Δικηγορικό Γραφείο
Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (632κπολδ) και προγενεστέρως ασκηθείσα αγωγή επί των ιδίων πραγματικών περιστατικών και της αυτής απαίτησης – η ύπαρξη ή μη εκκρεμοδικίας και τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν

Αρκετά συχνά, τα ελληνικά Δικαστήρια καλούνται να εκφέρουν δικαιοδοτική κρίση επί ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής (κατ’άρθρ. 632επ. ΚΠολΔ), για υποθέσεις στις οποίες ωστόσο εκκρεμεί ήδη η εκδίκαση αγωγής ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης (ή έστω μέρους αυτής). Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, ανακύπτουν ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα και προβληματισμοί, επί των οποίων υπάρχει πλούσια και λεπτομερής ανάλυση, τόσο στην ελληνική νομολογία, όσο και στη θεωρία. Ειδικότερα:

-Ως προς την ύπαρξη ή μη εκκρεμοδικίας

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αρχικά θα πρέπει να εξεταστεί εάν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας, κατά άρθρο 221-222 ΚΠολΔ, καθώς μία τέτοια παραδοχή θα ενείχε σοβαρότατες οικονομικές συνέπειες για την κοινωνία, καθώς αυτόματα, σε κάθε περίπτωση ληξιπρόθεσμης απαίτησης, για την οποία θα εκκρεμούσε η εκδίκαση ήδη ασκηθείσας αναγνωριστικής ή διαπλαστικής αγωγής (πχ. αναγνώριση ακυρότητας κάποιων ΓΟΣ σε δανειακή σύμβαση, ακύρωση λόγο πλάνης ή απειλής της σύμβασης κτλ), η ικανοποίηση του δανειστή μέσω έκδοσης διαταγής πληρωμής θα απέβαινε κυριολεκτικά αδύνατη, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής, και η οποία απόφαση μάλιστα, δεν είναι απίθανο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να χρειαζόταν ακόμη και δεκαετία για να εκδοθεί (λόγω των γνωστών και μόνιμων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελληνική Δικαιοσύνη ως προς την ταχύτητα απονομής δικαίου).

Ως προς το ζήτημα λοιπόν, πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την κρατούσα, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία άποψη, η υποβολή αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής δεν επιφέρει κανένα ουσιαστικό ή δικονομικό αποτέλεσμα συγκρίσιμο προς εκείνα της αγωγής, κυρίως δε δεν δημιουργεί στάση δίκης ή εκκρεμοδικία, αφού δεν τείνει σε παροχή έννομης προστασίας υπό τη μορφή διαγνώσεως της αξιώσεως, αλλά αποβλέπει μόνο στην έκδοση εκτελεστού τίτλου (Ποδηματά σε Κεραμέα- Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, 2000, άρθρο 626 ΚΠολΔ, σημ. 15 και 16, σελ. 1172, ΑΠ 1347/2011, ΕφΛαρ 225/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 221 παρ. 1 στοιχ. α και 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατά το άρθρο 215 παρ. 1 του ίδιου κώδικα κατάθεση και επίδοση της αγωγής συνεπάγεται εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκειά της δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια διαφορά, με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα.

Δικαιολογητικός λόγος για την ανωτέρω θεώρηση είναι ότι ο όρος «επίδικη διαφορά» στο άρθρο 222 ΚΠολΔ σημαίνει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή και της διάταξης του νόμου, από την οποία απορρέει το προστατευτέο δικαίωμα, ενώ ταυτότητα προσώπων υπάρχει όταν και στις δύο δίκες οι διάδικοι είναι τα αυτά πρόσωπα, με την έννοια ότι το δεδικασμένο από την απόφαση της πρώτης δίκης να δεσμεύει και τους διαδίκους της ίδιας επίδικης διαφοράς της δεύτερης δίκης, ανεξαρτήτως της μεταλλαγής της δικονομικής ιδιότητας αυτών σε κάθε μία δίκη (ΑΠ 88/2015, ΑΠ 139/2010, ΑΠ 1658/2009). Εκ των ως άνω έπεται ότι για να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν δηλαδή το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, περιττή. Αντίθετα, αν οι δυο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία απ’ ότι ζητήθηκε με την πρώτη (ΑΠ 139/2010, ΑΠ 1716/2009, ΑΠ 908/2007).

