρισης ότι δεν έχει κάνει αίτημα για υπαγωγή στην διαδικασία του άρθρου 99 ΠτΚ, εφόσον ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της επιχείρησης αίτημα για υπαγωγή στην πτωχευτική διαδικασία b. Για τον έλεγχο του εδαφίου (α) ή (β) του ως άνω σημείου ισολογισμούς τελευταίων τριών διαχειριστικών χρήσεων ή όσων εξ αυτών υπάρχουν. Από τα εν λόγω στοιχεία θα λαμβάνεται σαν Εγγεγραμμένο Κεφάλαιο το Σύνολο των Ιδίων Κεφαλαίων Ισολογισμού και σαν Απώλειες οι Ζημίες βάση Κ.Α.Χ.(Μόνο για μεγάλες επιχ.)
  3. Λοιπές υφιστάμενες επιχειρήσεις ατομικής μορφής ανεξαρτήτου χρόνου λειτουργίας με βιβλία όχι Γ κατηγορίας: a. Για τον έλεγχο του εδαφίου (γ) του ως άνω σημείου Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν σε πτώχευση, ότι δεν τελούν σε διαδικασία κήρυξης πτώχευσης, πτωχευτικό συμβιβασμό, διαδικασία κήρυξης σε πτωχευτικό συμβιβασμό, ότι δεν τελούν υπό αναγκαστική διαχείριση και διαδικασία έκδοσης απόφασης αναγκαστικής διαχείρισης ότι δεν έχει κάνει αίτημα για υπαγωγή στην διαδικασία του άρθρου 99 ΠτΚ, εφόσον ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της επιχείρησης αίτημα για υπαγωγή στην πτωχευτική διαδικασία b. Για τον έλεγχο του εδαφίου (α) ή (β) του ως άνω σημείου Βεβαίωση έναρξης επιτηδεύματος από την αρμόδια Οικονομική Αρχή (Δ.Ο.Υ.) και Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Ε3 των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων ή όσων εξ αυτών υπάρχουν. (Μόνο για μεγάλες επιχ.)
  4. Υφιστάμενη ΜΜΕ κάτω της τριετίας άλλης νομικής μορφής πλην ατομικής: a. Για τον έλεγχο του εδαφίου (γ) Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό κοινή εκκαθάριση του Κ.Ν. 2190/1920 όπως εκάστοτε ισχύει και/ή b. Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση του ν.1892/1990 όπως εκάστοτε ισχύει και/ή c. Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση σε λειτουργία του άρθρου 106ια του Πτωχευτικού Κώδικα ούτε σε καθεστώς προπτωχευτικής διαδικασίας εξυγίανσης του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της επιχείρησης αίτημα για υπαγωγή στην πτωχευτική διαδικασία.
  5. Λοιπές υφιστάμενες επιχειρήσεις άλλης νομικής μορφής πλην ατομικής ανεξαρτήτου χρόνου λειτουργίας με βιβλία Γ κατηγορίας: a. Για τον έλεγχο του εδαφίου (γ) Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό κοινή εκκαθάριση του Κ.Ν. 2190/1920 όπως εκάστοτε ισχύει και/ή b. Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση του ν.1892/1990 όπως εκάστοτε ισχύει και/ή c. Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση σε λειτουργία του άρθρου 106ια του Πτωχευτικού Κώδικα ούτε σε καθεστώς προπτωχευτικής διαδικασίας εξυγίανσης του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της επιχείρησης αίτημα για υπαγωγή στην πτωχευτική διαδικασία και d. Για τον έλεγχο του εδαφίου (α) ή (β) του ως άνω σημείου ισολογισμούς τελευταίων τριών διαχειριστικών χρήσεων ή όσων εξ αυτών υπάρχουν. Από τα εν λόγω στοιχεία θα λαμβάνεται σαν Εγγεγραμμένο Κεφάλαιο το Σύνολο των Ιδίων Κεφαλαίων Ισολογισμού και σαν Απώλειες οι Ζημίες βάση Κ.Α.Χ.
  6. Λοιπές υφιστάμενες επιχειρήσεις άλλης νομικής μορφής πλην ατομικής ανεξαρτήτου χρόνου λειτουργίας με βιβλία όχι Γ κατηγορίας: a. Για τον έλεγχο του εδαφίου (γ) Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό κοινή εκκαθάριση του Κ.Ν. 2190/1920 όπως εκάστοτε ισχύει και/ή b. Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση του ν.1892/1990 όπως εκάστοτε ισχύει και/ή c. Πιστοποιητικό αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, έκδοσης του τελευταίου εξαμήνου από το οποίο να προκύπτει ότι δεν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση σε λειτουργία του άρθρου 106ια του Πτωχευτικού Κώδικα ούτε σε καθεστώς προπτωχευτικής διαδικασίας εξυγίανσης του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα καθώς και ότι δεν έχει υποβληθεί κατά της επιχείρησης αίτημα για υπαγωγή στην πτωχευτική διαδικασία και d. Για τον έλεγχο του εδαφίου (α) ή (β) του ως άνω σημείου το πιο πρόσφατο κωδικοποιημένο καταστατικό και οι τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτού, μαζί με τα αντίστοιχα ΦΕΚ δημοσίευσης όπου αυτή προβλέπεται και Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Ε3 των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων ή όσων εξ αυτών υπάρχουν.
  7. Το σύνολο των επιχειρήσεων θα δηλώνουν υπευθύνως ότι: «Η επιχείρηση δεν έχει λάβει ενίσχυση διάσωσης ή αναδιάρθρωσης, ή η επιχείρηση έχει λάβει ενίσχυση διάσωσης αλλά έχει αποπληρώσει το δάνειο και έχει λύσει τη σύμβαση εγγύησης ή η επιχείρηση έχει λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης η οποί .α έχει ολοκληρωθεί.»

Περαιτέρω, στο κεφάλαιο 9: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ – ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι τα χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα επιβεβαιώνουν την τήρηση ή μη των τυπικών προϋποθέσεων του κεφαλαίου 4: ΛΗΠΤΕΣ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ - ΟΡΟΙ & ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ, βάσει των αναγραφόμενων στα Δικαιολογητικά που επισυνάπτει ο λήπτης. Η επιβεβαίωση των σημείων του Κεφ. 4 γίνεται ως ακολούθως:

  1. ...
  2. ...
  3. ...
  4. Για το σημείο 4.4. βάσει των δικαιολογητικών του σημείου 2 του Παραρτήματος VI ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ.
  5. Για το σημείο 4.5. με βάση την Υπεύθυνη Δήλωση δικαιολογητικό του σημείου 4 του Παραρτήματος VI ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ.
  6. Για το σημείο 4.6. ελέγχεται με βάση την Υπεύθυνη Δήλωση δικαιολογητικό του σημείου 4 του Παραρτήματος VI ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ.

