Δικηγορικό Γραφείο
Γιατί το Κληρονομικό Δίκαιο της Αρχαίας Σπάρτης αποτέλεσε ύμνο για την ισότητα των φύλων παγκοσμίως (Ιστορίες Δικαίου)

«Όταν κάποτε μου γεννήθηκε το ερώτημα, με ποιο τρόπο η Σπάρτη, μια από τις πιο μικρές σε πληθυσμό πόλεις που υπάρχουν, αποδείχτηκε περίτρανα η πιο δυνατή και ονομαστή στην Ελλάδα, αναρωτήθηκα με ποιο τρόπο έγινε αυτό. Όταν όμως ήρθα σε επαφή με τους τρόπους ζωής και τους θεσμούς των Σπαρτιατών, έπαψα πια να απορώ»

Ξενοφώντας, Λακεδαιμονίων Πολιτεία 1.1

Εισαγωγή

Είναι αναπάντεχα ευρεία και πολυάριθμη η βιβλιογραφία για την θέση και τον ρόλο των γυναικών στην Αρχαία Σπάρτη. Bέβαια, η Αρχαία Σπάρτη ως γεωγραφικό και πολιτισμικό σημείο αναφοράς, αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα πιο συναρπαστικά θέματα έρευνας και μελέτης των ιστορικών γενικότερα. Η αποκλειστικά κρατικής επιμέλειας ανατροφή του πολίτη, η ανερμάτιστη στρατιωτική πειθαρχία, η μόνιμη πολεμική επιφυλακή, ο ολιγαρκής βίος, η αποστροφή του υλικού πλούτου, η μοναδική στην παγκόσμια ιστορία θεσμική και πολιτική συγκρότηση (πολιτεία συνδύαζε ταυτόχρονα την βασιλική διαρχία, την ολιγαρχική εποπτεία, τη δημοκρατική νομοθετική πρωτοβουλία και την απονομή αξιωμάτων σε πολίτες με κλήρωση), καθώς και οι πολεμικές επιτυχίες των Σπαρτιατών που κατέστησαν την Σπάρτη την ηγέτιδα πόλη-κράτος στον ελλαδικό χώρο για αρκετά χρόνια, όλα συνετέλεσαν ως σύνολο, ώστε η μελέτη της Αρχαίας Σπάρτης να καταστεί κάτι παραπάνω από ενδιαφέρουσα, αν όχι απαραίτητη.

Οποιοσδήποτε ερευνητής όμως επιχειρούσε να ρίξει φως στις αιτίες και τους λόγους που μια τόσο (για τα δεδομένα της εποχής) ολιγοπληθής και εκκεντρική ως προς τη νοοτροπία και την οργάνωση ομάδα ανθρώπων, κατάφερε να καταστήσει εαυτόν φόβητρο και ταυτόχρονα αντικείμενο θαυμασμού ακόμη και μίμησης, όχι μόνο για τους σύγχρονούς της, αλλά ακόμη και στις κοινωνίες του σήμερα, θα έπρεπε αναγκαστικά να λάβει υπόψιν του και τη θέση και το ρόλο των γυναικών μέσα σε αυτή την ιδιαίτερη «κοινωνία-πόλη» της αρχαιότητας.

Διευκρινίζεται ότι η ανάλυση της γενικότερης θεματικής που θα ακολουθήσει επικεντρώνεται στο χρονικό διάστημα από τα μέσα της αρχαϊκής περιόδου, έως και τις αρχές της ελληνιστικής περιόδου (7ος – 4ος αιώνας π.Χ.), περίοδος κατά την οποία η Σπάρτη μεγαλούργησε αλλά και τελικά παρήκμασε.


 

Ι. ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ Η ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Οι είλωτες

Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο που καθόρισε και τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη πόλη-κράτος της Λακωνίας αναπτύχθηκε τόσο ιδιόμορφα, ήταν η σχέση με τους γειτονικούς της πληθυσμούς. Παρότι κατά την κλασσική περίοδο η Σπάρτη θεωρούνταν από τις (σχετικά) μεγάλες πληθυσμιακά πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, με κάποιους ιστορικούς της εποχής να αναφέρουν περί τους 35.000-50.000 ενήλικες άνδρες πολίτες (βλ. Θουκυδίδη «Ιστορίαι»), οι είλωτες, δηλαδή οι λαοί που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές και είχαν υποδουλωθεί από τους Σπαρτιάτες, ήταν κατά πολύ περισσότεροι, με άλλους να αναφέρουν αναλογία 3 είλωτες προς 1 Σπαρτιάτη και άλλους ακόμα και 7 προς 1 (βλ. Ηρόδοτος «Ιστορίες 9.10.»).

