Δικηγορικό Γραφείο

Γράφουν, η νέα συνεργάτις του γραφείου μας Αθηνά Κακλαμάνη και η Δικηγόρος Αγγελική Ψαράκη.

«Συμπολίτες μου, έχουν περάσει ήδη 33 μέρες από το πρώτο μήνυμα μου για την πανδημία. Έθεσα τότε ένα σαφή στόχο, να περιορίσουμε την εξάπλωση του κορωνοιού στη χώρα υπομένοντας και ατομικές θυσίες και αυτές τις θυσίες τις κάνατε με υψηλό αίσθημα ευθύνης.» Π/Θ, 13.04.2020.

Διανύουμε ίσως, την πιο κρίσιμη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας. Ένας λευκός τρομοκράτης, που παραλύει το σκοπίμως εξαθλιωμένο σύστημα υγείας, για να το καταστήσει βορρά στον ιδιωτικό τομέα, λιανίζει κυριολεκτικά τη νεολαία, δημιουργεί τρόμο στις ευπαθείς ομάδες και φτάνει την οικονομία στο χείλος της καταστροφής.

Η πανδημία, όμως, του Covid-19,  γεννά και πλείστα ζητήματα στη συνταγματική δημοκρατία.  Επιφέρει σοβαρά πλήγματα στο σύστημα των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, εξελίσσεται σε απειλή για τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και μπορεί να αποβεί μοιραία για το δίκαιο καθώς, με αφορμή  την ανάγκη αντιμετώπισης της πρωτόγνωρης παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης, το Σύνταγμα και οι ατομικές ελευθερίες περιορίζονται σε τέτοιο βαθμό, που κλυδωνίζονται τα θεμέλια του Δημοκρατικού πολιτεύματος. Μια απλή ιστορική αναδρομή φτάνει για να αποδειχθεί, ότι η θεσμοποιημένη αναστολή ατομικών δικαιωμάτων, όπως είναι η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το δικαίωμα της συνάθροισης, της απεργίας ,η συνδικαλιστική ελευθερία, η θρησκευτική λατρεία, αλλά και η ίδια η αξία του ανθρώπου, η οποία για πολλές έννομες τάξεις, αλλά κατά μία άποψη1 και για το ίδιο το Σύνταγμα (Άρθρο 2 παρ.1), αποτελεί το ύψιστο εξ' αυτών, ελλοχεύει κινδύνους όχι μόνο για τους φορείς τους, αλλά και για την ίδια την δημοκρατική ομαλότητα. Οι συχνότερες, δε, δικαιολογίες για τέτοιου είδους περιορισμούς είναι παραδοσιακά η επίκληση του “χρέους κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης” (Άρθρο 25 παρ.4) και φυσικά του “δημόσιου συμφέροντος”, στο οποίο και υποτάσσονται τα επί μέρους συνταγματικά δικαιώματα. Παρ' όλα αυτά, σε αυτή τη τόσο ρευστή και αόριστη έννοια, που θα τολμούσαμε να πούμε, ότι κατά κάποιον τρόπο δε συνάδει με την τυπικότητα του Συντάγματος, συγκρούεται και η ίδια η εικόνα της πραγματικότητας, στην οποία ζούμε, μια κοινωνία γεμάτη ανταγωνισμό, ταξικές αντιθέσεις, συγκρούσεις και βέβαια αντικρουόμενα συμφέροντα.

Η σπουδαιότητα των αγαθών που τίθενται σε κίνδυνο, ιδίως η υγεία, η ζωή  και η ασφάλεια των προσώπων, φαίνεται να νομιμοποιεί την λήψη των αστυνομικών μέτρων που υιοθετούν οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Έτσι, στην χώρα μας, η άσκηση σημαντικών συνταγματικών δικαιωμάτων, απαγορεύτηκε, ενώ το θεσμικό θεμέλιο του οικονομικοκοινωνικού συστήματος, η προσωπική ελευθερία, βρίσκεται σε καθεστώς που προσομοιάζει με αυτό της προηγούμενης διοικητικής άδειας: τα κοινωνικά υποκείμενα δεν έχουν την ευχέρεια να προσδιορίζουν την παρουσία τους στον χώρο ούτε να κινούνται με βάση τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, ώστε να πραγματώνουν το βιοτικό τους σχέδιο. Οι μετακινήσεις συνδέονται με κρατικά προσδιορισμένο σκοπό, για την εξυπηρέτηση του .οποίου χορηγείται έγκριση από αρμόδια υπηρεσία, άλλως τιμωρία στον απείθαρχο.