IIβ. Τα δικαιολογητικά των μακροχρόνιων υποχρεώσεων του λήπτη

Τέλος στο άρθρο 13: ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΛΗΠΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ, υπό παράγραφο β), μεταξύ των άλλων μακροχρόνιων υποχρεώσεων ο λήπτης της ενίσχυσης οφείλει μέχρι 31/12/2020 (όπως η ημερομηνία διορθώθηκε με το ΦΕΚ Β΄ 3963/16.09.2020) να προσκομίσει στο οικείο Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα τα ακόλουθα πιστοποιητικά: (α) Πιστοποιητικό περί μη κήρυξης σε πτώχευση ή περί μη θέσης σε αναγκαστική διαχείριση ή σε εξυγίανση ή σε άλλη διαδικασία συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών και (β) πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης για κήρυξη σε πτώχευση, ή θέση σε αναγκαστική διαχείριση ή θέση σε εξυγίανση ή σε παύση πληρωμών ή σε άλλη διαδικασία συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών. Η χορήγηση των ανωτέρω εγγράφων μπορεί να γίνεται κατά περίπτωση, είτε από το Γ.Ε.Μ.Η. είτε από τα κατά τόπον αρμόδια πρωτοδικεία για τις 31.12.2019 ή για την περίοδο που προηγείται της χορήγησης της ενίσχυσης. Η περίοδος αναφοράς του εν λόγω εγγράφου εξαρτάται από το χρόνο για τον οποίο ελέγχεται η επιχείρηση ως μη προβληματική. Το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αναρτά το συγκεκριμένο έντυπο στο ΠΣΚΕ και σε περίπτωση μη προσκόμισης από το λήπτη της ενίσχυσης ενημερώνει την ΕΥΔΕ – ΒΕΚ, η οποία εκδίδει απόφαση ολικής ανάκτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κοινή Υπουργική απόφαση Δημοσιονομικών Διορθώσεων. Ο υπολογισμός των τόκων ανάκτησης για τη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται από την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης.

Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουν τα δικαιολογητικά περί μη πτωχεύσεως, τα οποία πρέπει να προσκομιστούν από τις επιχειρήσεις προκειμένου να ελεγχθεί αν συντρέχει η προϋπόθεση υπό στοιχείο γ) για το χαρακτηρισμό της επιχείρησης ως προβληματικής, σύμφωνα με το Παράρτημα ΙV της Πρόσκλησης:

  1. ...
  2. ...
  3. εάν πρόκειται για εταιρεία που υπάγεται σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία ή πληροί τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει όσον αφορά την υπαγωγή της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτημα των πιστωτών της και
  4. ...

III. Η έννοια της προβληματικής επιχείρησης στην ΕΕ και στο Ελληνικό Δίκαιο

Σύμφωνα µε τον Κανονισμό 651/2014 (ΕΕ) και το άρθρο 2. περ. 18 (διαθέσιμος ως ισχύει κωδικοποιημένος, στο παρακάτω σύνδεσμο για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της ΣΛΕΕ, η έννοια της προβληματικής επιχείρησης υφίσταται όταν μεταξύ άλλων «{….} γ) εάν πρόκειται για εταιρεία που υπάγεται σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία ή πληροί τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει όσον αφορά την υπαγωγή της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία µετά από αίτημα των πιστωτών της {…}».

Η έννοια της «προβληματικής επιχείρησης» και ειδικότερα τα σημεία γ) και δ) του άρθρου 2 περ. 18 του Κανονισμού 651/2014 φαίνονται να ταυτίζονται με την έννοια της «προβληματικής επιχείρησης» κατά το προαναφερθέν απόσπασμα του Παραρτήματος IV της πρόσκλησης. Η Πρόσκληση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων εδράζεται και παραπέμπει στην από 19/03/2020 με αρ. C(2020) 1863 Ανακοίνωση της Ευρωπαικής Επιτροπής σχετικά με το προσωρινό Πλαίσιο για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η Οικονομία κατά τη διάρκεια της τρέχουσας έξαρσης της νόσου COVID-19 (Σημείο 1 περ. 8 της Πρόσκλησης (ΦΕΚ Β΄ 1291/10-04-2020, σελ. 13497) και επιπλέον το κεφάλαιο 4 παρ. 4 της Πρόσκλησης, όπως τροποποιήθηκε με την ΥΑ με αρ. 77883/22-07-2020 (ΦΕΚ Β΄ 3110/27-07-2020) ρητά αναφέρεται στην εν λόγω Ανακοίνωση ως προς το ζήτημα της εξαίρεσης των προβληματικών επιχειρήσεων.). Η εν λόγω Ανακοίνωση ρητά εξαιρεί τις επιχειρήσεις που ήταν προβληματικές στις 31/12/2019 από το πεδίο εφαρμογής της, παραπέμποντας ως προς τον ορισμό των προβληματικών επιχειρήσεων, στον προαναφερθέντα Κανονισμό 651/2014 ( C(2020) 1863, ar. Periu. 22 (γ), υποσ. 15, διαθέσιμη στο παρακάτω σύνδεσμο.

Βλ. και την κωδικοποιημένη εκδοχή της ανακοίνωσης εδώ.

Τυχόν κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ανακοίνωσης αυτής, θεωρούνται συμβατές με το αρθρ. 107 παρ. 3 στοιχ β΄ ΣΛΕΕ και, επομένως, μπορούν να εγκριθούν κατόπιν κοινοποίησης από το οικείο κράτος μέλος (Έτσι η ως άνω Ανακοίνωση στον αρ. περιθ. 16).

Περαιτέρω σύμφωνα με το κάτωθι απόσπασμα των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαικής Επιτροπής 2004/C/244/02, ορισμός της προβληματικής επιχείρησης:

2. ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΣΕ ΣΥΝΔΥ

«…2.1. Έννοια της προβληματικής επιχείρησης
9. Δεν υπάρχει κοινοτικός ορισμός της προβληματικής επιχείρησης. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι μία επιχείρηση είναι προβληματική κατά την έννοια των παρουσών κατευθυντηρίων γραμμών, εφόσον δεν είναι ικανή, με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με τους πόρους που είναι ικανή να εξασφαλίσει από τους ιδιοκτήτες/μέτοχους της και τους πιστωτές της, να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της, η οποία, χωρίς εξωτερική παρέμβαση από το κράτος, θα την οδηγήσει προς μία σχεδόν βέβαιη οικονομική εξαφάνιση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.
10. Συγκεκριμένα, μια επιχείρηση θεωρείται καταρχήν και ανεξαρτήτως μεγέθους προβληματική, κατά την έννοια των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών στις ακόλουθες περιπτώσεις: ή

  1. εάν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (1), εφόσον έχει απωλεσθεί πάνω από το μισό του εγγεγραμμένου της άνω του ενός τετάρτου του κεφαλαίου αυτού έχει απωλεσθεί κατά τη διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών,
  2. εάν πρόκειται για εταιρεία στην οποία τουλάχιστον ορισμένα μέλη έχουν απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας (3), εφόσον έχει απωλεσθεί πάνω από το μισό του κεφαλαίου της, όπως εμφανίζεται στους λογαριασμούς της εταιρείας, και πάνω από το ένα τέταρτο του κεφαλαίου αυτού έχει απωλεσθεί κατά τη διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών,
  3. ανεξάρτητα από τη μορφή της εταιρείας, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει όσον αφορά την υπαγωγή της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία.

11. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που δεν συντρέχει καμία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο σημείο 10, μια εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να θεωρείται προβληματική, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν οι συνήθεις ενδείξεις μιας προβληματικής επιχείρησης όπως αύξηση των ζημιών, μείωση του κύκλου εργασιών, διόγκωση των αποθεμάτων, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, φθίνουσα ταμειακή ροή, αυξανόμενη δανειοληψία, αύξηση των οικονομικών επιβαρύνσεων καθώς και εξασθένιση ή εξαφάνιση της αξίας του καθαρού ενεργητικού. Στις σοβαρότερες περιπτώσεις, η επιχείρηση μπορεί να έχει ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση ή να αποτελεί αντικείμενο συλλογικής πτωχευτικής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές ισχύουν για κάθε ενίσχυση που χορηγείται στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας και η οποία επιτρέπει στην επιχείρηση να συνεχίσει τη δραστηριότητά της…».

Δεν υπάρχει λοιπόν κοινοτικός ορισμός της «προβληματικής επιχείρησης». Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι μία επιχείρηση είναι προβληματική, εφόσον δεν είναι ικανή, με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με τους πόρους που είναι ικανή να εξασφαλίσει από τους ιδιοκτήτες/μέτοχους της και τους πιστωτές της, να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της, η οποία, χωρίς εξωτερική παρέμβαση από το κράτος, θα την οδηγήσει προς μία σχεδόν βέβαιη οικονομική εξαφάνιση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

Για τη συγκεκριμένη δράση στην ελληνική έννομη τάξη μία προβληματική επιχείρηση είναι επιλέξιμη μόνο εφόσον αποδεδειγμένα αδυνατεί να εξασφαλίσει την ανάκαμψή της με δικούς της πόρους ή με την λήψη κεφαλαίων από τους ιδιοκτήτες/μετόχους ή από πηγές της αγοράς.

Η βασική στόχευση του προσωρινού πλαισίου είναι η παροχή στήριξης σε επιχειρήσεις, βιώσιμες κατά τ' άλλα, οι οποίες αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες συνεπεία της πανδημίας του κορονοϊού. Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις (δεν συμπεριλαμβάνονται οι μεγάλες) που ήταν ήδη προβληματικές πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2019 δεν δικαιούνται να λάβουν μεν ενίσχυση βάσει του προσωρινού πλαισίου, αλλά μπορούν να λάβουν ενίσχυση σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, ιδίως τις κατευθυντήριες γραμμές διάσωσης και αναδιάρθρωσης. Επίσης με τις επελθούσες τροποποιήσεις, στόχος είναι να αυξηθεί η δυνατότητα στήριξης και των νεοφυών επιχειρήσεων, ιδίως των καινοτόμων, οι οποίες ενδέχεται να είναι ζημιογόνες κατά τη φάση ταχείας ανάπτυξης, είναι δε ζωτικής σημασίας για την οικονομική ανάκαμψη της Ένωσης. Όλες οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που είχαν λιγότερα από τρία έτη λειτουργίας στις 31 Δεκεμβρίου 2019 μπορούν να επωφεληθούν από τα μέτρα ενίσχυσης που προβλέπονται στο προσωρινό πλαίσιο.

Πιο πάνω προσπαθήσαμε να δώσουμε τι ορίζεται ως προβληματική επιχείρηση σύμφωνα με τον υπ’ αριθμόν 651/2014 κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εφαρμόζεται απαρεγκλίτως σε περιπτώσεις κρατικής ενίσχυσης επιχειρήσεων. Η επιχείρηση που δεν είναι ικανή να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με πόρους που εξασφαλίζει από τους ιδιοκτήτες/μετόχους και τους πιστωτές της.

Με απλά λόγια, για να διαπιστωθεί αν μια επιχείρηση εμπίπτει στον ορισμό της προβληματικής, εξετάζονται, πρώτον, τα αποθεματικά της, δεύτερον, το αν έχει μπει σε διαδικασία πτώχευσης και, τρίτον, στην περίπτωση που αναφερόμαστε σε μεγάλη επιχείρηση, ελέγχονται και οι οικονομικοί δείκτες.

Μέχρι σήμερα, και με βάση τους ισχύοντες κανόνες της Ε.Ε., υπήρχε η δυνατότητα όλα αυτά να συλλέγονται χρησιμοποιώντας είτε τα στοιχεία της τελευταίας κλεισμένης οικονομικής χρήσης είτε, αφότου η εκάστοτε επιχείρηση είχε προβεί σε διορθωτικές κινήσεις, τα επικαιροποιημένα στοιχεία όπως αυτά ίσχυαν πριν υποβληθεί η αίτηση για χρηματοδότηση. Επομένως, μια επιχείρηση είχε την ευχέρεια να διορθώσει την εικόνα της και να μην είναι προβληματική πριν από την υποβολή της αίτησης για χρηματοδότηση, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να είναι σε θέση να τη δικαιούται.

Σήμερα, η εποχή της πανδημικής κρίση της COVID-19 βρίσκει την έννοια της προβληματικότητας μέσα σε ένα διαφορετικό καθεστώς. Η Ε.Ε., για τον χειρισμό των χρηματοδοτήσεων στην αντιμετώπιση της πανδημίας, από πλευράς κρατικών ενισχύσεων υιοθέτησε ένα θεσμικό προσωρινό πλαίσιο, στην πρώτη έκδοση του οποίου οι επιχειρήσεις που μπορούσαν να ενταχθούν στα χρηματοδοτικά εργαλεία ενίσχυσης της ρευστότητας θα έπρεπε να μην ήταν προβληματικές ή στις 31.12.2019 ή πριν να υποβάλουν την αίτηση για χρηματοδότηση.

Βάσει όλων αυτών των δεδομένων, λοιπόν, είναι εύκολα κατανοητό από τον καθένα πως, στην Ελλάδα, ο Νομοθέτης πέραν του προφανούς ότι δεν στοχεύει σε στήριξη «νεκροζώντανων» εταιρειών, κινείται αποκλειστικά προς την κατεύθυνση παροχής της απαιτούμενης «ανάσας» ρευστότητας και σε επιχειρήσεις που δικαιωματικά τη δικαιούνται, καθώς πέρασαν επιτυχώς τον σκόπελο της προηγούμενης κρίσης, κάνοντας με αυτόν τον τρόπο ακόμη ένα ουσιαστικό βήμα για την έμπρακτη στήριξη του συνόλου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώρας, που συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας μας.

Εργαλείο για τη δυνατότητα επιβεβαίωσης της μη προβληματικότητας, για τη δεδομένη χρονική περίοδο, αποτελεί η επεξεργασία των πρόσφατων διαθέσιμων οικονομικών καταστάσεων/στοιχείων, που έχει υποχρέωση νόμιμα να τηρεί η επιχείρηση είτε υποχρεωτικά είτε οικειοθελώς, ανεξαρτήτως αν έχουν δημοσιευτεί ή όχι, εφόσον δίνουν τη δυνατότητα υπολογισμού των απαιτούμενων κατά περίπτωση μεγεθών.

Συνεπώς σύμφωνα με τα παραπάνω και από την επεξεργασία των δικαιολογητικών που απαιτούνται με την Πρόσκληση, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, για αυτές τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που τίθεται και από τον Κανονισμό 651/14ΕΕ αλλά και για την περίπτωση του Προσωρινού Πλαισίου, πλην αυτών που σχετίζονται με την προϋπόθεση της μη πτώχευσης, προκύπτει ότι είναι απολύτως συναφή και απαραίτητα για να επιτευχθεί ο στόχος της Πρόσκλησης, συνάδουν δε με την έννοια των προβληματικών επιχειρήσεων.

