Δικηγορικό Γραφείο
Σεξουαλική παρενόχληση, ένα ζήτημα νομικού πολιτισμού

Αν ο προηγούμενος αιώνας χαρακτηρίζεται από τον αγώνα για τη διεκδίκηση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η ψήφος, η εργασία, ακόμα και το δικαίωμα στην απεργία, αυτός που διανύουμε φαίνεται να λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς την συνταγματική κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, που έχουν σαν βάση τους την αυτοδιάθεση και τη ρευστότητα των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και την κατοχύρωση της πάγιας συνταγματικής αρχής της ισότητας και της καταπολέμησης πάσης φύσης διακρίσεων και ρατσιστικών φαινομένων. Ως εκ τούτου βλέπουμε, πλέον, όλο και περισσότερες κοινωνικές ομάδες να διεκδικούν ίσες ευκαιρίες, αναζητώντας τη δική τους θέση στην κοινωνική ζωή. Αποτέλεσμα αυτού του είδους του «νομικού εξελικτισμού» είναι η θέσπιση νομοθετημάτων, που αποκρυσταλλώνουν κοινωνικά αιτήματα, όπως είναι ο Ν. 4356/2015 για το σύμφωνο συμβίωσης, ο Ν. 4332/2015 για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού (bullying) ή ακόμα και ο Ν. 4491/2017 που αφορά την νομική αναγνώριση ταυτότητας του φύλου.

Πολλές φορές, ωστόσο, τέτοιου είδους νόμοι φαίνεται να είναι πιο μπροστά από την ίδια την κοινωνία διαπλάθοντάς την, θέτοντας σε λειτουργία αυτό που ονομάζουμε “παιδαγωγική/ιδεολογική λειτουργία του δικαίου”1, ενώ δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που αυτοί (δηλαδή οι νόμοι) είχαν τα αντίθετα από τους γενεσιουργούς λόγους τους, αποτελέσματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Ν. 1329/1983, όπου και επέτρεπε για πρώτη φορά τη συναινετική λύση του γάμου, χωρίς την ύπαρξη κάποιου κλονιστικού γεγονότος δικαιολόγησης αυτού. Στην περίπτωση αυτή η ανάγκη εκσυγχρονισμού του οικογενειακού δικαίου και η προάσπιση της ισότητας και της ιδιωτικής αυτονομίας συγκρούστηκε έντονα με τον συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας. Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε η ανισομέρεια και η ανεπάρκεια των δεικτών ισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα, αφού μοιραία συνέπεια της ευχερέστερης λύσης του γάμου ήταν η δυσχέρανση της θέσης της γυναίκας, η οποία εξαιτίας της μακροχρόνιας οικιακής εργασίας, βρισκόταν πλέον ανασφάλιστη και μεσήλικη, με ελάχιστες πιθανότητες και ευκαιρίες να φτιάξει ξανά όχι μόνο την επαγγελματική, αλλά και την προσωπική της ζωής. Επιπλέον, το παραπάνω παράδειγμα αποκαλύπτει σχηματικά το γεγονός ότι καίτοι η γυναίκα έχει τα ίδια πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα με τον άντρα, παρ' όλα αυτά φαίνεται να βρίσκεται ακόμα και σήμερα σε μειονεκτική θέση.