Αυτήν ακριβώς τη συγκρουσιακή εικόνα του κόσμου καλείται να εξυπηρετήσει  και η αρχή της αναλογικότητας ως σταθμιστικό μέσο,  με αφορμή φυσικά ότι «το απαιτεί το Δημόσιο συμφέρον». Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι μία από τις αρχαιότερες εφαρμογές της απαντάται στο δίκαιο του πολέμου, όσον αφορά τη διεξαγωγή του, αλλά και το σεβασμό της ζωής των αμάχων, ενώ παράλληλα η ουσία της μπορεί να συμπυκνωθεί στη χαρακτηριστική, κατά το γαλλικό και γερμανικό αστυνομικό δίκαιο, φράση: “η αστυνομία δεν πρέπει να βάλλει κατά των σπουργιτών με κανόνια”2. Ratio, δε, της αρχής δεν είναι παρά το κράτος δικαίου, αλλά και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων per se. Ως εκ τούτου, η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί ένα ισχυρό όπλο στη φαρέτρα του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος, προκειμένου ο πολίτης να ζει περισσότερο ως υποκείμενο δικαιωμάτων, τα οποία δεν εργαλειοποιούνται στη διάθεση των κρατούντων. Όπως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί, άλλωστε, από το γνωστό φιλόσοφο και νομικό Ronald Dworkin3 “η πεμπτουσία της άσκησης ενός δικαιώματος είναι ότι ένα άτομο δικαιούται προστασίας έναντι της πλειοψηφίας ακόμα και σε βάρος του γενικού συμφέροντος”.

Η αρχή της αναλογικότητας, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτυπώνει τη γενική επιταγή του “προσήκοντος μέτρου”. Αυτό, δε, σημαίνει ότι αναλογικό είναι το μέτρο που είναι κατάλληλο, αναγκαίο και πρόσφορο να επιλύσει ένα πρόβλημα. Επιπλέον, κατά τη λήψη του μέτρου γίνεται φανερό ότι πρέπει να πραγματοποιείται και μια στάθμιση του κόστους με το όφελος που αυτό προκαλεί. Με άλλα λόγια, ο χαρακτήρας του μέτρου δεν πρέπει να είναι ούτε εκβιαστικός, ούτε εκδικητικός, ούτε βέβαια πρέπει να οδηγεί σε πλήρη απαγόρευση της άσκησης των δικαιωμάτων, τα οποία πλήττει. Επιπλέον, από την αναγκαία φύση του προκύπτει ότι ένα μέτρο ενδέχεται να είναι αντισυνταγματικό, όταν παράλληλα είναι δυνατή η επιλογή ενός άλλου, εξίσου δραστικού με αυτό μέτρου, το οποίο περιορίζει λιγότερο ή καθόλου την ατομική ελευθερία. Ως εκ τούτου, η επιλογή από τους κρατούντες του λιγότερο επαχθούς μέτρου φαντάζει η μόνη εναρμονισμένη με την αρχή της αναλογικότητας και κατ' επέκταση το ίδιο το Σύνταγμα επιλογή.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το δεύτερο lock down στο οποίο προχώρησε η κυβέρνηση πρόσφατα και, δη, η λήψη των τελευταίων μέτρων που αφορούν την απαγόρευση της κυκλοφορία μετά τις 21:00 διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό από το πρώτο, όχι μόνο όσον αφορά τη ratio των δύο, αλλά και τη συνταγματική τους θεμελίωση. Ενώ, λοιπόν, κατά το πρώτο lock down έγινε επίκληση του “δημοσίου συμφέροντος”, προκειμένου να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα προετοιμασίας του ΕΣΥ, τίποτα δεν φαίνεται να δικαιολογεί την εξαγγελία ενός δεύτερου, όταν μάλιστα η Κυβέρνηση δεν προχώρησε στις απαιτούμενες ενέργειες (αποσυμφόρηση των ΜΜΜ και της εκπαίδευσης μέσω της πρόσληψης προσωπικού, πραγματική επίταξη και όχι… μίσθωση επιπλέον πλουτιμού,  ιδιωτικών ΜΕΘ κλπ), που θα απέτρεπαν μια τέτοια βάναυση καταπάτηση της ιδιωτικής αυτονομίας, που βάλει ατομικά δικαιώματα, εξωνομικές βιοτικές σχέσεις, αλλά και κάθε οργανωμένη ή και αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση, με αποτέλεσμα τη θεσμοθέτηση ενός κράτους αυταρχισμού και συντηρητισμού που παραγκωνίζει τους πολίτες του από το πολιτικό σκηνικό, παραπέμποντας στο μοντέλο ενός αστυνομικού κράτους.

