Δικηγορικό Γραφείο
Η προσβολή της πατρότητας

Ο Ελληνικός Αστικός Κώδικας έχοντας ως βάση πως η κυοφορία διαρκεί συνήθως εννιά (9) μήνες και η γυναίκα γεννά το τέκνο του ανθρώπου με τον οποίο συνδέεται με τα δεσμά του γάμου, έχει συμπεριλάβει τη ρύθμιση κατά την οποία κάθε παιδί που γεννιέται κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες (300) ημέρες από τη λύση ή ακύρωση του γάμου, λογίζεται πως έχει ως πατέρα το σύζυγο της μητέρας του (αρθ.1465 ΑΚ). Στην πραγματικότητα βέβαια σε πολλές καταστάσεις το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα αληθή περιστατικά και αυτό γιατί ο βιολογικός πατέρας του τέκνου που γεννιέται, δεν είναι ο σύζυγος της μητέρας. Έτσι ερχόμαστε να αντιμετωπίσουμε τις περιπτώσεις αυτές, ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια και το τέκνο να αποκτήσει από νομική άποψη τη συγγένεια που τον ενώνει με το βιολογικό του πατέρα.

Για να ανατραπεί το τεκμήριο της πατρότητας, σύμφωνα με τα πλαίσια που θεσμοθετούνται στον Αστικό Κώδικα, πρέπει να ασκηθεί αγωγή για την προσβολή της πατρότητας. Μια τέτοια κίνηση μπορεί να ξεκινήσει από : α) τον τεκμαιρόμενο πατέρα του τέκνου, δηλαδή το σύζυγο της μητέρας του τέκνου , β) τους γονείς του τεκμαιρόμενου πατέρα, όταν αυτός έχει πεθάνει χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα προσβολής της πατρότητας , 3) το τέκνο , 4) τη μητέρα του τέκνου , 5) τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα του τέκνου και ενώ βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγό της, είχε συνάψει πλήρη ερωτική σχέση κατά το διάστημα της σύλληψης του τέκνου. Το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή κάθε ένα από τα ανωτέρω πρόσωπα είναι αυτοτελές και δεν έχει εξάρτηση με την άσκησή του από κάποιο άλλο πρόσωπο.

Η εκδίκαση της αγωγής προσβολής πατρότητας γίνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, πλέον και αυτών που έχουν προκύψει από το σύμφωνο συμβίωσης κατά το άρθρο 592 ΚΠολΔ και επόμενα. Το πρόσωπο που ασκεί την αγωγή οφείλει να αποδείξει ότι είτε η μητέρα δεν συνέλαβε πράγματι από το σύζυγο και αυτός δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού, είτε πως κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης (λογίζεται αυτό ανάμεσα στην τριακοστή και στην εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν τον τοκετό κατά το άρθρο 1468 ΑΚ) θα ήταν αδύνατο να συλλάβει από το σύζυγό της, λόγω ανικανότητάς ή σαρκικής αποχής ή και θανάτου του συζύγου. Το ότι η μητέρα δε συνέλαβε από το σύζυγο αποδεικνύεται μέσω εξέτασης DNA των τριών ενδιαφερομένων, δηλαδή της μητέρας, του συζύγου της και του παιδιού. Ο ενάγοντας έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει κάθε δυνατό και πρόσφορο αποδεικτικό μέσο για να αποδείξει τη μη ανταπόκριση του τεκμηρίου της πατρότητας.

Πιλοτικό ρόλο παίζει στο πλαίσιο της δίκης προσβολής της πατρότητας, το αποδεικτικό μέσο της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Ο δικαστής, τις πλείονες των περιστάσεων, διατάσσει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης μέσω της εξέτασης DNA, με στόχο να αποδειχθεί αν υφίσταται ή όχι η βιολογική συγγένεια με το σύζυγο της μητέρας και το παιδί. Το άρθρο 607ΚΠολΔ επισημαίνει πως εάν κάποιο από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα (ο σύζυγος ή η μητέρα) αρνηθεί να υποβληθεί στην ιατρική εξέταση που διατάξει το δικαστήριο, χωρίς κάποια δικαιολογημένη αιτία, τότε λογίζεται πως οι ισχυρισμοί του αντιδίκου έχουν αποδειχτεί.

Το δικαίωμα να ασκηθεί η αγωγή προσβολής της πατρότητας απολύεται : 1) για το σύζυγο της μητέρας, μετά την παρέλευση ενός [1] έτους από τότε που πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά που οδηγούν στο συμπέρασμα πως το τέκνο δεν είναι δικό του, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί μετά το πέρας πέντε [5] ετών από τον τοκετό, 2) για τον πατέρα ή τη μητέρα του συζύγου, μετά την παρέλευση ενός [1] έτους από τότε που έμαθαν το θάνατο του υιού τους και τη γέννηση του τέκνου, 3) για το ίδιο το τέκνο, με την παρέλευση ενός [1] έτους από την ενηλικίωσή του, 4) για τη μητέρα του τέκνου, με το πέρας ενός [1] έτους από τον τοκετό εκτός και αν υπάρχει σοβαρός λόγος που την ώθησε να μην την προσβάλλει κατά τη διάρκεια του γάμου της, οπότε της δίνεται το χρονικό πλαίσιο των έξι [6] μηνών από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου της, 5) τέλος για τον άνδρα που είχε σεξουαλική σχέση με τη μητέρα, αφού περάσουν δύο [2] έτη από τον τοκετό. Σημαντική παρατήρηση που οφείλει να γίνει, είναι το σύντομο χρονικό πλαίσιο προθεσμιών που ορίζεται στο νόμο, το οποίο έχει θεσπιστεί κατ’ αυτό τον τρόπο για να μην εκκρεμεί επ’ αόριστο το θέμα της καταγωγής ή όχι του τέκνου από γάμο.

Αν ασκηθεί η αγωγή προσβολής της πατρότητας και γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, το τέκνο τότε χάνει την ιδιότητα που είχε ως γεννημένο σε γάμο, και μάλιστα από τη γέννησή του. Βέβαια, η δικαστική απόφαση που θα χει εκδοθεί, λόγω της διαπλαστικότητας του χαρακτήρα της, θα πρέπει να έχει καταστεί αμετάκλητη. Έτσι, λοιπόν, με την απόφαση το τέκνο χάνει κάθε συγγενικό δεσμό με το σύζυγο της μητέρας του, συμπεριλαμβανομένων όλων των συνεπειών (απώλεια δικαιώματος διατροφής, απώλεια κληρονομικού δικαιώματος, δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα κ.α). Τέλος, άξια αναφοράς είναι η περίπτωση που η αγωγή προσβολής πατρότητας ασκείται από το σύντροφο της μητέρας με τον οποίο διατηρούσε σεξουαλικές επαφές όσο βρισκόταν σε διάσταση, που για την περίπτωση αυτή η δικαστική απόφαση που εκδίδεται λειτουργεί ταυτόχρονα και ως εκούσια αναγνώριση του τέκνου από το σύντροφο της μητέρας του (κατά το άρθρο 1472 ΑΚ), με αποτέλεσμα το τέκνο να μην λογίζεται ως γεννημένο εκτός γάμου. Σε κάθε άλλη περίπτωση το τέκνο θα χαρακτηριστεί ως «αγνώστου πατρός» και πλέον θα απαιτείται εκούσια αναγνώριση από τον βιολογικό του πατέρα (κατά τα άρθρα 1475-1476 ΑΚ).


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.