Δικηγορικό Γραφείο
Ο θεσμός της ακουσίας νοσηλείας στην ελληνική έννομη τάξη

Η εξερεύνηση της ψυχής και των ψυχικών διαταραχών απασχολεί επιστήμονες και λόγιους ήδη από το πολύ μακρινό παρελθόν. Ο Αριστοτέλης, μάλιστα ήταν από τους πρώτους, που στο ομώνυμο έργο του «Περί Ψυχής», αφοσιώθηκε στην μελέτη της έννοιας «ψυχή». Αξιόλογες προσπάθειες, επίσης, σημειώθηκαν από νωρίς με σκοπό την ανάλυση των ψυχικών νόσων, των αιτιών τους και την εύρεση τρόπων αντιμετώπισής τους. Παράλληλα, η επιτακτική ανάγκη, για προφύλαξη και θεραπεία των ψυχικά νοσούντων, απ΄τη μια, και για προστασία της κοινωνίας, από την άλλη, οδήγησε κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα σε προσπάθειες ρύθμισης του θεσμού της «ακούσιας νοσηλείας». Σημαντικός αρωγός των ως άνω προσπαθειών δε θα μπορούσε να είναι άλλος από το θετό δίκαιο.

Στην ελληνική έννομη τάξη το ζήτημα της ακούσιας νοσηλείας ρυθμίζεται, αφενός, από τον Αστικό Κώδικα (αρ. 1687), στο πλαίσιο των διατάξεων για την δικαστική συμπαράσταση και αφετέρου, από τον Ν. 2071/92 (αρ 95 επ.) και 2716/1999 (αρ 16).

Κατά το άρθρο 1687 Α.Κ. «Όταν η κατάσταση ενός προσώπου επιβάλλει την ακούσια νοσηλεία του σε μονάδα ψυχικής υγείας, αυτή γίνεται μετά από προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων». Κατά συνέπεια, η ακούσια νοσηλεία είναι θεσμός δημοσίου δικαίου, αλλά περιγράφεται στον Αστικό Κώδικα και ρυθμίζεται περαιτέρω από διατάξεις ειδικών νόμων. Ο θεσμός, λοιπόν, δέχεται ουσιαστικής ρύθμισης από ένα νομοθέτημα και συγχρόνως ρυθμίζεται δικονομικά με την εφαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας (εκούσια δικαιοδοσία).

Στον νόμο 2071/92 για τον «Εκσυγχρονισμό και την Οργάνωση Συστήματος Υγείας», ρυθμίζεται ειδικότερα και εκτενέστερα ο θεσμός της ακούσιας νοσηλείας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το αρ. 95 παρ. 1 «Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και η παραμονή του, για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Από την ακούσια νοσηλεία διακρίνεται η «φύλαξη» ασθενή με το άρθρο 69 επ. του Ποιν. Κώδικα. Η αντιμετώπιση τοξικομανών, διέπεται από ειδική νομοθεσία». Στο σημείο αυτό, χρήζει η παράθεση του περί «φύλαξης» ασθενή άρθρου 69 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο, «Αν κάποιος που τέλεσε αξιόποινη πράξη, η οποία απειλείται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους, απαλλάχθηκε από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (άρθρο 34), το δικαστήριο διατάσσει κατάλληλο για τη θεραπεία του μέτρο, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα. Η διάταξη της απόφασης που αφορά στο θεραπευτικό μέτρο εκτελείται με φροντίδα της εισαγγελικής αρχής».

Όσον αφορά στις προϋποθέσεις για τη θέση οποιουδήποτε σε ακούσια νοσηλεία, αυτές αναφέρονται σωρευτικά στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 του Ν. 2071/92 και είναι οι εξής: Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή, η οποία να τον καθιστά ανίκανο να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή η νοσηλεία ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.

Συγχρόνως, στη παρ. 3 του αρ.95 προβλέπεται, ότι η αδυναμία ή ή άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ' αυτή ψυχική διαταραχή.

Η διαδικασία για την ακούσια νοσηλεία κινείται κατόπιν απευθυνόμενης προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του φερόμενου ως ασθενή, αιτήσεως, του συζύγου, ή συγγενή σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενή εκ πλαγίου μέχρι και τον δεύτερο βαθμό ή όποιου έχει την επιμέλεια του προσώπου. Εάν δεν υπάρχει κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, η ακούσια νοσηλεία διατάσσεται αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δυο ψυχιάτρων.

Ο εισαγγελέας αφού διαπιστώσει την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον οι δυο ιατρικές γνωματεύσεις συνηγορούν υπέρ της ακούσιας νοσηλείας του φερόμενου στην αίτηση ως ασθενή, ο εισαγγελέας διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που εδρεύει στον τόπο κατοικίας του ασθενή (εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού). Αν, ωστόσο, οι προαναφερθείσες γνωματεύσεις διαφέρουν μεταξύ τους, ο εισαγγελέας δύναται να εισάγει την αίτηση στο πολυμελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του του αρ. 95 παρ. 6. Μάλιστα, στην περίπτωση που η διαδικασία κινείται αυτεπάγγελτα από το εισαγγελέα, ή σε περίπτωση άρνησης του φερόμενου ως ασθενή να εξεταστεί, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει την μεταφορά του δεύτερου για εξέταση και σύνταξη γνωματεύσεων σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Σε τρείς μέρες από την μεταφορά του ασθενούς στη κλινική, κατόπιν διαταγής του εισαγγελέα, ζητείται με αίτηση του τελευταίου, να επιληφθεί το πολυμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει εντός 10 ημερών «κεκλεισμένων των θυρών». Η απόφαση αυτή του πολυμελούς πρωτοδικείου προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της ανακοπής κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας.

Η ακούσια νοσηλεία παύει, εφόσον σταματήσουν να συντρέχουν οι ως άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις του αρ. 95 του Ν. 2071/1992. Βέβαια, η διάρκεια της νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες (πλην εξαιρετικών περιπτώσεων που η κατάσταση του ασθενούς χρήζει παράτασης της νοσηλείας κατά τα προβλεπόμενα στο αρ.99 παρ. 4). Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών της νοσηλείας, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η Ακούσια νοσηλεία.

Συμπερασματικά, είναι ανάγκη να λεχθεί, πως η διαδικασία θέσης του ατόμου σε Ακούσια νοσηλεία, ακόμα και αν τηρούνται τα κατά το Νόμο προβλεπόμενα, αποτελεί μια κατάσταση εξαιρετικά επώδυνη για τον ασθενή, δεδομένου ότι ο τελευταίος στερείται της ελευθερίας του, γι’ αυτό και θα πρέπει να εφαρμόζεται με ιδιαίτερη φειδώ, κυρίως όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 95 εναργώς. Ίσως, σε μια τέτοια περίπτωση και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης, όντας τινί τρόπω «συγγενικός», θα προέβαλε ως μια πιο θεμιτή λύση. Τέλος, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι στην περίπτωση της Ακούσιας Νοσηλείας, το άτομο δεν είναι εγκληματίας και δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιος, αλλά ως ασθενής.


Για περισσότερες πληροφορίες καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.