Δικηγορικό Γραφείο
Νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις: Ένα αντισυνταγματικό κι επικίνδυνο νομοθετικό τερατούργημα χουντικής έμπνευσης και κοπής

Ξεκίνησε, ήδη, η συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής του νομοσχεδίου για τον περιορισμό των διαδηλώσεων που φέρνει η κυβέρνηση. Στόχος της είναι να ψηφιστεί χωρίς καθυστερήσεις το αντιδραστικό αυτό νομοθετικό κείμενο, ίσως το πιο επικίνδυνο της μεταπολίτευσης, το οποίο συνοπτικά:

  • Εισάγει απαράδεκτους περιορισμούς στο άρθρο 11 του Συντάγματος για το «δικαίωμα του συνέρχεσθαι». Το ίδιο συνταγματικό άρθρο ορίζει ότι η αστυνομία μπορεί να παρίσταται μόνον στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, οι οποίες μπορούν να απαγορευθούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια και, τοπικά, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Το νομοσχέδιο ορίζει σημεία που, εξαρχής, απαγορεύονται συγκεντρώσεις (όπως δημόσιες υπηρεσίες, υπουργεία κ.λπ.), ενώ μπορεί να απαγορευτούν και σε άλλες περιπτώσεις, όπως όταν πραγματοποιούνται χωρίς γνωστοποίηση στις αρχές ή αν δεν συμμορφώνονται οι διαδηλωτές στους περιορισμούς. Η παράλειψη, όμως, γνωστοποίησης κατά την κυρίαρχη άποψη δεν καθιστά την συνάθροιση παράνομη (Βαλάκου – Θεοδωρούδη, Το δικαίωμα της συναθροίσεως στη νομολογία, ΕΔΔΔΔ 1982, 50), η δε γνωστοποίηση στις αρχές εναπόκειται στην ευχέρεια του διοργανωτή (Μπακόπουλος, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλλικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, 1995, αντίθετα Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 491, που τη θεωρεί θεμιτή προληπτική διατύπωση). Το Σχέδιο Νόμου (άρθρο 9 περ. ε’) δίνει στις αστυνομικές αρχές το δικαίωμα διάλυσης της υπαίθριας συνάθροισης, που βρίσκεται σε εξέλιξη, εάν πραγματοποιείται χωρίς να έχει γίνει γνωστοποίηση. Πρόκειται ξεκάθαρα για διάταξη αντισυνταγματική, αφού ορθά επισημαίνεται ότι «το δικαίωμα στη συνάθροιση δεν υπόκειται σε καθεστώς άδειας, αναγγελίας ή προληπτικού ελέγχου από τις αστυνομικές αρχές όπως γινόταν σε ανώμαλες περιόδους παλαιότερα (Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/ Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης, (Τσιφτσόγλου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 11 αρ. 12). Θυμίζουμε ότι όμοια πρόβλεψη υπήρχε και στο ν.δ. 794/1971 (άρθρο 7 παρ. 1β’), περίπτωση που θεωρήθηκε καταργημένη σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος (έτσι Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 492).
  • Προχωράει , με συνταγματικώς απαράδεκτη διάκριση ,όχι μόνο στην απαγόρευση και τον περιορισμό των διαδηλώσεων, αλλά και γενικά των συγκεντρώσεων. Και μάλιστα αναγνωρίζει τη δυνατότητα πραγματοποίησης αυθόρμητων δημόσιων συναθροίσεων μόνο για γεγονότα «κοινωνικής σημασίας», προϋπόθεση που μπορεί να ερμηνευτεί κατά το δοκούν κι αυθαίρετα. Κι αυτήν την μη προγραμματισμένη η αστυνομία δύναται να την απαγορεύσει ! Για να έλθει, οψίμως , το δικαστήριο να κρίνει αν η αστυνομία έκρινε ορθώς η εσφαλμένως ,δηλαδή απόλυτη φαλκίδευση ενός ξεκάθαρου συνταγματικού δικαιώματος.
  • Καθιστά οποιαδήποτε διαδήλωση δυνητικά «απαγορευμένη», καθώς θέτει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στα χέρια της αστυνομίας, στην οποία δίνει υπερεξουσίες μέσω της προκλητικής αοριστολογίας και διευρύνει τον κατασταλτικό ρόλο του Λιμενικού Σώματος, καθώς νομιμοποιείται η χρησιμοποίησή του ενάντια στις κινητοποιήσεις.
  • Εισάγει εξαιρετικά επικίνδυνη ρύθμιση σύμφωνα με την οποία «για τη λήψη απόφασης περί απαγόρευσης όπως και για την επιβολή περιορισμών…λαμβάνονται υπόψη ιδίως: α) ο εκτιμώμενος αριθμός συμμετεχόντων, β) η περιοχή πραγματοποίησής της, γ) ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής ως προς την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων και διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής». Η ενδεικτική απαρίθμηση των λόγων που μπορούν να οδηγήσουν σε απαγόρευση ή επιβολή περιορισμών αφήνει ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στις αστυνομικές αρχές ,χωρίς μάλιστα να είναι εκ των προτέρων γνωστά τα κριτήρια που θα οδηγήσουν σε απαγόρευση ή περιορισμούς. Το πρώτο μάλιστα ενδεικτικά αναφερόμενο κριτήριο (ο εκτιμώμενος αριθμός των συμμετεχόντων) είναι εξόχως προβληματικό. Δίνει τη δυνατότητα στις αστυνομικές αρχές να απαγορεύσουν συναθροίσεις πολυπληθείς και ογκώδεις, οι οποίες δεν δημιουργούν κίνδυνο ούτε για την δημόσια ασφάλεια ούτε για την κοινωνικοοικονομική ζωή. Ενώ, δηλαδή, υποτιθέμενη αφορμή για την ψήφιση του νομοσχεδίου αποτέλεσαν οι ολιγομελείς πορείες στα κέντρα μεγάλων πόλεων που δημιουργούν προβλήματα στην καθημερινότητα των πολιτών, καταλήγει – πέρα από οποιαδήποτε συνταγματική επιταγή- σε μέσο απαγόρευσης των συναθροίσεων που, λόγω του μεγάλου μεγέθους τους, δεν μπορούν να ελεγχθούν επαρκώς από τις αστυνομικές αρχές. Αντίστοιχα, θέτει προληπτικούς περιορισμούς κατά παράβαση ακόμα και στοιχειωδών αρχών του ποινικού κώδικα, αφού αναφέρεται ότι η αστυνομική αρχή μπορεί να λαμβάνει μέτρα και στην περίπτωση αξιόποινων πράξεων «που η τέλεσή τους πιθανολογείται σοβαρά»!
