Δικηγορικό Γραφείο
Ελευθέρια λόγου και ρατσισμός. Δυο έννοιες αυτοαποκλειόμενες

Εν έτει 2020, γινόμαστε μάρτυρες άκρως προσβλητικών και μειωτικών αναφορών ή συμπεριφορών, οι οποίες λαμβάνουν μάλιστα χώρο, όχι σε κάποια ιδιωτική συζήτηση, αλλά σε δημόσιο διάλογο ενώπιον όλων! Αναφερόμαστε σε ρητορικές μίσους ή ρατσιστικά παραληρήματα, τα οποία πλέον αφειδώλευτα κατακλύζουν τα ηλεκτρονικά παράθυρά μας, τα newsfeed μας και γενικώς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή κοινωνικής δικτύωσης και για τα οποία επειδή δεν μαθαίνουμε εάν κινήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες προκειμένου να επιβληθούν οι προβλεπόμενες κυρώσεις στους υπαίτιους, για αυτή τη παράνομη συμπεριφορά, είναι πιθανό μερίδα των πολιτών να τη θεωρεί ακόμα και ως «νόμιμη συμπεριφορά». Είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο, μερίδα των πολιτών να θεωρεί τη συμπεριφορά αυτή, έκφανση του ελεύθερου λόγου. Πρόκειται όμως για όλως εσφαλμένη εντύπωση και εξηγούμε κατωτέρω τους λόγους.

Το δικαίωμα στην ελευθερία λόγου λοιπόν, αποτελεί έκφανση της ελευθερίας της έκφρασης και της ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου. Κατοχυρώνεται τόσο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου, όσο και από το Σύνταγμα μας. Εν τούτοις όπως ίσως εσφαλμένως υποθέτουν μερικοί, δεν πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα που δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό. Δεν μπορούμε δηλαδή να λέμε ότι θέλουμε, αδιαφορώντας για τον αντίκτυπο των λόγων μας. Αντιθέτως!

Κάτι τέτοιο εμφαίνεται και στο άρθ. 5 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο ναι μεν θεσπίζει το δικαίωμα στην έκφραση και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, θεσπίζοντας δε στην ίδια παράγραφο και τον περιορισμό του δικαιώματος αυτού: «1. Kαθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Xώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη

Προκύπτει λοιπόν ότι η ελευθερία λόγου που απολαμβάνουμε, δεν είναι απόλυτη, αλλά οριοθετείται εντός εκείνων των ορίων που δεν αποβαίνουν βλαπτικά για τα δικαιώματα των άλλων. Το αντίθετο θα ήταν και αντιφατικό τόσο από νομικής άποψης, όσο και από Συνταγματικής απόψεως, αφού στο άρθ. 2 του Συντάγματος προστατεύεται η αξία του ανθρώπου ως η υπέρτατη υποχρέωση της Πολιτείας. Πρόκειται για τη ρήση που χρησιμοποιούμαι στην καθομιλουμένη, σύμφωνα με την οποία «Η ελευθερία του καθενός φτάνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου».
Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσαμε ότι η ελευθερία λόγου δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε ανέλεγκτη, αλλά θα πρέπει να απολαμβάνεται με τον δέοντα σεβασμό προς τα δικαιώματα των άλλων, ας δούμε τι συνέπειες επιφέρει όταν παραβιάζονται δια αυτής, τα δικαιώματα των άλλων.

- Όταν κάποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, διαπράττει το αδίκημα της εξύβρισης που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθ. 361ΠΚ, με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών ή χρηματική ποινή.
- Όταν κάποιος ισχυρίζεται με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το αδίκημα της δυσφήμησης που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθ.362ΠΚ, με ποινή φυλάκισης έως τριών ετών ή χρηματική ποινή.
- Όταν το ανωτέρω διαδιδόμενο γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος το γνώριζε αυτό, διαπράττει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθ. 363ΠΚ, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή.

Οι ανωτέρω περιπτώσεις λεκτικών αδικημάτων, είναι οι γνωστότερες στο ευρύ κοινό. Όμως προβλέπονται και άλλες περιπτώσεις που προστατεύονται από το Νόμο και είναι λιγότερο γνωστές. Παραδείγματος χάριν, ο νομοθέτης επεκτείνει την ανωτέρω προστασία της τιμής και της υπόληψης, ακόμα και στη μνήμη των νεκρών. Έτσι, σύμφωνα με το άρθ. 365 ΠΚ, όποιος προσβάλλει τη μνήμη νεκρού ή προσώπου που έχει κηρυχθεί άφαντο, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, που έχουν ως αντικείμενο το άυλο αγαθό της τιμής και της υπόληψης των ανθρώπων, υπάρχουν και άλλες διατάξεις, οι οποίες σκοπό έχουν την καταπολέμηση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της μισαλλοδοξίας που θίγει εν προκειμένω και η αφετηρία του παρόντος άρθρου μας.

Στο Δίκαιο της Χώρας μας, υπάρχει ήδη από το έτος 1979 σχετική νομοθεσία, σε συμμόρφωση της Χώρας μας προς τη Διεθνή Σύμβαση για τη κατάργηση κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων του ΟΗΕ, του έτους 1965. Κι όμως έως και τη μεταρρύθμιση του εν λόγω νομοθετήματος, με το Ν.4285/14, ο περισσότερος κόσμος αγνοούσε την εν λόγω νομοθεσία.

