Δικηγορικό Γραφείο
Προσβολή προσωπικότητας και “stalking” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Η πλέον πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Πάτρας αποδεικνύει πώς η Δικαιοσύνη καλείται να εφαρμόσει το ισχύον νομοθετικό καθεστώς στις ανάγκες και τις προβληματικές της σύγχρονης κοινωνίας, προσφέροντας προστασία όχι μόνο θεωρητική αλλά και πρακτικά εφαρμόσιμη.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνοντας επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ερειδόμενη στην προσβολή προσωπικότητας του αιτούντος υποχρέωσε την καθ’ ης η αίτηση όχι μόνο να μην πλησιάζει τον αιτούντα σε απόσταση των 50 μέτρων και να παύσει να επικοινωνεί μαζί του είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνικά αλλά κυριότερα να παύσει να προβαίνει σε προσβλητικές αναρτήσεις της προσωπικότητάς του στο διαδίκτυο (!).

Η ως άνω απόφαση τυγχάνει άκρως πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα καθώς το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στους παραδοσιακούς τρόπους για την άρση της προσβολής της προσωπικότητας του αιτούντος αλλά αντίθετα εντοπίζοντας το πρόβλημα στην ουσία του, συμπεριέλαβε στο διατακτικό της απαγορεύσεις καινοτόμες που προστατεύουν το θύμα επιτυχώς στην σύγχρονη κοινωνία όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τον κυριότερο τρόπο επικοινωνίας των ατόμων.

Η εν λόγω απόφαση έρχεται λίγους μήνες μετά από την τροποποίηση Ποινικού Κώδικα, όπου για πρώτη φορά ποινικοποιήθηκε το αδίκημα του “stalking” και συγκεκριμένα στο εδάφιο β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 333 ΠΚ ορίζεται πλέον ότι: «Με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται και όποιος, χωρίς απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης, προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθησή του, όπως ιδίως με την επιδίωξη διαρκούς επαφής με την χρήση τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου ή με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του».

Η συγκεκριμένη διάταξη του Ποινικού Κώδικα τέθηκε λόγω της ανάγκης εναρμόνισης του εθνικού μας δικαίου με την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και αποτελεί τρανό παράδειγμα της αναγκαιότητας προσαρμογής του νομοθέτη στις προβληματικές και τις νέες μορφές εγκληματικότητας που παρουσιάζονται στην κοινωνική πραγματικότητα χωρίς να μένει αμέτοχος στις κοινωνικές εξελίξεις.

Τόσο η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πάτρας όσο και η ποινικοποίηση του stalking αλλά και του cyberstalking αναδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο της τεχνολογικής ανάπτυξης και του τρόπου χρήσης της τεχνολογίας στις διαπροσωπικές επαφές. Είναι αληθές ότι τη σήμερον τα social media αποτελούν ίσως τον πρωτεύοντα τρόπο επικοινωνίας των μελών του κοινωνικού συνόλου και συνεπώς υφίστατο αδήριτη ανάγκη προστασίας από εγκληματικές συμπεριφορές, οι οποίες αναπτύσσονται καθημερινά σε αυτά.

Είναι γνωστό ότι η καθημερινή χρήση των social media έχει δημιουργήσει μία επίπλαστη πραγματικότητα όπου τα μέλη της βιώνουν έντονο κοινωνικό άγχος λόγω της ανάγκης να παραμένουν διαρκώς συνδεδεμένοι με το τί κάνουν οι άλλοι, το οποίο αποδίδεται με τον όρο FoMO (Fear of Missing Out) ή στα ελληνικά «Φόβος μην χάσεις τί συμβαίνει», με αποτέλεσμα να δημιουργείται στο άτομο ψυχαναγκαστική ανησυχία ότι απέχει από σημαντικές κοινωνικές εμπειρίες ή ότι χάνει ευκαιρίες.

Έτι περαιτέρω και ακόμα σημαντικότερο είναι ότι στους κόλπους των social media έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις το φαινόμενο του ηλεκτρονικού ή διαδικτυακού εκφοβισμού, το οποίο πλήττει ένα μεγάλο μέρος των χρηστών και κυρίως άτομα προεφηβικής, εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας. Η δε συνεχόμενη εξέλιξη του χώρου του διαδικτύου δυσκολεύει όλο και περισσότερο την προστασία των χρηστών από τέτοιου είδους παραβατικές συμπεριφορές με αποτέλεσμα τα θύματα να βιώνουν έντονο φόβο και ανησυχία.

Είναι αληθές ότι διαχρονικά η κοινωνία προηγείται του νομοθέτη με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά και ερωτηματικά, τα οποία καλούνται να αντιμετωπιστούν, τις περισσότερες φορές, το πρώτον νομολογιακά. Όμως, σε μία ευνομούμενη και διαρκώς εξελισσόμενη τεχνολογικά κοινωνία ο σκοπός του νομοθέτη θα πρέπει να είναι η πρόληψη τέτοιων καταστάσεων και η δημιουργία ενός προστατευτικού πλαισίου που θα καλύπτει σε παρόντα χρόνο τις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες.

Μια τέτοιου είδους πρόληψη θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής κυριότερα στον τρόπο ρύθμισης και λειτουργίας των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης ώστε να μην επαναπαυόμαστε στην «ηθική» των διαφόρων ιδιωτικών εταιρειών και τον τρόπο που θέλουν να διαμορφώσουν το κοινωνικό γίγνεσθαι, ο οποίος είναι στενά συνδεδεμένος με τα δικά τους μικρό ή μεγαλοσυμφέροντα. Είναι άλλωστε γνωστό σε όλους μας πόσο απογοητευτικά κατώτεροι των περιστάσεων έχουν αποδειχτεί οι εν λόγω πλατφόρμες όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν μαζικά reports σε εξυβριστικά, σεξιστικά, ρατσιστικά ή εκφοβιστικά σχόλια χρηστών τηρώντας μία ουδέτερη πολιτική ίσων αποστάσεων.

Θα αφήσουμε άραγε τις ιδιωτικές εταιρείες να επιβάλουν την δική τους άποψη και κοινωνική κρίση ή ήρθε η ώρα να παρέμβει ενεργά η Πολιτεία μέσω της δικής μας αντίδρασης αφού ως γνωστόν οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές έρχονται από κάτω προς τα πάνω και ποτέ αντίθετα.