ΙV. Κρίσιμο όμως είναι, τόσο για την περίπτωση του ως άνω Κανονισμού 651/2014 όσο και για την περίπτωση του Προσωρινού Πλαισίου, το αν μία επιχείρηση υπαγόταν σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία ή πληρούσε τις προϋποθέσεις του εθνικού μας ελληνικού δικαίου υπαγωγής της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτημα των πιστωτών της. Και ειδικότερα εάν η προβλεπόμενη στο Έκτο Κεφάλαιο του ΠτωχΚ (άρθρο 99 επ.) διαδικασία εξυγίανσης συνιστά συλλογική πτωχευτική διαδικασία, οπότε στην περίπτωση της υπαγωγής μιας επιχείρησης στην εν λόγω διαδικασία την αποκλείει από την εν λόγω δράση.

Αυτό βεβαίως και συμβαίνει διότι σύμφωνα με την Πρόσκληση όπως τροποποιήθηκε, στο κεφάλαιο 13, το οποίο ορίζει «τις μακροχρόνιες υποχρεώσεις» του λήπτη της ενίσχυσης και ισχύει, για το σημείο 4.του κεφαλαίου 4, ο λήπτης μέχρι 31/12/2020 (όπως η ημερομηνία διορθώθηκε με το ΦΕΚ Β΄ 3963/16.09.2020) οφείλει να προσκομίσει στο οικείο Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα τα ακόλουθα πιστοποιητικά : : (α) Πιστοποιητικό περί μη κήρυξης σε πτώχευση ή περί μη θέσης σε αναγκαστική -ιαχείριση ή σε εξυγίανση ή σε άλλη διαδικασία συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών και (β) πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης για κήρυξη σε πτώχευση, ή θέση σε αναγκαστική διαχείριση ή θέση σε εξυγίανση ή σε παύση πληρωμών ή σε άλλη διαδικασία συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών. Η χορήγηση των ανωτέρω εγγράφων μπορεί να γίνεται κατά περίπτωση, είτε από το Γ.Ε.Μ.Η. είτε από τα κατά τόπον αρμόδια πρωτοδικεία για τις 31.12.2019 ή για την περίοδο που προηγείται της χορήγησης της ενίσχυσης. Η περίοδος αναφοράς του εν λόγω εγγράφου εξαρτάται από το χρόνο για τον οποίο ελέγχεται η επιχείρηση ως μη προβληματική. Το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αναρτά το συγκεκριμένο έντυπο στο ΠΣΚΕ και σε περίπτωση μη προσκόμισης από το λήπτη της ενίσχυσης ενημερώνει την ΕΥΔΕ – ΒΕΚ, η οποία εκδίδει απόφαση ολικής ανάκτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κοινή Υπουργική απόφαση Δημοσιονομικών Διορθώσεων. Ο υπολογισμός των τόκων ανάκτησης για τη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται από την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης.

Επομένως, μετά την τελευταία τροποποίηση δεν αρκεί μόνο η προσκόμιση πιστοποιητικού περί μη δικογράφου αίτησης πτώχευσης/δήλωσης παύσης πληρωμών για 31/12/2019 από το αρμόδιο Πρωτοδικείο και με την ΥΑ 77883/22-07-2020 ορίζεται ως λόγος μη έκπτωσης από το πρόγραμμα – ότι οι λήπτες της ενίσχυσης οφείλουν να προσκομίσουν εντός ορισμένης προθεσμίας και πιστοποιητικό περί μη θέσης σε εξυγίανση ή σε άλλη διαδικασία συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών ή περί μη κατάθεσης σχετικής αίτησης. Εφόσον λοιπόν μία επιχείρηση είχε υπαχθεί σε τέτοια συμφωνία εξυγίανσης με επικύρωσή της με δικαστική απόφαση ή είχε κατατεθεί αίτηση εξυγίανσής της δεν μπορεί να εκδοθεί το οικείο πιστοποιητικό είτε από το Γ.Ε.Μ.Η είτε από τα κατά τόπον αρμόδια Πρωτοδικεία και η εν λόγω επιχείρηση αποκλείεται από το Πρόγραμμα ως προβληματική.

Απομένει λοιπόν να εξεταστεί αν είναι σύμφωνη η εν λόγω διάταξη της ΥΑ 77883/22-7-2020 με τον ορισμό της «προβληματικής επιχείρησης» κατά το εθνικό μας Πτωχευτικό δίκαιο αλλά και τον Κανονισμό 651/2014ΕΕ και κατ΄ επέκταση αν είναι απαραίτητα τα εν λόγω δικαιολογητικά και θα πρέπει να εξεταστεί εάν η διαδικασία του άρθρου 106 ΠτωχΚ, ως προπτωχευτική συλλογική διαδικασία, όπως προτιμά να την χαρακτηρίζει ο νομοθέτης, εμπίπτει στις διαδικασίες πτώχευσης και αφερεγγυότητας που αποκλείουν μια επιχείρηση από την συγκεκριμένη δράση ως προβληματική.

Ως διαδικασία εξυγίανσης μπορεί να ορισθεί το σύνολο των προβλεπόμενων στο νόμο εξωδίκων και δικαστικών ενεργειών, τις οποίες μπορεί να κάνει ένας οφειλέτης, με πτωχευτική ικανότητα και κέντρο των κύριων συμφερόντων του στην Ελλάδα, ο οποίος βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη ή απλώς μία πιθανολογούμενη να επέλθει αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του («απλή πιθανότητα αφερεγγυότητας»), κατά τρόπο γενικό, ώστε να καταρτίσει με την κατά τον νόμο πλειοψηφία των πιστωτών του ειδική συμφωνία εξυγίανσης, να επιτύχει την από το πτωχευτικό δικαστήριο επικύρωσή της και να αποφευχθεί έτσι η πτώχευσή του ή η κήρυξή της, να διασωθεί δε εντέλει η επιχείρησή του, χωρίς όμως να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του (βλ. &&1-2 άρθρου 99 προισχύσαντα ΠτωχΚ. (όπως εξηγείται περαιτέρω στο Νόμο (άρθρο 99&2εδ.β΄ προισχύσαντα ΠτωχΚ ότι η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών παραβλάπτεται αν πιθανολογείται ότι οι μη συμβαλλόμενοι στη συμφωνία πιστωτές θα βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν με βάση το όγδοο κεφάλαιο του κώδικα, με βάση δηλαδή την ακολουθούσα την κήρυξη της πτώχευσης, σε τελικό στάδιο, εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη και τη διανομή της στους πιστωτές).Τις ίδιες ενέργειες και για τον ίδιο σκοπό μπορούν να κάνουν και οι ίδιοι οι πιστωτές, χωρίς την σύμπραξη του οφειλέτη, όταν αυτός έχει παύσει ήδη τις πληρωμές του (άρθρο 100&1 προ ισχύσαντα ΠτωχΚ. Η διαδικασία εξυγίανσης εισήχθη αρχικά με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4013/2011 σε αντικατάσταση της διαδικασίας συνδιαλλαγής που προβλεπόταν προηγουμένως στα αντίστοιχα άρθρα 99επ. ΠτωχΚ. Παρελθόν, συνιστά, επίσης, μετά από τις τροποποιήσεις, που επέφερε στο ΠτωχΚ ο νόμος 4446/2016 και η «διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης».