  • Ανάγει σε ιδιώνυμο αδίκημα τη συμμετοχή σε απαγορευμένη συγκέντρωση - διαδήλωση και θα διώκεται πλέον με φυλάκιση έως και 1 έτους και για αξιόποινες πράξεις (;;) φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Είναι ξεκάθαρος ο στόχος της παθητικοποίησης και αποπολιτικοποίησης της νεολαίας ,εμφανίζοντας τη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις ως κάτι εν δυνάμει «εγκληματικό» και «επικίνδυνο».
  • Δίνει τη δυνατότητα να μπορεί να αποφασιστεί η απαγόρευση μέχρι και την τελευταία στιγμή, αφού δεν ορίζεται σαφής χρόνος γνωστοποίησης από τον οργανωτή, ούτε σαφής χρόνος ενημέρωσης από τις αστυνομικές αρχές για το αν απαγορεύεται ή όχι μια συγκέντρωση - διαδήλωση. Από την άλλη μεριά, κατά την υποχρεωτική γνωστοποίηση στις αρχές, απαιτούνται τα στοιχεία ταυτότητας του οργανωτή και σαφής πρόβλεψη για την έναρξη - λήξη - διαδρομή της συγκέντρωσης. Ο «οργανωτής» πέρα από τα καθήκοντα γνωστοποίησης της συνάθροισης στις αρμόδιες αρχές (άρθρο 3 παρ. 1 ΣχΝ) αναλαμβάνει πλέον επιπρόσθετους ρόλους: Επιφορτίζεται με το καθήκον ενημέρωσης των συμμετεχόντων για την υποχρέωσή τους να μην φέρουν και να μην χρησιμοποιούν αντικείμενα πρόσφορα για άσκηση βίας, ζητεί την παρέμβαση της αρμόδιας αρχής για την απομάκρυνση τέτοιων ατόμων και ορίζει ομάδα περιφρούρησης της συνάθροισης (άρθρο 4 ΣχΝ). Ανατίθενται πλέον στον «οργανωτή» καθήκοντα αστυνομικής φύσης, ορίζεται συνεργάτης της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής με υποχρέωση συμμόρφωσης με τις υποδείξεις τους. Οι συναθροίσεις φέρουν πλέον εκ των προτέρων το στίγμα της εν δυνάμει παράνομης κινητοποίησης, την υποψία της διάπραξης αξιόποινων πράξεων. Ο «οργανωτής» και κατ’ επέκταση η συνάθροιση μπαίνει στο ασφυκτικό κλοιό του προληπτικού αστυνομικού ελέγχου και το πλάνο της συνάθροισης ουσιαστικά υποδεικνύεται από τις αστυνομικές αρχές. Την ίδια στιγμή οι κυρώσεις που απειλούνται για τον «αμελή» οργανωτή είναι εξοντωτικές: Ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στην συνάθροιση. Απαλλάσσεται μόνο αν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως για την συνάθροιση και εφόσον αποδείξει ότι είχε λάβει όλα τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας (άρθρο 14 παρ. 4 ΣχΝ).
  • Ανοίγει το δρόμο για προβοκατόρικες ενέργειες, στοιχείων που μπορεί να προκαλέσουν επεισόδια σε μια συγκέντρωση, με σκοπό είτε τη διάλυσή της είτε και την οικονομική εξόντωση των φορέων, σωματείων κ.λπ. που τη διοργανώνουν και που φέρουν - με βάση το νομοσχέδιο - αντικειμενική ευθύνη για ενέργειες τέτοιων προβοκατόρων, τη στιγμή που είναι «κοινό μυστικό» ότι αυτοί καθοδηγούνται άμεσα από κρατικούς και «παρακρατικούς» μηχανισμούς. Σύμφωνα με τον υπουργό, ο «διοργανωτής» της συγκέντρωσης που θα έχει λάβει όλα τα μέτρα που προβλέπονται δεν θα έχει την ευθύνη τι θα κάνουν οι «μπαχαλάκηδες», παριστάνοντας προφανώς τον ανήξερο για τις προβοκάτσιες που στήνουν κύκλοι που σχετίζονται συχνά με τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, προκειμένου να χτυπηθούν διαδηλώσεις και να τσακίσουν το εργατικό κίνημα.
  • Προβλέπει τη δημιουργία «Διεύθυνσης Πρόληψης της Βίας» στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, με στόχο την αντιμετώπιση της «ιδεολογίας της βίας», «την πρόληψη των διαφόρων μορφών και εκφάνσεων της βίας, όπως ιδίως η ριζοσπαστικοποίηση και ο βίαιος εξτρεμισμός, η ενδοοικογενειακή και η έμφυλη βία κ.λπ.». Πετάει και το τυράκι ότι δήθεν θα ασχολείται με την έμφυλη βία, ενώ ταυτίζει συνειδητά και απροκάλυπτα τον ριζοσπαστισμό και την εναντίωση στις σκληρές πολιτικές λιτότητας και φτωχοποίησης με υπαρκτές μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή, έμφυλη κλπ. Αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο, ίσως το πιο επικίνδυνο νομοσχέδιο της μεταπολίτευσης, θα κρατούσαμε ην κοιλιά μας από τα γέλια... Δεν πρόκειται όμως για «πρωτοτυπία». Μόλις πριν 6 μήνες, η ΕΕ, σε έκθεσή της, κατέγραφε ρητά ως κίνδυνο για την ασφάλεια τις «λαϊκές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας».