Το γεγονός αυτό αποκτά όλο και μεγαλύτερο fundamentum in res αν κανείς κοιτάξει την σύγχρονη νομική πραγματικότητα, αλλά και την ίδια την κοινωνία, ως χώρο δράσης των υποκειμένων της. Πράγματι, από το φλέγον νομικό ζήτημα της συνεπιμέλειας και τις σφοδρές συνέπειες που αυτή ενδέχεται να έχει, παρά τον προοδευτικό της μανδύα, στη θέση της γυναίκας μέχρι πολύκροτες υποθέσεις γυναικοκτονίας και βιασμού ή διακίνησης εκδικητικής πορνογραφίας (revenge porn) ένα πράγμα παραμένει ολοφάνερο, ήτοι ότι η γυναίκα ακόμα αγωνίζεται για να διεκδικήσει το χώρο της στην κοινωνία. Ως εκ τούτου, ο χαρακτηρισμός του κόσμου μας ως ένα σεξιστικό μέρος να ζει κανείς όχι μόνο δε συνιστά υπερβολή, αλλά την ωμή πραγματικότητα που οι γυναίκες σε όλον τον κόσμο καλούνται να αντιμετωπίσουν καθημερινά, κάτι που διέψευσε τις προσδοκίες νομικών και κοινωνιολόγων του 20ου αιώνα, που πίστευαν ότι η χειραφέτηση της γυναίκας θα πραγματοποιηθεί μέσα από την συμμετοχή της στην παραγωγική διαδικασία. Αντίθετα, η έννοια του υποδεέστερου φύλου δεσπόζει ακόμα και σήμερα σε μια σειρά δεδομένων πρακτικών και φυσικοποιημένων συμπεριφορών, που έχουν ως αποτέλεσμα την παρενόχληση της γυναίκας και τη δημιουργία εκφοβιστικού και εχθρικού γι' αυτήν περιβάλλοντος. Σχετικό, άλλωστε, είναι και το λεγόμενο φαινόμενο της «γυάλινης οροφής», σύμφωνα με το οποίο η γυναικεία επιθυμία για άνοδο στα ανώτατα κλιμάκια της επιστήμης, της τεχνολογίας και της έρευνας αναχαιτίζεται λόγω αόρατων εμποδίων, ως αποτέλεσμα στερεοτυπικών αντιλήψεων γύρω από το φύλο της.

Στο γενικότερο αυτό πλαίσιο ανάγκης προστασίας της γυναίκας από σεξιστικές συμπεριφορές και επιθέσεις εντάσσεται και η θεματική της σεξουαλικής παρενόχλησης της, ως αποτέλεσμα διάκρισης λόγω φύλου και όχι μόνο. Ο όρος εμφανίζεται στις αρχές του '70 στις ΗΠΑ, μέσα από τις ρητορείες ενδυνάμωσης (empowerment) της φεμινίστριας Lin Farley σε συνεργασία με την Ένωση Εργαζόμενων Γυναικών της Ν. Υόρκης. Τότε, όπως και σήμερα, ως επί το πλείστον, η σεξουαλική παρενόχληση συνδέεται κυρίως με τον χώρο εργασίας και δευτερευόντως με σχέσεις ιεραρχίας και προσβολής της σεξουαλικής αξιοπρέπειας και της ελευθερίας του ατόμου. Η προσέγγιση αυτή, η οποία υιοθετείται και στην Ελλάδα με το Ν. 3896/2010 περί εφαρμογής της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, δε θα μπορούσε παρά να συμβαδίζει λογικά με την ίδια την γυναικεία οδύσσεια και την πορεία χειραφέτησης της γυναίκας μέσα από τη συμμετοχή της στην παραγωγή και την κατοχύρωση των πολιτικών της δικαιωμάτων. Με τον τρόπο αυτό αυτή αποσυνδέεται, τουλάχιστον τυπικά, από την ιδιωτική σφαίρα (οίκος) και την ταύτιση της με τη βιολογική αναπαραγωγή της κοινωνίας (μητρότητα), καταφέρνοντας να εισέλθει στη δημόσια σφαίρα, η οποία μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στον άντρα.