Ο νόμος – άρθρο 99&1 ΠτωχΚ – επέτρεπε την υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης όπως προεκτέθη, κατ΄ αρχήν όταν ο οφειλέτης ευρίσκετο ενώπιον σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, τα οποία συνίσταντο, σε παρούσα αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του (πραγματική κατάσταση πτώχευσης) και είναι αδιάφορο, αν η αδυναμία αυτή έχει ήδη εκδηλωθεί προς τα έξω (π.χ. με αρνήσεις πληρωμών), έχει δηλ. καταστεί «παύση πληρωμών». Απλώς, αν έχει ήδη επέλθει παύση πληρωμών, ο οφειλέτης που θα υποβάλει αίτηση για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, οφείλει να συνυποβάλει με το ίδιο δικόγραφο και αίτηση για την κήρυξη της πτώχευσης, αφήνοντας το δικαστήριο να επιλέξει το αίτημα, που θα κάνει ενδεχομένως δεκτό, όπως και στην περίπτωση που θα περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών μετά την υποβολή της αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, χωρίς η παράλειψη όμως αυτή να καθιστά απαράδεκτη την αίτηση για επικύρωση της συμφωνίας. Την αίτηση για την κήρυξη της πτώχευσης μπορεί όμως να υποβάλει ανά πάσα στιγμή πιστωτής του οφειλέτη ή ο εισαγγελέας πρωτοδικών. Ομοίως υποχρέωση συνυποβολής - με την ίδια την αίτηση επικύρωσης - αιτήσεως περί κηρύξεως του οφειλέτη σε πτώχευση, εφόσον αυτός βρίσκεται ήδη σε κατάσταση παύσης πληρωμών, έχει και ο πιστωτής ή πιστωτές που θα υποβάλουν την αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, που καταρτίστηκε χωρίς την σύμπραξη του οφειλέτη και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου της αίτηση για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης.

Επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης είναι η βάσιμη απειλή, την οποία αντιμετωπίζει ο οφειλέτης να βρεθεί προσεχώς στη δύσκολη θέση να μην μπορεί να εξοφλεί τις υφιστάμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές του και πιθανολογούμενη ή κατά το γράμμα του νόμου «απλή πιθανότητα αφερεγγυότητας» όταν ο οφειλέτης αντιμετωπίζει απλώς πιθανότητα να απειληθεί, προσεχώς, κατά την πορεία των πραγμάτων, με αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του. Πρόκειται, δηλ. κατά την λεκτική διατύπωση της διατάξεως για περίπτωση επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών, την οποία αρκεί να πιθανολογεί ο οφειλέτης και στην πιθανολόγηση, επίσης να στηρίζεται η έκδοση της αποφάσεως που θα κηρύσσει την πτώχευση. Έτσι ο νομοθέτης διευκολύνει τις επιχειρήσεις, ώστε αυτές να εντάσσονται έγκαιρα, σε πρώιμο στάδιο, στην διαδικασία εξυγίανσης για να ενισχύεται έτσι και η δυνατότητα διάσωσής τους. Γενική τέλος είναι η αδυναμία εκπλήρωσης, όταν ο οφειλέτης κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, δεν μπορεί να εκπληρώνει όλες ή ένα σημαντικό μέρος των επαγγελματικών του υποχρεώσεων ή ακόμα και ένα μόνον, το πλέον σημαντικό για την συνέχιση της επιχείρησής του, χρέος. Οπωσδήποτε η επιχείρηση που αντιμετωπίζει τα ως άνω σοβαρά οικονομικά προβλήματα, πρέπει επιπλέον να είναι επιδεκτική εξυγίανσης, να μπορεί δηλ. να καταστεί βιώσιμη και να συνεχίσει την λειτουργία της στο μέλλον. Δεν μπορεί αν αποβλέπει στην πρόσκαιρη μόνο ανόρθωση μιας επιχείρησης αλλά και στη διάρκεια περαιτέρω της λειτουργίας της και στην συνεισφορά της στην οικονομία του τόπου. Θνησιγενείς επιχειρήσεις, καταδικασμένες ήδη από τις διαμορφωθείσες στην αγορά και την οικονομία συνθήκες δεν μπορούν να θεωρούνται βιώσιμες. Και τούτο είναι σημαντικό προαπαιτούμενο της υπαγωγής στη διαδικασία.

Περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης περαιτέρω μπορεί να είναι μεταξύ άλλων, ακόμη και η ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο ή και η μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο ή σε εταιρεία των πιστωτών. Μπορεί ακόμη και να τεθεί διαλυτική αίρεση, ότι η συμφωνία εξυγίανσης θα ανατρέπεται σε περίπτωση μη τήρησης των όρων της, καθώς και άλλες αιρέσεις, αναβλητικές ή διαλυτικές.

Αρμόδιο για την υποβολή της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας είναι το πτωχευτικό δικαστήριο του δικαστηρίου δηλαδή στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του. Σύμφωνα με το άρθρο 106 ΠτωχΚ από την ως άνω κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης στο πτωχευτικό δικαστήριο προς επικύρωσή της και μέχρι να ληφθεί σχετική, θετική ή απορριπτική απόφαση, αναστέλλονται αυτόματα τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν την υποβολή της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης.

Το Δικαστήριο αρκείται στην πιθανολόγηση ως προς την βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη, ως συνέπειας της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης (άρθρο 106β&2 εδ. α΄ ΠτωχΚ (Βλ., για τον τρόπο της πιθανολόγησης , ΤρΕφΔυτΜακ. 9/2018,ΔΕΕ 2018, σε΄. 613επ. – Βλ. επίσης, και ΕφΑθ. 5177/2017 (με παρατηρήσεις Στ. Φράνστανλη), ΕΕμπΔ 2017, σελ. 911επ., και ΔΕΕ 2018, σελ. 1426επ. με παρατηρήσεις Ι. Παπαδημόπουλου – Υπό το προηγούμενο του ν. 4446/2016 καθεστώς, βλ. σχετικά, ΠΠρΑθ. 969/2012, ΕΕμπΔ 2013, σελ. 955επ., με παρατηρήσεις Αλ. Ρόκα, περί ρευστότητας και επισφάλειας της σχετικής κρίσεως του Δικαστηρίου προτού ακόμα συνταχθεί συγκεκριμένο επιχειρηματικό σχέδιο.). Το Πτωχευτικό πάντως Δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει τη συμφωνία εξυγίανσης χωρίς να ελέγξει και να πιθανολογήσει τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη, όταν πληρούνται σωρευτικά οι προυποθέσεις του άρθρου 106β&3 ΠτωχΚ.

Τέλος η απόφαση του Δικαστηρίου είτε δέχεται, είτε απορρίπτει την αίτηση για επικύρωση της συμφωνίας – δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη από το ΓΕΜΗ και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του ΕΤΑΑ (Τομέας Νομικών) με επιμέλεια του οφειλέτη ή πιστωτών (άρθρο 106β&7 ΠτωχΚ.).

Στον προισχύοντα ΠτωχΚ, στις μεταβατικές διατάξεις προβλέπονταν ότι με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καταρτίζεται ολοκληρωμένος κατάλογος ελέγχου για τις αιτήσεις επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης που αναρτάται στο διαδίκτυο. Ακόμη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προβλέπεται αυτεπάγγελτη δημοσίευση από το Δικαστήριο της απόφασης επικύρωσης εξυγίανσης.