Σύμφωνα λοιπόν με το άρθ. 1 του Ν. 4285/14 «1. Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 − 20.000) ευρώ.»

Παράλληλα με την ανωτέρω διάταξη, υπάρχει και η διάταξη του άρθ. 184 παρ.1, 2 ΠΚ, σύμφωνα με οποίες:

  1. «Όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξη πλημμελήματος ή κακουργήματος και έτσι εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή με χρηματική ποινή.
  2. Με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου αν με αυτήν επιχειρείται η τέλεση βιαιοπραγιών κατά ομάδας ή προσώπου που προσδιορίζεται με βάση τα χαρακτηριστικά της φυλής, το χρώμα, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τις γενεαλογικές καταβολές, τη θρησκεία, την αναπηρία, το γενετήσιο προσανατολισμό, την ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το άρθρο 82 Α.»

Από τα ανωτέρω προκύπτει η αγωνία του νομοθέτη να περιθωριοποιήσει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Στο σημείο αυτό είναι κρίσιμο να ειπωθεί ότι στην Χώρα μας επικρατούσε για χρόνια η ψευδαίσθηση της ανοσίας μας ως έθνος, στον ρατσισμό και στη ξενοφοβία. Επικρατούσε η εσφαλμένη αντίληψη ότι ως Έλληνες δεν είμαστε ρατσιστές. Η αντίληψη αυτή βεβαίως έχει καταρρεύσει από την ίδια τη πραγματικότητα των τελευταίων ετών. Όπου παράλληλα με την έξαρση της οικονομικής κρίσης, γίναμε μάρτυρες της αύξησης περιστατικών και της ρητορικής ρατσισμού. Σε σημείο που η ρητορική του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας υιοθετήθηκε ακόμα και από πολιτικά κόμματα, ή ακόμα ακόμα και από στόματα μεγαλόσχημων επιστημόνων. Τα οποία κόμματα μεν, υπό τον μανδύα του κοινοβουλευτισμού και οι επιστήμονες δε, υπό τον μανδύα της επιστημοσύνης και του λόγιου λόγου, επένδυαν με σαθρά και ψευδεπίγραφα επιχειρήματα την καλλιέργεια του μίσους και της μισαλλοδοξίας.

Για τον λόγο αυτό, η εφαρμογή και η γνώση των ανωτέρω νομοθετημάτων είναι ύψιστης σημασίας στους καιρούς που ζούμε. Και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για ακόμα μια φορά, προς αποφυγή παρεξηγήσεων ότι με τις ανωτέρω διατάξεις δεν τιμωρείται ο ρατσιστής αυτός καθ΄εαυτός, για τις απόψεις που έχει. Τιμωρείται εκείνος που προβαίνει σε πράξεις ρατσισμού. Το δίκαιο μας, όπως και το δίκαιο κάθε κράτους δικαίου, δεν επιβάλλει κυρωτικούς κανόνες επειδή κάποιος σκέφτεται κάτι ή φέρει μια ιδιότυπη ιδεολογία μίσους. Κανείς δεν τιμωρείται για τις σκέψεις του.

Εκείνος που τιμωρείται από τις ανωτέρω διατάξεις είναι εκείνος που πράττει. Τιμωρείται εκείνος που εξωτερικεύει συμπεριφορά που υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία. Και θα τιμωρηθεί για τις πράξεις τους αυτές και μόνο και όχι για την ιδεολογία του. Σαφώς καθίσταται σαφές ότι όταν την ιδεολογία μίσους την κρατά για τον εαυτό του, ουδέν μεμπτόν τελείται. Όταν όμως την ιδεολογία αυτή την διακινεί δημοσίως και δύναται εξ’ αυτής της διακίνησης να προκαλέσει διακρίσεις και μίσος ή βία κατά ορισμένης ομάδας προσώπων, τότε τελείται το παραπάνω αναφερομένο αδίκημα του άρθ. 1 Ν.4285/14.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε ως κατακλείδα, είναι ότι οι ελευθερίες που έχουμε ως άνθρωποι, έχουν ως όριο τους την ελευθερία των άλλων. Δεν μπορούμε να τις απολαμβάνουμε ακώλυτα. Αδιαφορώντας για το εάν βλάπτουμε κάποιους άλλους, γιατί τότε δεν πρόκειται για ελευθερία ή για άσκηση δικαιώματος, παρά για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, που καταπιέζει τους τρίτους και είναι παράνομη. Δεν νοείται ελευθερία η οποία δεν σέβεται την ελευθερία άλλου. Και όταν βλέπουμε να παραβιάζεται το δικαίωμα ή η ελευθερία κάποιου, δεν πρέπει να μένουμε αμέτοχοι επειδή ακόμα δεν έχουν θιγεί τα δικά μας δικαιώματα. Πρέπει να παίρνουμε θέση.

Γιατί όπως αναφέρει και ο μεγάλος ιταλός ποιητής Δάντης Αλιγκιέρι στο έργο του “Θεία Κωμωδία” (Divina Commedia): «Οι πιο καυτές θέσεις στην κόλαση είναι κρατημένες γι’ αυτούς που, σε καιρούς μεγάλης ηθικής κρίσης, διατηρούν ουδέτερη στάση».


Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.