Όπως είχαν παρατηρήσει και οι δικαστές Σεβαστίδης και Ξυλιά πολύ οξυδερκώς: «Η συνταγή είναι παλιά. Όταν το Κράτος θέλει να ενταφιάσει ένα συνταγματικό δικαίωμα δεν το κάνει ευθέως αφενός διότι εμποδίζεται από την δυσκίνητη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, αφετέρου διότι προκαλεί ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις. Έχει όμως άλλα όπλα περισσότερο αποτελεσματικά. Εκδίδει εκτελεστικούς νόμους του Συντάγματος, οι οποίοι περιορίζουν τόσο ασφυκτικά μια συνταγματική διάταξη ώστε απομένει το κουφάρι της αποστεωμένο και κενό από κάθε ουσία. Κατά μία περίεργη σύμπτωση τα συνταγματικά δικαιώματα, που μπαίνουν στην μέγγενη των εκτελεστικών νόμων είναι τα δικαιώματα συλλογικής δράσης. Είναι πλέον γνωστό ότι οι νόμοι που ρυθμίζουν την άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος στην απεργία (άρθρο 23 παρ. 2 Σ) οδήγησαν στην σταδιακή απονέκρωσή του αφού το 90% των απεργιών κρίνονται παράνομες ή καταχρηστικές (βλ. Χρ. Σεβαστίδη, το δικαίωμα απεργίας και ο δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, έκδ. 2015, σελ. 9 επ). Χαριστική βολή το άρθρο 211 του ν. 4512/2018, τις αρνητικές συνέπειες του οποίου έγκαιρα επισημάναμε...»

Ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι με το νομοσχέδιο «μπαίνει τάξη» στην ταλαιπωρία των πολιτών, εξαιτίας διαδηλώσεων «μικρών και ολιγάριθμων ομάδων», δεν είναι παρά ένα άθλιο «προπέτασμα καπνού» και μία προσπάθεια επιβολής κοινωνικού σιωπητηρίου. Στην πραγματικότητα, με τις ρυθμίσεις, μπαίνει στο στόχαστρο κάθε διαμαρτυρία του πολίτη, αφού πρόκειται για αντιδραστικές διατάξεις που χρονολογούνται από τις μαύρες εποχές του κράτους - χωροφύλακα και αποτελούν διαρκή πόθο των κυβερνήσεων εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι η συζήτηση για τον περιορισμό των διαδηλώσεων είχε ξανανοίξει το 2001 - 2002, με πρόσχημα την «ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων», σε μια περίοδο που εντάθηκε συνολικά το πλέγμα καταστολής των κινητοποιήσεων.

Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι το νομοσχέδιο δεν αφορά μόνο «μπαχαλάκηδες», αλλά κάθε πολίτη που θα θελήσει να διαμαρτυρηθεί δημοκρατικά κι αυτό προσπαθεί να προλάβει το επαίσχυντο αυτό νομοσχέδιο, εν όψει του Αρμαγεδώνα που έρχεται από το φθινόπωρο.

Με το νομοσχέδιο αυτό θα καταστείλει τους υγειονομικούς, στις δίκαιες κινητοποιήσεις τους, που τόσο καιρό ¨χειροκροτούσε¨, τους ανθρώπους δηλαδή εκείνους που άφησε χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη να δίνουν την μάχη του κορωνοϊού στην πρώτη γραμμή του αγώνα και θα τους πνίξει στο ξύλο και τα χημικά.

Για τα συγκοινωνιακά προβλήματα, τις καθυστερήσεις, τις ελλείψεις στα Μέσα Μεταφοράς και τα λουκέτα των καταστημάτων δεν φταίνε οι συγκεντρώσεις, αλλά οι πολιτικές αποφάσεις που αυξάνουν τα προβλήματα και βγάζουν στον δρόμο τους πολίτες για να διεκδικήσουν τα αυτονόητα. Αυτοί θα σταθούν κυρίαρχο εμπόδιο στον αυταρχικό και αντιδημοκρατικό κατήφορο και θα υπερασπιστούν τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα που κερδήθηκαν με αίμα και αγώνες.

Όπως μας έδειξε και η δολοφονία του Floyd και οι εκτεταμένες κινητοποιήσεις που εξήγειρε, το δόγμα "νόμος και τάξη" έχει χρεοκοπήσει διεθνώς.

Το νομοσχέδιο αυτό είναι η ξεδιάντροπη κατασυκοφάντηση των συνταγματικά κατοχυρωμένων κινητοποιήσεων και η θωράκιση ενός ολόκληρου συστήματος εξουσίας, που νιώθει παντοδύναμο και περιστέλλει δημοκρατικά δικαιώματα, καθιστώντας τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις ένα άχρηστο κουφάρι χωρίς περιεχόμενο.

Θα τους αφήσουμε ;