Περαιτέρω, από τις ίδιες άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως εκκρεμοδικίας απαιτείται και ταυτότητα αιτημάτων των εκκρεμών δικών, η οποία (ταυτότητα) δεν υπάρχει, και συνεπώς δεν θεμελιώνεται εκκρεμοδικία, όταν το αντικείμενο της μιας δίκης αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της άλλης (ΑΠ 1716/2009). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 623, 626 παρ. Ια, 2, 628 παρ. Ια, 629 εδ. α, 632 παρ. Ια και 633 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύριο αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας, ενώ η κρίση για την ύπαρξη της απαίτησης, της οποίας έχει διαταχθεί η πληρωμή, αποτελεί απλώς προδικαστικό ζήτημα (άρθρο 331 ΚΠολΔ) της κύριας κρίσεως (ΑΠ 1343/2004, ΕφΑθ 2649/2009, ΕφΠατρ 834/2008, ΕφΑθ 1746/2007 ΕφΑθ 33/2006, ΕφΘεσ 1910/2004, Βλ. και Ποδηματά ό.π., άρθρο 633, σημ. 7, σελ. 1194, ότι κύριο μεν ζήτημα είναι η ύπαρξη του δικαιώματος ακυρώσεως της διαταγής, προδικαστικό δε η διάγνωση της ανυπαρξίας της απαίτησης), ήτοι αντικείμενο της δίκης σχετικά με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής είναι όχι η διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης αλλά μόνο ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής κατά το χρόνο έκδοσής της στην έκταση που προσδιορίζεται από τους λόγους της ανακοπής και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εκκρεμοδικίας όταν με την ανακοπή ελέγχεται η νομότυπη έκδοση της διαταγής πληρωμής, έστω και αν ο ανακόπτων με κάποιον από τους λόγους της ανακοπής του βάλλει κατά της ύπαρξης της απαίτησης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει στις δύο υποθέσεις πλήρης ταυτότητα διαφοράς, όπως απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 222 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1752/2013, ΕφΔωδ 133/2008 -βλ. αναλυτικά επί του ζητήματος και πρόσφατη απόφαση 189/2018 ΜΠρΚιλκ).

-Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκδίκαση της ανακοπής έως την τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής

Παρότι λοιπόν σε περιπτώσεις που εκκρεμεί η εκδίκαση αγωγής επί ζητημάτων που άπτονται την ύπαρξη της απαίτησης, για την οποία εκδίδεται μεταγενέστερα διαταγή πληρωμής επί της οποίας ασκείται ανακοπή (κατά 632ΚΠολΔ), δεν υφίσταται μεταξύ των δύο δικών εκκρεμοδικία (παρότι η διάγνωση της μίας έννομης σχέσης αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της άλλης), θα πρέπει να εξεταστεί σε ποιες ενέργειες μπορεί να προβεί το Δικαστήριο που θα κλιθεί να δικάσει την ανακοπή, είτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, είτε αυτεπαγγέλτως, προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και δημιουργία σύγχυσης στην απόδοση δικαίου.

Για να γίνει αντιληπτό το εύρος του προβληματισμού που δημιουργείται, θα πρέπει να σκεφτούμε την αντίφαση και την παραδοξότητα δύο διαφορετικών αποφάσεων, από ξεχωριστά δικαστήρια, με την μία εκ των δύο αποφάσεων να αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει καν απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, ενώ με την άλλη, να επιτρέπεται παρόλα αυτά στο δανειστή να προβεί σε είσπραξη του ποσού αυτού, το οποίο ακριβώς κρίθηκε ως μη οφειλόμενο με την πρώτη απόφαση!

Λύση στο ζήτημα δίνει το άρθρο 249 ΚΠολΔ, (συγκεκριμένα το εδ. α’), το οποίο έχει θεσπισθεί ακριβώς για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεων που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλους κρινομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου) διαφορά αυτή και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης αλλά και η οικονομία της δίκης (Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμ. I, έκδοση 2000, άρθρο 249, σελ. 522, 523). Συγκεκριμένα, όταν η ένσταση της εκκρεμοδικίας αργεί ή δεν μπορεί να θεμελιωθεί, διότι δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 222 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων (ΕφΑθ 673/2009), ιδίως όταν υφίσταται δεσμός: προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών, ήτοι όταν η διάγνωση της διαφοράς; εξαρτάται εν άλω ή εν μέρει από την επίλυση νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η επίλυση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην ασφαλέστερη διάγνωσή του, με την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και τη διαφύλαξη της ενότητας της νομολογίας (ΑΠ 960/2004, ΜΠρΚιλκ 189/2018).

Επισημαίνεται ωστόσο ότι η εν λόγω δυνατότητα του Δικαστηρίου που θα δικάσει την ανακοπή, ήτοι να επιλέξει να αναβάλλει την εκδίκαση της ανακοπής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής, είναι δυνητική, κι ως εκ τούτου, ο Δικαστής δεν δεσμεύεται και δεν είναι σε καμία περίπτωση υποχρεωμένος να προβεί σε αναβολή. Μάλιστα, το Δικαστήριο, θα πρέπει μεταξύ άλλων, να αξιολογήσει, έστω έως ένα βαθμό, την πιθανότητα που υπάρχει για να γίνει δεκτή η αγωγή του οφειλέτη και ιδίως εάν αυτή ασκήθηκε όλως καταχρηστικά και παρελκυστικά προκειμένου απλά να καθυστερήσουν οι ενέργειες του δανειστή να εισπράξει το ποσό που συνιστά την ληξιπρόθεσμη και βέβαιη απαίτηση που έχει εναντίον του πρώτου.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.