Δικηγορικό Γραφείο
Ανήλικοι μάρτυρες σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης

Τις τελευταίες δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα έχει απασχοληθεί ιδιαιτέρως με το θέμα της δευτερογενούς θυματοποίησης των ανηλίκων, οι οποίοι καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες σε ποινικά Δικαστήρια και είναι αναγκασμένοι να φέρουν ξανά στη μνήμη τους, εφιαλτικές στιγμές που βίωσαν ως θύματα προσβολής προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας και αυτοδιάθεσης. Δεν είναι δε, λίγες οι φορές, όπου ανήλικοι μάρτυρες καταρρέουν στις αίθουσες Δικαστηρίων ξεσπώντας σε κλάματα, πλημμυρισμένοι από αισθήματα ντροπής και ενοχής, μη δυνάμενοι να ανταποκριθούν στις καταιγιστικές ερωτήσεις έδρας και συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι έχουν σκοπό είτε τον απροσανατολισμό είτε τη μείωση αξιοπιστίας της κατάθεσης1.

Η παθογένεια, λοιπόν, της ποινικής διαδικασίας, ορισμένες φορές δημιουργεί πολλά προβλήματα στον ψυχικό κόσμο του θύματος και φυσικά, δρά ανασταλτικά στην επούλωση του ψυχικού τραύματος.

Ως εκ τούτου, η οδηγία 2012/29/ΕΕ (ν. 4478/2017), έρχεται να θέσει έναν ευρύ ορισμό στην έννοια του θύματος. Αναφερόμενη σε όλο το φάσμα της θυματοποίσης, αναβάθμισε το ρόλο του θύματος, με σκοπό να εξασφαλίσει τη δέουσα πληροφόρηση, υποστήριξη και προστασία σε αυτό. Πιο συγκεκριμένα, η Οδηγία αναφέρει: «Το έγκλημα, εκτός από παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων των θυμάτων, συνιστά πλήγμα κατά της κοινωνίας. Επομένως, τα θύματα της εγκληματικότητας θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται με σεβασμό, ευαισθησία και επαγγελματισμό και χωρίς κανενός είδους διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών ή άλλων φρονημάτων, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσιακής κατάστασης, καταβολών, αναπηρίας, ηλικίας, φύλου, έκφρασης ή ταυτότητας φύλου, γενετήσιου προσανατολισμού, καθεστώτος διαμονής και υγείας. Σε όλες τις επαφές με τις αρμόδιες αρχές που ενεργούν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και τις υπηρεσίες που έρχονται σε επαφή με τα θύματα, όπως υπηρεσίες υποστήριξης των θυμάτων ή αποκαταστατικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η προσωπική κατάσταση και οι άμεσες ανάγκες των θυμάτων, καθώς και η ηλικία, το φύλο, η ενδεχόμενη αναπηρία και η ωριμότητα των θυμάτων της εγκληματικότητας, με πλήρη σεβασμό της σωματικής, νοητικής και ηθικής τους ακεραιότητας. Τα θύματα της εγκληματικότητας θα πρέπει να προστατεύονται από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, από εκφοβισμό και από αντεκδικήσεις, να λαμβάνουν κατάλληλη υποστήριξη η οποία να διευκολύνει την αποκατάστασή τους και να έχουν επαρκή πρόσβαση στις υπηρεσίες της δικαιοσύνης».

Με τον ν. 4478/2017, ο Έλληνας νομοθέτης μετέφερε την ως άνω Οδηγία στο εσωτερικό της έννομης τάξης. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αναβαθμίστηκε σε σημαντικό βαθμό η θέση του παθόντος στην ποινική διαδικασία. Με το ίδιο νομοθέτημα προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο η σύσταση Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων με τον γενικό τίτλο «Το Σπίτι του Παιδιού» (άρ. 79 παρ. 1). Στα καθήκοντα των επαγγελματιών του νεοσύστατου φορέα της ποινικής δικαιοσύνης εντάχθηκαν:

  • Η συνδρομή των προανακριτικών, ανακριτικών, εισαγγελικών και δικαστικών αρχών για την προσήκουσα εξέταση ανήλικων θυμάτων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,
  • Η εκτίμηση της αντιληπτικής ικανότητας και της ψυχικής κατάστασης των ανηλίκων μαρτύρων,
  • Η διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών και χώρων για την εξέταση, όπως επίσης η προμήθεια και η εγκατάσταση υλικοτεχνικού εξοπλισμού για την καταγραφή της κατάθεσης με ηλεκτρονικά οπτικοακουστικά μέσα.

Εν συνεχεία, με τον ν. 4620/2019, ήτοι το Νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εισάγεται η διάταξη 227 και θεσπίζεται ένας κανόνας κτήσης αποδείξεων. Συγκεκριμένα, η διάταξη αναφέρεται σε μία ειδική κατηγορία μαρτύρων, τους λεγόμενους ευάλωτους μάρτυρες, για τους οποίους ο νομοθέτης προνοεί ότι λόγω του ψυχικού τραυματισμού τους που ενδεχομένως υπέστησαν από την εγκληματική πράξη, θα πρέπει να τους εξαιρέσει από την κατ’ αντιπαράσταση εξέταση με τον κατηγορούμενο, καθώς ακόμη και η θέα του τελευταίου, είναι δυνατόν να προκαλέσει ψυχική αναστάτωση2. Το άρθρο 227 ΚΠΔ, είναι σαφές και ορισμένο, προβλέπει δε, τον ειδικό τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η μαρτυρική εξέταση των ανήλικων θυμάτων, καθώς περιλαμβάνει την εξέταση του ανηλίκου από παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο, ενώ αφαιρεί από τον κατηγορούμενο το δικαίωμα της κατ’ αντιπαράσταση εξέτασής του. η συγκεκριμένη διάταξη πέραν από το βασικό σκοπό που υπηρετεί και που δεν είναι άλλος από την προστασία των δικαιωμάτων του ανηλίκου, συμβάλλει και στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, καθώς, η έκθεση του πραγματογνώμονα, θα βοηθήσει τα δικαστικά όργανα να αξιολογήσουν την ικανότητα του ανηλίκου να καταθέσει αλλά και την αξιοπιστία της ίδιας της κατάθεσής του3.