Η πλούσια, ωστόσο, περιπτωσιολογία σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας αποδεικνύει ότι αυτό δεν έγινε χωρίς αντιστάσεις από τα συντηρητικά στρώματα της κοινωνίας, η οποία ήταν ήδη διαποτισμένη από την ανδρική κοσμοθεώρηση σε όλα τα επίπεδα δράσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Bourdieu2“ η ανδρική πρωτοκαθεδρία που επιβεβαιώνεται στον νόμιμο ορισμό του καταμερισμού των ρόλων κατά τη σεξουαλική πράξη και του καταμερισμού της εργασίας ανάμεσα στα δύο φύλα (και στις δύο περιπτώσεις ο άνδρας βρίσκεται “από πάνω”, ενώ η γυναίκα υποτάσσεται) τείνει να επιβληθεί ως μήτρα όλων των αντιλήψεων, των σκέψεων και των δράσεων του συνόλου των μελών της κοινωνίας και ως αδιαμφισβήτητο θεμέλιο, γιατί έχει τεθεί εκτός συνειδιακών αντιλήψεων και ελέγχων μια ανδροκεντρική αναπαράσταση της βιολογικής και της κοινωνικής αναπαραγωγής”. Με άλλα λόγια, το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας δεν είναι παρά η μοιραία συνέπεια μίας ευρύτερης ασυμμετρίας σε κοινωνικό και συμβολικό επίπεδο, την οποία οι γυναίκες καλούνται να αντιμετωπίσουν. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που υπάρχει αδυναμία ως προς την εύρεση των ορίων και την ύπαρξη ενός συστηματοποιημένου ορισμού της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Παράλληλα, ζητήματα όπως είναι το που σταματάει το flirt και που αρχίζει η παρενόχληση πρόκειται για αντικείμενα συνεχών διαπραγματεύσεων, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι θύτες δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τελούν το εν λόγω αδίκημα, αφού τις περισσότερες φορές στο μυαλό τους πρόκειται για φυσικοποιημένες, αναμενόμενες συμπεριφορές. Για ακόμα μια φορά, η γυναικεία οπτική και βιωματικότητα τίθεται στο περιθώριο. Σχετικά έχουν προταθεί3 διάφοροι δείκτες, όπως είναι τα χαρακτηριστικά συναισθήματα παρενόχλησης, δηλαδή η αίσθηση αμηχανίας, αδυναμίας, μείωσης και έλλειψης κάθε ελέγχου, καθώς και η μειωμένη αυτοεκτίμηση και ο φόβος του θύματος, ενώ σε παρόμοια κατεύθυνση καταλήγουν και σχετικές έρευνες4, που μαρτυρούν τις μειωτικές και εξευτελιστικές συνθήκες εργασίας των θυμάτων. Πάντως, σήμερα, έχουμε φτάσει σε έναν ικανοποιητικό νομικό ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης, η οποία ανάγεται σε “οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης, λεκτικής, μη λεκτικής, ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού , εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος”5. Όπως προκύπτει από αυτόν, σε αντίθεση με άλλες έννομες τάξεις, δεν απαιτείται σχέση ιεράρχησης , ενώ σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμα και από υφιστάμενο ή ισόβαθμο υπάλληλο και όχι μόνο “από τα πάνω”.

Συνοπτικά, η παρεχόμενη από το νόμο προστασία από τη σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας και απασχόλησης συνοψίζεται στις κάτωθι νομικές ενέργειες:

  • Αν η σεξουαλική παρενόχληση προέρχεται από τον εργοδότη, τότε μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος και κατ’ επέκταση μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Ως εκ τούτου, ο/η εργαζόμενος/η -θύμα της σεξουαλικής παρενόχλησης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση και αξίωση αποζημίωσης.
  • Αν η σεξουαλική παρενόχληση προέρχεται από συνάδελφο, τότε μιλάμε για παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας που αναλαμβάνει ο εργοδότης, προκειμένου να παρέχει ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον στους εργαζόμενους του και κα’ επέκταση ισχύουν τα παραπάνω και στην περίπτωση αυτή.
  • Κατά την ίδια λογική, τυχόν απόλυση που ερείδεται σε σεξουαλική παρενόχληση είναι άκυρη.
  • Παράλληλα, ο/η θιγόμενος/η δικαιούται σε κάθε περίπτωση χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης,
  • ενώ χωρεί και υποβολή μήνυσης.
  • Τέλος, το θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας του μπορεί να απευθυνθεί στο Συνήγορο του Πολίτη και την οικεία Επιθεώρηση εργασίας.

Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις που η σεξουαλική παρενόχληση δεν γίνεται στο πλαίσιο απασχόλησης;

Εν προκειμένω, μπορεί να μην υφίσταται εξαρτώμενη σχέση, παρ' όλα αυτά το θύμα εξακολουθεί να βιώνει προσβολή της γενετήσιας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας του. Επιπλέον, τις περισσότερες φορές και αυτή η περίπτωση της παρενόχλησης δεν υφίσταται χωρίς πρόσημο φύλου. Την απάντηση δίνει το ήδη διαθέσιμο νομικό οπλοστάσιο προκειμένου να αντιμετωπιστούν τέτοιας φύσης προσωπικές προσβολές, αφού μπορεί η ίδια η σεξουαλική παρενόχληση να μην αποτελεί από μόνη της ποινικό αδίκημα, τέτοιο όμως συνιστούν οι επί μέρους πράξεις που τη συνθέτουν. Έτσι, σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (337ΠΚ), εξύβριση (361ΠΚ), ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας (343ΠΚ), προσβολή της προσωπικότητας (57ΑΚ) και ηθική βλάβη (59ΑΚ). Παρ΄ όλα αυτά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η λύση αυτή δεν είναι πλήρως ικανοποιητική, αφού η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας προϋποθέτει ειδικά στοιχεία του αδίκου, όπως η ιδιαίτερη βαναυσότητα ή η σκληρότητα της τέλεσης της πράξης, στοιχεία που δεν περιλαμβάνει απαραίτητα η σεξουαλική παρενόχληση.