Επιπλέον, η αμφισβητούμενη συνταγματικότητα του δεύτερου lock down φαίνεται να προκύπτει και από το τρόπο που πραγματοποιούνται οι μετακινήσεις των πολιτών, με τη χρήση δικαιολογητικών ή την αποστολή SMS, που παραπέμπει σε “καθεστώς προηγούμενης άδειας” και μια μορφή “προληπτικού συστήματος” που έρχεται σε μετωπική σύγκρουση όχι μόνο με την αρχή της αναλογικότητας, αλλά και με τον ίδιο τον φιλελεύθερο και δημοκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματος μας. Ως εκ τούτου, μπορεί εύκολα να γίνει λόγος για ακραίες βιοπολιτικές πρακτικές, που υποβαθμίζουν τα ατομικά δικαιώματα, καθιστώντας τα εργαλεία που εξυπηρετούν κρατικές σκοπιμότητες και τη συγκάλυψη της κυβερνητικής αδυναμίας να ανταπεξέλθει στις πραγματικές ανάγκες που δημιούργησε η πανδημία. Ο ιός, άλλωστε, μπορεί να είναι ένα βιολογικό γεγονός, ο χειρισμός του, ωστόσο, είναι πέρα για πέρα πολιτικής φύσης και αυτό φαίνεται να γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό από την κοινή γνώμη, η οποία ενώ βρισκόταν στο πλευρό της κυβέρνησης κατά το πρώτο lock down, αφουγκραζόμενη τους λόγους που οδήγησαν σε αυτό, τώρα έχει πάρει θέση απέναντι της, δίνοντας την αίσθηση ότι η χώρα δεν είναι παρά ένα καζάνι που βράζει.

Και ενώ η πλειοψηφία των πολιτών, έχει συμμορφωθεί  στα μέτρα, καθώς «άγνωστες αι βουλαί του ιού», δεν έχουν δημοσιοποιηθεί τα επιδημιολογικά δεδομένα που να δικαιολογούν την επιβολή της απαγόρευσης κυκλοφορίας των ατόμων κατά μονάδα μετά τις 21.00 μμ. Και ενώ, μπορεί ,η ελληνική νομολογία να μας έχει κληροδοτήσει το εργαλείο της κατάστασης ανάγκης, που επιτρέπει την βραχεία παρέκκλιση από το Σύνταγμα και τις επιταγές του, το κύριο ζήτημα είναι να μην γίνεται κατάχρηση αυτής, με μοναδικό γνώμονα την ατομική ευθύνη γιατί θα το βρουν μπροστά τους και η υποτιμηθείσα από αυτούς κοινωνική αντίδραση θα είναι σφοδρότατη.

---------------------

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.

1   Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, 103

2   Κοντόγιωργα -Θεοχαροπούλου, Η αρχή της αναλογικότητας στο εσωτερικό δημόσιο δίκαιο, 1989, 12

3   R. Dworkin, Taking Rights Seriously, 1991, 146


 Μην χάνεται την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News