Για να είμαστε πιο ακριβείς το άρθρο 227 ΚΠΔ επι λέξει ορίζει ότι:

«1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 324, 336, 337 παρ. 3, 338, 339, 342, 343, 345, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349, 351Α ΠΚ, καθώς και στα άρθρα 29 παρ. 5 και 6 και 30 του ν. 4251/2014, διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ειδικά εκπαιδευμένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή που περιλαμβάνεται στον πίνακα πραγματογνωμόνων, όπου αυτά δεν λειτουργούν. Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται υποχρεωτικά στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για το σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων.2. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και με τους τυχόν διορισμένους τεχνικούς συμβούλους του κατηγορουμένου, μη εφαρμοζομένου κατά τα λοιπά του άρθρου 207 ως προς το θέμα της προσωπικής επαφής αυτών με τον ανήλικο. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται από τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς διά του παρισταμένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου. Κατά την εξέταση ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπό του, εκτός αν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφασή του για σπουδαίο λόγο, ιδίως, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη.3. Οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν δικαίωμα να ζητήσουν να υποβληθούν στον ανήλικο από τον ανακρίνοντα ερωτήσεις, τις οποίες έχουν προηγουμένως διατυπώσει εγγράφως, εκτός αν κατά την κρίση του παιδοψυχολόγου ή του ψυχιάτρου οι ερωτήσεις αυτές είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου.4. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας.5. Αν δεν είναι δυνατή η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου, η γραπτή κατάθεσή του αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως, εφόσον κρίνεται απολύτως αναγκαίο.6. Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παρ. 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του ανηλίκου γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται, από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση. Οι παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές. Οι ερωτήσεις τίθενται από το δικαστήριο μετά από ακρόαση του εισαγγελέα και των παριστάμενων διαδίκων και υποβάλλονται στον ανήλικο, εκτός αν κατά την κρίση του παιδοψυχολόγου ή του ψυχιάτρου είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου.7. Η διάταξη του άρθρου 239 παρ. 2 εφαρμόζεται ανάλογα και επί ανηλίκων θυμάτων των αναφερόμενων στην παρ. 1 πράξεων. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνική έρευνα μπορεί να διεξαχθεί και από κοινωνικούς λειτουργούς δήμων ή νομαρχιών».

Από την άλλη πλευρά, οι επιστήμονες ψυχικής υγείας επιβάλλεται να διενεργούν την εξέταση του ανηλίκου με βάση τα ενδεδειγμένα πρωτόκολλα, να είναι απόλυτα σύμφωνοι με τις αρχές δεοντολογίας, ακολουθώντας συγκεκριμένα στάδια. Βασικός σκοπός είναι η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας και η εκμαίευση αξιόπιστων καταθέσεων με ελαχιστοποίηση του κινδύνου ψυχικού επανατραυματισμού του ανηλίκου. Τέλος, η εξέταση διέπεται από τις αρχές τις αυτονομίας, της δικαιοσύνης, της μυστικότητας και της εχεμύθειας.

Σε κάθε περίπτωση, η εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης αποτελεί βασικό δικαίωμα του κατηγορουμένου σε κοινωνίες που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ποινική διαδικασία συνιστά ευρύτερα ένα «πεδίο άσκησης δομημένης κρατικής βίας και ως εκ τούτου ισχυρής δοκιμασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» . Όμως ένα κράτος δικαίου, οφείλει να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην προστασία του ανηλίκου και το σεβασμό του φερόμενου ως δράστη, χωρίς περιστατικά δευτερογενούς θυματοποίησης και τραυματισμού του ψυχικού κόσμου, αλλά και εξασφάλιση μη καταστρατήγησης δικαιωμάτων κατηγορουμένου.


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


1 Βλ. Θεμελή Ό., Το παιδί - θύμα ως μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης: Η ακροαματική διαδικασία και ο κίνδυνος δευτερογενούς θυματοποίησης, στο Γ. Γιωτάκου & Β. Πρεκατέ (επιμ.), Σεξουαλική κακοποίηση - Μυστικό; Όχι πια!, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2006, σ. 219, Davidson J. κ.ά., Child victims of sexual abuse: Children’s experience of the investigative process in the criminal justice system, Practice 4/2006, σ. 247 επ., Flin R., Child witnesses in criminal courts, Children & Society 4/1990, σ. 264 επ., Martin M., Child sexual abuse: Preventing continued victimization by the criminal justice system and associated agencies, Family Relations 3/1992, σ. 330 επ., Quas J. κ.ά., Childhood sexual abuse assault victims: Long-term outcomes after testifying in criminal court, Blackwell, London, 2005 και Weiss h. & Berg F., Child victims of sexual assault: Impact of court procedures, Child Psychiatry and Law 5/1982, σ. 513 επ.

2 Π. Χριστόπουλος, Το δικαίωμα του κατηγορούμενου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας κατ’ άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ΠοινΔικ 2009/σελ 1283 επ.

3 ΕφΚρητ 113/2015, ΝΟΜΟΣ

4 Φυτράκη Ε., Τα δικαιώματα του ανθρώπου στην ποινική δίκη: Από τον εξανθρωπισμό στον «εκσυγχρονισμό», ΠοινΔικ 10/2004, σ. 1171.


 Μην χάνεται την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News