Από την άλλη μεριά, η εξύβριση δεν καλύπτει τις περιπτώσεις που η τιμή του άλλου προσβάλλεται με έργο, ούτε περιλαμβάνει το γενικότερο αφορισμό που ενέχει η σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος της αξιοπρέπειας του και της ελευθερίας του. Η ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας, δε, συνιστά ένα τυπικό έγκλημα με πολύ συγκεκριμένη αντικειμενική υπόσταση, που δεν ανταποκρίνεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων σεξουαλικής παρενόχλησης, ενώ οι αστικού τύπου δικλείδες προστασίας της προσωπικότητας αποτελούν ,εκ των ων ουκ άνευ, μόνο το minimum της προστασίας που αντιστοιχεί στο βάρος τέτοιων προσβολών. Τέλος, καμία από αυτές τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα δεν λαμβάνει υπόψιν το σεξιστικό υπόβαθρο της σεξουαλικής παρενόχλησης ή το γενικότερο χαρακτήρα αυτής ως διάκρισης λόγω φύλου. Στην ίδια προβληματική εντάσσεται και η εμφάνιση νέων μορφών παρενόχλησης σήμερα, όπως παραδείγματος χάριν πρακτικές cat calling, slut shaming κλπ. Για το λόγο αυτό, στον αντίποδα αυτής της περιπτωσιολογικής, θα έλεγα, αντιμετώπισης του ζητήματος τίθεται η πρόταση της ad hoc ποινικοποίησης της σεξουαλικής παρενόχλησης. Κι αυτή, όμως, η επιλογή κυοφορεί κινδύνους, ήτοι την “ανηλικοποίηση” των γυναικών και την τοποθέτηση τους σε ένα είδος καθεστώτος κρατικής κηδεμονίας και προστασίας.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η αδυναμία παροχής ενός γενικού προστατευτικού πλαισίου, που θα προφυλάσσει τις γυναίκες από πράξεις έμφυλης βίας οφείλεται στο γεγονός ότι ακόμα και οι επιλογές που παρέχονται από το νόμο αποτελούν αντανάκλαση μιας συγκεκριμένης αναλυτικής κατηγορίας σκέψης και λόγου, ήτοι του ανδρικού. Επιπλέον, αυτή (δηλαδή η αδυναμία) είναι συνυφασμένη με το ίδιο το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα στο οποίο αναπτύσσονται οι σχέσεις των δύο φύλων, την ανταγωνιστικότητα του περιβάλλοντος αυτού, τις κυρίαρχες αξίες, αλλά και τις κοινωνικές κατακτήσεις, μέσα από την υπέρβαση στερεοτύπων σε κοινωνικό, πολιτικό, συμβολικό και εν τέλει νομικό επίπεδο. Το διακύβευμα δεν είναι παρά η ίδια η εξέλιξη του νομικού -και όχι μόνο -πολιτισμού μας και το μόνο σίγουρο ότι οι γυναίκες δε θα πάψουν ποτέ να αγωνίζονται γι' αυτό!

(Τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης: 15900 «Γραμμή SOS για τις Γυναίκες θύματα βίας» της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων)


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


1 Θ.Κ. Παπαχρίστου, Κοινωνιολογία του δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Ε.Ε., Αθήνα -Κομοτηνή, 1999, σελ. 32

2 Bourdieu P., Η ανδρική κυριαρχία, Αθήνα, Δελφίνι, 1996

3 Strauss S., Sexual Harassment and Teens, Free Spirit Pub, 1992

4 Φράγγου Βασιλική, Γυναικεία υποτέλεια και διαχειρίσεις της σεξουαλικότητας, η σεξουαλική παρενόχληση στον τομέα της εργασίας, Βόλος 2005, σελ. 46επ.

5 Άρθρο 2 παρ.1δ/ Ν. 3896/2010


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News