Δικηγορικό Γραφείο
Ο δικαστικός έλεγχος της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας εκ μέρους του μισθωτού

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Για να ασκήσει ο µισθωτός νόµιµα το δικαίωµα επίσχεσης εργασίας πρέπει η µεν σύµβαση εργασίας να είναι έγκυρη και να µην έχει λυθεί, η δε αξίωσή του έναντι του εργοδότη να είναι ληξιπρόθεσµη, δηλ. να είναι απαιτητή και να µην εξαρτάται από αίρεση ή προθεσµία, επιπλέον δε να είναι συναφής µε την παροχή της εργασίας, δηλ. να παράγεται από τη σύµβαση εργασίας ευθέως ή εµµέσως. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Το δικαίωµα της επίσχεσης εργασίας ασκείται µε µονοµερή δήλωση του µισθωτού, που είναι έγγραφη ή προφορική (ασφαλώς ενδείκνυται η έγγραφη δήλωση µε επίδοση από δικαστικό επιµελητή) και απευθύνεται στον εργοδότη. Στη δήλωση ο µισθωτός πρέπει να προσδιορίζει την αξίωση που ζητεί να ικανοποιήσει ο εργοδότης και να αναφέρει σαφώς ότι ασκεί το δικαίωµα επίσχεσης εργασίας.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Από το µισθό αυτό ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει τη χρηµατική ωφέλεια που ο µισθωτός αποκόµισε ή απέφυγε δολίως να αποκοµίσει εργαζόµενος αλλού κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας. Ο χρόνος της επίσχεσης συνυπολογίζεται για την εξεύρεση του ποσού των δώρων εορτών και για τη λήψη της άδειας αναψυχής. Κατά τη διάρκεια της επίσχεσης δεν απαγορεύεται η απόλυση, πλην όµως, αν έτσι εκδικείται το µισθωτό για την επίσχεση, η απόλυση µπορεί να κριθεί άκυρη. Ο χρόνος της επίσχεσης υπολογίζεται για τη θεµελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώµατος.

Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής. Κατ’ ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξιώσεώς του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επισχέσεως. Εξ άλλου, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ, κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά. Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014).

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, 1248/2015, 790/2014, 1342/2014, 2094/2014, 1502/2010).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ . 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις.

Συνεπώς, το ανωτέρω δικαίωμα του μισθωτού, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και προσοχή, καθότι, εφόσον κριθεί ότι ασκείται καταχρηστικά, δύναται να θεωρηθεί η απουσία του από την εργασία του, ως εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας, με αποτέλεσμα να χάνει τόσο το δικαίωμά του για την αποζημίωση απόλυσης όσο και το δικαίωμα της επιδότησης της ανεργίας του, κατά περίπτωση.


Για περαιτέρω ενημέρωση, καθώς και για τη νομική πληροφόρηση και εκπροσώπησή σας, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.