Η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης από το πτωχευτικό δικαστήριο έχει, προφανώς, την έννοια της περιβολής της με το κύρος και την ισχύ δικαστικής απόφασης. Η σύμβαση, δηλαδή, εξυγίανσης έλκει την ισχύ της και μαζί της επιφέρει τα αποτελέσματα, που ο νόμος προσδιορίζει, από και με την επικύρωσή της.

. Η επικύρωση, επομένως συνιστά (αναβλητική) αίρεση της ισχύος της συμβάσεως. Ένδικα μέσα κατά της απόφασης του δικαστηρίου, τακτικά ή έκτακτα, δεν μπορούν να ασκηθούν (άρθρο 99&7 εδ. β΄ ΠτωχΚ), πλην της ανακοπής και τριτανακοπής, στρεφομένων κατά της επικυρωτικής απόφασης και πλην, επίσης, της εφέσεως, με τις κοινές διατάξεις, στρεφομένης κατά της απόφασης μόνον, που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσης. Ωστόσο η συμφωνία εξυγίανσης μπορεί να ακυρωθεί – άρα και η σχετική ακυρωτική απόφαση να βληθεί – με νεότερη απόφαση του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, στις περιπτώσεις του άρθρου 106ε ΠτωχΚ. Συγκεκριμένα εάν η συμφωνία αποτέλεσε προϊόν δόλου του οφειλέτη ή συμπαιγνίας του με πιστωτή ή τρίτο, γεγονός που όμως αποκαλύπτεται μετά από την επικύρωσή της από το Δικαστήριο και/ή εάν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει τους όρους της επικυρωμένης συμφωνίας ουσιωδώς ώστε να καθίσταται βέβαιη πλέον η αδυναμία εξυγίανσης της επιχείρησής του.

Η απόφαση του Δικαστηρίου που ακυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης, ή που απορρίπτει την αίτηση ακύρωσής της – δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη από το ΓΕΜΗ και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του ΕΤΑΑ (Τομέας Νομικών) με επιμέλεια του οφειλέτη ή πιστωτών (άρθρο 105&2 ΠτωχΚ.).

Ματαίωση, εξάλλου, της επικυρωθείσης συμφωνίας εξυγίανσης, με την έννοια της αυτοδίκαιης – άλλως αυτόματης ακύρωσης - συνεπάγεται η μετά την επικύρωση ακολουθήσασα κήρυξη της πτώχευσης του οφειλέτη (άρθρο 105&3 ΠτωχΚ).

Με τον όλως πρόσφατο ν.4738/2020, ο οποίος αντικαθιστά τον ΠτωχΚ οι αντίστοιχες διατάξεις για την διαδικασία της εξυγίανσης ελάχιστα έχουν διαφοροποιηθεί και περιλαμβάνονται στο Δεύτερο Μέρος του Πρώτου βιβλίου του νόμου (άρθρα 31 επ.). Και στον νέο Πτωχευτικό Νόμο τη διαδικασία της εξυγίανσης ο Νομοθέτης προτιμά να την χαρακτηρίζει προπτωχευτική συλλογική διαδικασία εξυγίανσης. Η δυνατότητα, ωστόσο υπαγωγής στη διαδικασία και των περιπτώσεων οφειλετών που έχουν ήδη περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (είτε αυτή έχει εξωτερικευτεί, είτε όχι) – έχουν δηλαδή, πτωχεύσει, παρότι η πτώχευσή τους δεν έχει ακόμη κηρυχθεί – αποδεικνύει ότι ο χρησιμοποιηθείς επιθετικός προσδιορισμός «προπτωχευτικής» τόσο στον προισχύσαντα ΠτωχΚ όσο και στο νέο πτωχευτικό Νόμο, δεν είναι απόλυτα ακριβής. Με αυτόν εννοείται απλώς η διαδικασία εξυγίανσης, που μπορεί να ακολουθηθεί, προτού κηρυχθεί η πτώχευση.

Επιχείρηση που έχει παύσει τις πληρωμές της, ούτε εύκολα εξυγιαίνεται στην πράξη [Πρβλ. ήδη Δ. Αυγητίδη, Διαδικασία εξυγίανσης : Μια προσωρινή αποτίμηση, ΔΕΕ 2014, σελ. 291επ. (Διαπιστώνει την έλλειψη αποτελεσματικότητας της διαδικασίας καθώς σπανιότατα οδηγεί σε διάσωση της επιχείρησης)] – η εξυγίανση θα ισοδυναμούσε πρακτικά με οικονομικά, όπως και βιολογικά, αδύνατη νεκρανάσταση – ούτε μπορεί, λογικά, να επιδιώκεται οποιαδήποτε εξυγίανση σε βάρος άλλως επιχειρήσεων – πιστωτών -, που βασίζουν την επιβίωσή τους στην ταχύτερη ικανοποίησή τους από τους οφειλέτες τους. Εμπιστευτική μάλιστα διαδικασία, με ευρύ κύκλο κλονισμένων ως προς την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπο του οφειλέτη πιστωτές, που ανταγωνίζονται για την απόκτηση προβαδίσματος, είναι δύσκολο να υπάρξει. Εν πάση δε περίπτωση, η διαδικασία φαίνεται να υπονομεύει εκ των προτέρων τις έχουσες στον ΠτωχΚ προβλεφθεί μεταγενέστερες της κήρυξης της πτώχευσης προσπάθειες διάσωσης της επιχείρησης του οφειλέτη, με σχέδιο αναδιοργάνωσης, ή με συνολική εκποίηση της επιχείρησης.

Εξάλλου, με το νόμο 4307/2014 (άρθρα 60επ.) θεσπίστηκαν, ενόψει της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, ειδικότερα, έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, κυρίως δε οφειλών βιώσιμων, μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων. Οι Ελληνικές συνεπώς επιχειρήσεις με οικονομικά προβλήματα μπορούν να προσφύγουν και στις διαδικασίες του ειδικού και προσωρινού αυτού νόμου, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει. Η υπαγωγή μάλιστα στις διαδικασίες αυτές, αναστέλλει κάθε άλλη προπτωχευτική και πτωχευτική διαδικασία, ενώ επιφέρει και αναστολή των διωκτικών μέτρων των πιστωτών.

Γενικά, για τις έχουσες και σε άλλα κράτη θεσπιστεί «προπτωχευτικές» διαδικασίες εξυγίανσης ή συνδιαλλαγής χρήσιμη ήταν η μελέτη της πολύ ενδιαφέρουσας συγκριτικής αναφοράς του Α. Ρόκα, στο «Προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης επιχειρήσεων», 2011, σελ. 17 επ. - Στα συμπεράσματα ο συγγραφέας καταλήγει ότι οι προπτωχευτικές διαδικασίες είναι ένας κλάδος του δικαίου που δεν ρυθμίζεται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, γι αυτό και οι διαφορές στις επιμέρους ευρωπαϊκές έννομες τάξεις είναι έντονες. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 οι νομοθέτες διαφόρων κρατών, πλην της Γερμανίας έκαναν κάποιες τροποποιήσεις στο πτωχευτικό τους δίκαιο ώστε αυτό να διευκολύνει κάπως την εξυγίανση επιχειρήσεων. Στις περισσότερες χώρες αυτό που επιχειρήθηκε ήταν η εισαγωγή ή βελτίωση μίας προπτωχευτικής διαδικασίας. Παρόλο που ακολουθείται το πρότυπο, παραδοσιακά, το ενδοπτωχευτικό του αμερικανικού δικαίου, παρατηρείται ότι οι δυσμενείς συνέπειες της πτώχευσης είναι τόσο ισχυρές ώστε οι νομοθέτες αναγκάστηκαν να προσφύγουν στη δημιουργία προπτωχευτικών διαδικασιών, οι οποίες παραμένουν στην Αγγλία και στη Γαλλία εξαιρετικό δίκαιο και αφορούν μόνο επιχειρήσεις μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, οι οποίες έχουν κοινωνική σημασία και πρέπει να διασωθούν. Στην Ελλάδα πριν τον Πτωχευτικό Νόμο 4013/11 υπεβλήθη σε σχέση με το συνολικό αριθμό των πτωχεύσεων υπερβολικός αριθμός αιτήσεων εξυγίανσης, ποσοστό που μετά την θέση σε ισχύ του ως άνω νόμου μειώθηκε. Σε πολλές περιπτώσεις οι αιτήσεις ήταν καταχρηστικές και αποσκοπούσαν μόνο στην επίτευξη αναστολής των διώξεων. Στο εξωτερικό πάντως σημαντικό ρόλο για την επιτυχία των διαδικασιών παίζουν οι πάρα πολύ εξιδεικευμένοι και πολύπειροι σε οικονομικά ζητήματα εποπτεύοντες τη διαδικασία ενώ στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντίστοιχη εξειδίκευση. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί η καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης η οποία μπορεί να αποβεί καταστροφική στις προοπτικές εξυγίανσης μίας επιχείρησης. Τέλος ως διεθνής τάση του δικαίου εξυγίανσης καταγράφεται η διείσδυση περίπλοκων τεχνικών με σκοπό την αναδόμηση του κεφαλαίου και του χρέους. Οι τεχνικές αυτές, με τη βοήθεια και του νομοθετικού πλαισίου, αποσκοπούν στη μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μίας επιχείρησης ως μέσο εξυγίανσης, με ταυτόχρονη παράκαμψη των πιστωτών ή μετόχων που διαφωνούν και όλα αυτά σε μικρό χρονικό διάστημα. Τούτο απέχει φυσικά πόρρω από την κλασική εξυγίανση της επιχείρησης.

Και ο Κανονισμός 2015/848ΕΕ της 20ης Μαΐου 2015 ο οποίος αναδιατυπώνει και αντικαθιστά τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, για πιο αποτελεσματικούς κανόνες για τις διασυνοριακές διαδικασίες αφερεγγυότητας των χωρών της ΕΕ, εφαρμόζεται σε διαδικασίες οι οποίες περιλαμβάνουν όλους ή σημαντικό ποσοστό των πιστωτών του οφειλέτη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, οι διαδικασίες δεν θίγουν τις απαιτήσεις πιστωτών οι οποίοι δεν συμμετέχουν σε αυτές και βασίζονται σε νομοθεσία περί αφερεγγυότητας, για τους σκοπούς της διάσωσης, της αναδιάρθρωσης χρέους της εξυγίανσης ή της εκκαθάρισης. Ο Κανονισμός καλύπτει προληπτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας που προβλέπονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι οποίες μπορούν να ξεκινήσουν έγκαιρα, προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες διάσωσης της επιχείρησης. Καλύπτει επίσης ένα ευρύτερο φάσμα προσωπικών διαδικασιών αφερεγγυότητας. Σε γενικές γραμμές το Εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της Χώρας στην οποία διεξάγεται η διαδικασία. Ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται από τις 26/6/2017 και έχει τροποποιηθεί δύο φορές στα Παραρτήματα Α και Β. Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, στις οποίες εφαρμόζεται ο Κανονισμός για την Ελλάδα, ρητά περιλαμβάνεται η διαδικασία εξυγίανσης στο παράρτημα Α Διαδικασίες αφερεγγυότητας του άρθρου 2 σημείο 4, όπου απαριθμούνται οι ονομασίες που αποδίδονται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Από τη μελέτη της οδηγίας 2019/1023 ΕΚ και του Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 2019 περί πλαισίου για την προληπτική αναδιοργάνωση, την απαλλαγή από τα χρέη και τις ανικανότητες ή την έκπτωση οφειλετών, καθώς και περί μέτρων βελτίωσης των διαδικασιών αυτών, και για την τροποποίηση της οδηγίας ΕΕ2017/1132(οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα) προκύπτει ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το φάσμα των διαδικασιών που τίθενται στη διάθεση των οφειλετών με οικονομικές δυσχέρειες για την αναδιάρθρωση της επιχείρησής τους. Τα εν λόγω πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης θα πρέπει πρωτίστως να παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να αναδιοργανωθούν σε πρώιμο στάδιο και να ποφύγουν την περιέλευσή τους σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Το πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού ΕΕ 2015/848 καλύπτει τις προληπτικές διαδικασίες με τις οποίες προωθείται η διάσωση οικονομικά βιώσιμων οφειλετών, καθώς και τις διαδικασίες με τις οποίες παρέχεται μία δεύτερη ευκαιρία στους επιχειρηματίες. Ωστόσο δεν αντιμετωπίζει τις αποκλίσεις μεταξύ των διαδικασιών αυτών στο εθνικό δίκαιο.

Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 4 ν.4412/ΦΕΚ Α 147/8-8-2016 για τις Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ ΕΕ και 2014/25/ΕΕ):

«… 1. Οι διατάξεις του παρόντος αποτελούν προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις: α) της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ (L94), όπως διορθώθηκε (L135/24.5.2016), β) της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις προμήθειες φορέων, που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση Οδηγίας 2004/17/ΕΚ και γ) της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1989 και της 92/13/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, όπως τροποποιήθηκαν με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2007 και τα άρθρα 46 και 47 της Οδηγίας2014/23/ΕΕ.

4. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης οποιονδήποτε οικονομικό φορέα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις:

  1. εάν ο οικονομικός φορέας τελεί υπό πτώχευση ή έχει υπαχθεί σε διαδικασία εξυγίανσης ή ειδικής εκκαθάρισης ή τελεί υπό αναγκαστική διαχείριση από εκκαθαριστή ή από το δικαστήριο ή έχει υπαχθεί σε διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού ή έχει αναστείλει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες ή εάν βρίσκεται σε οποιαδήποτε ανάλογη κατάσταση προκύπτουσα από παρόμοια διαδικασία, προβλεπόμενη σε εθνικές διατάξεις νόμου…..».

Η αντίστοιχη διάταξη στην Οδηγία 2014/24 λέει ότι : (b) where the economic operator is bankrupt or is the subject of insolvency or winding - up proceedings, where its assets are being administered by a liquidator or by the court, where it is in an arrangement with creditors, where its business activities are suspended or it is in any analogous situation arising from a similar procedure under national laws and regulations.

Συνεπώς ένα άλλο πρόβλημα της διαδικασίας εξυγίανσης είναι ότι πρακτικά αποκλείονται όσες επιχειρήσεις εξαρτώνται από δημόσια έργα/διαγωνισμούς διότι ζητείται και στις περιπτώσεις αυτές πιστοποιητικό περί μη θέσης σε διαδικασία εξυγίανσης ή περί μη κατάθεσης αίτησης συνδιαλλαγής. Συνεπώς το πρόβλημα της διαδικασίας εξυγίανσης είναι πολυσύνθετο και περαιτέρω της εξέτασης της παρούσας δράσης αφορά τη συμμετοχή και σε άλλα προγράμματα ΕΣΠΑ και δημόσιους διαγωνισμούς.

Συνεπώς, η διαδικασία της εξυγίανσης και της ειδικής εκκαθάρισης, η οποία με το νέο πτωχευτικό νόμο καταργείται, σύμφωνα με τα παραπάνω λεπτομερώς αναφερόμενα, φαίνεται ότι αποτελούν διαδικασίες αφερεγγυότητας, οι οποίες περιλαμβάνουν όλους ή σημαντικό ποσοστό των πιστωτών του οφειλέτη (εφόσον στην τελευταία περίπτωση, οι διαδικασίες δεν θίγουν τις απαιτήσεις πιστωτών οι οποίοι δεν συμμετέχουν σε αυτές) και βασίζονται σε νομοθεσία περί αφερεγγυότητας, για τους σκοπούς της διάσωσης, της αναδιάρθρωσης χρέους της εξυγίανσης ή της εκκαθάρισης.

Η δυνατότητα, υπαγωγής στη διαδικασία και των περιπτώσεων οφειλετών που έχουν ήδη περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (είτε αυτή έχει εξωτερικευτεί, είτε όχι) – έχουν δηλαδή, πτωχεύσει, παρότι η πτώχευσή τους δεν έχει ακόμη κηρυχθεί – αποδεικνύει ότι ο χρησιμοποιηθείς επιθετικός προσδιορισμός «προπτωχευτικής» τόσο στον προισχύσαντα ΠτωχΚ όσο και στο νέο πτωχευτικό Νόμο, δεν είναι απόλυτα ακριβής. Με αυτόν εννοείται απλώς η διαδικασία εξυγίανσης, που μπορεί να ακολουθηθεί, προτού κηρυχθεί η πτώχευση.

Συνεπώς οι επιχειρήσεις που προσέφυγαν σε αυτές δύναται να θεωρηθούν προβληματικές τόσο κατά την έννοια του Κανονισμού 651/2014 όσο και του Προσωρινού Πλαισίου διότι συντρέχουν προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου υπαγωγής τους σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία. Η εν λόγω διαδικασία, όταν μάλιστα δεν επικυρωθεί με δικαστική απόφαση, συνάδει με την έννοια των προβληματικών επιχειρήσεων και η επιλεξιμότητα των επιχειρήσεων έχει ήδη κριθεί απαραίτητη για να επιτευχθεί ο στόχος της Πρόσκλησης.

Σε κάθε περίπτωση η παύση πληρωμών είναι ζήτημα πραγματικό και η εξέταση το αν συντρέχουν ή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της παύσης πληρωμών για την επιχείρηση δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνον από το Δικαστήριο, το οποίο εφόσον επικυρώσει τη συμφωνία εξυγίανσης αίρει και την παύση πληρωμών.

Η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης από το πτωχευτικό δικαστήριο έχει, προφανώς, την έννοια της περιβολής της με το κύρος και την ισχύ δικαστικής απόφασης. Η σύμβαση, δηλαδή, εξυγίανσης έλκει την ισχύ της και μαζί της επιφέρει τα αποτελέσματα, που ο νόμος προσδιορίζει, από και με την επικύρωσή της.

Παρά το γεγονός λοιπόν ότι η δικαστική απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης αρκείται σε πιθανολόγηση για την βιωσιμότητα της επιχείρησης και μπορεί να ακυρωθεί εφόσον δεν τηρηθεί η συμφωνία, ή ήταν προϊόν συμπαιγνίας ή δόλου οποτεδήποτε, εφόσον επιτευχθεί και δεν εκκρεμεί διαδικασία ακύρωσή της, θα έπρεπε να γίνει αποδεκτό ότι αποτελεί εχέγγυο τρόπο περαίωσης της διαδικασίας εξυγίανσης και η επιχείρηση από την δημοσίευσή της να πάψει να θεωρείται προβληματική.

Σύμφωνα με το άρθρο 84 του νέου Πτωχευτικού Νόμου, όπου στο νόμο προβλέπεται δημοσίευση, δημοσιοποίηση ή καταχώριση εννοείται καταχώρηση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213, το οποίο σχεδιάζεται από τα Υπουργεία Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, όμως δεν έχει ακόμη συσταθεί και λειτουργήσει. Όταν καταστεί αυτό δυνατό με ένα και μόνο έγγραφο θα πιστοποιείται η οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης, οπότε θα μπει ένα τέλος στην ταλαιπωρία των επιχειρήσεων. Το εν λόγω πιστοποιητικό, που θα παραλαμβάνεται και ηλεκτρονικά, θα εμφανίζει την κατάσταση της επιχείρησης που το ζητεί και φιλοδοξεί σε μόνο ένα έγγραφο το οποίο θα περιλαμβάνει καθετί απαραίτητο σε σχέση με τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς και γενικότερα σε κάθε νομική δραστηριότητα της επιχείρησης. Τα πιστοποιητικά που ενοποιούνται σε ένα είναι για τα νομικά πρόσωπα το σύνολο των πιστοποιητικών προπτωχευτικής και πτωχευτικής διαδικασίας, όπως εξυγίανσης, ειδικής διαχείρισης και όλα της πτωχευτικής, όπως μη υποβολής αίτησης πτώχευσης, εκκαθάρισης, διορισμού εκκαθαριστή, σχεδίου αναδιοργάνωσης και πτωχευτικού συμβιβασμού. Μαζί δε με το σχεδιαζόμενο μητρώο φερεγγυότητας επιχειρήσεων δημιουργείται η υποδομή για μία γρήγορη διαδικασία για τη διαπίστωση της θέσης μίας επιχείρησης σε κατάσταση πτώχευσης, εκκαθάρισης ή εξυγίανσης, που είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σαν αναπτυξιακό εργαλείο.

Μέχρι τότε, οι επιχειρήσεις που πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις και η συμφωνία τους έχει επικυρωθεί από το Δικαστήριο και ενδιαφέρονται να υπαχθούν στη δράση αυτή ή σε ανάλογες δράσεις, θα μπορούν πιθανόν να αποδείξουν, όπως επιτάσσεται απαραιτήτως, ότι η επιχείρησή τους δεν είναι προβληματική, προσκομίζοντας επιπλέον από τα μέχρι σήμερα απαιτούμενα δικαιολογητικά, πιστοποιητικό από το ΓΕΜΗ από το οποίο να προκύπτει η δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης εξυγίανσης επί της κατατεθείσας αιτήσεως εξυγίανσης και ότι αυτή δεν έχει ακυρωθεί με νεότερη απόφαση, καθώς και πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχει προσβληθεί αυτή με τα ένδικα μέσα που προβλέπονται ή υποβληθεί αίτηση για την ακύρωσή της και δεν εκκρεμεί η διαδικασία εκδίκασής τους, από την αρμόδια Υπηρεσία του Πτωχευτικού Δικαστηρίου στα κατά τόπο Πρωτοδικεία και το ΓΕΜΗ. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξαντλήσουν τα ένδικα μέσα που προβλέπονται και να απευθυνθούν στα αρμόδια δικαστήρια, όπου έχουν μεγάλες πιθανότητες να δικαιωθούν.


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News