Οι είλωτες ήταν σκλάβοι οι οποίοι έκαναν τις χειρωνακτικές εκείνες δουλειές και εν γένει τις απαραίτητες εργασίες. Όργωναν και καλλιεργούσαν τα χωράφια, εκτελούσαν τις οικιακές εργασίες στα σπίτια των πολιτών, μετέφεραν αντικείμενα, φρόντιζαν τα ζώα και ενίοτε συμμετείχαν και στον πόλεμο στο πλευρό των Σπαρτιατών (πχ μάχη Πλαταιών 479 π.Χ.). Σε αντίθεση με άλλες πόλεις-κράτη της εποχής, οι είλωτες στην αρχαία Σπάρτη θεωρούνταν αποκλειστικά περιουσία του Κράτους και όχι ατομικά του πολίτη. Αυτό σήμαινε ότι η ίδια η Αρχή της πόλης τους κατένειμε ανάλογα με τις ανάγκες τόσο στα χωράφια κάθε Σπαρτιάτη όσο και εντός των οικιών των πόλεων και κανένας πολίτης δεν είχε δικαίωμα να πουλήσει ή να αγοράσει κάποιον από αυτούς.

Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι οι είλωτες, παρά την γεωγραφική τους εγγύτητα στην πόλη, στη συνείδηση κάθε Σπαρτιάτη παρέμεναν ανέκαθεν ένας εχθρικός πληθυσμός, έτοιμος να εκμεταλλευτεί την υπέρ τους πληθυσμιακή αναλογία για να εναντιωθεί και να ανατρέψει τη Σπάρτη, οδηγώντας την στον αφανισμό.

Αυτός ακριβώς ο μόνιμος φόβος των Σπαρτιατών, αποτέλεσε και την κινητήριο δύναμη προκειμένου να δομηθεί και να λειτουργήσει ένα τόσο περίτεχνο και αξιοθαύμαστο μοντέλο πόλης-κράτους, διαφορετικό από οτιδήποτε παρόμοιο είχε δει μέχρι τότε ο αρχαίος κόσμος.

Η ζωή στη σπαρτιατική κοινωνία

Ο διαρκής κίνδυνος εξεγέρσεων των υπόδουλων, ανάγκασε τη σπαρτιατική κοινωνία να διαρθρωθεί με τρόπο που έθετε πρώτα και πάνω από όλα τις ανάγκες της ίδιας της Σπάρτης ως σύνολο και όχι τις προσωπικές επιθυμίες ή επιδιώξεις του εκάστοτε πολίτη. Ακόμα και οι ίδιοι οι βασιλιάδες ήταν υπό διαρκή επιτήρηση και μπορούσαν οποτεδήποτε να εκπέσουν των αξιωμάτων τους (και ακολούθως να αντικατασταθούν από τον επόμενο στη σειρά διαδοχής) αν κρινόταν ότι ενήργησαν εις βάρος των συμφερόντων της πόλης. Οι Λακεδαιμόνιοι, σε αντίθεση με όλες τις άλλες γνωστές πόλεις εκείνης της περιόδου, ήταν αναγκασμένοι να είναι σε μόνιμη και διαρκή ετοιμότητα και επαγρύπνηση για πολεμική σύρραξη από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αυτό οδήγησε τους θεσμούς της πόλης να θεσπίσουν νόμους και να λάβουν τέτοια μέτρα, ώστε να επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Εν ολίγοις, η πορεία της ζωής του μέσου πολίτη της Σπάρτης μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής:

- Κάθε παιδί (και μελλοντικός πολίτης) έπρεπε να είναι αρτιμελές, κι ως εκ τούτου, τα ασθενή δεν είχαν θέση στην πόλη και οδηγούνταν στον θάνατο (Καιάδα), ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους.

- Τα αγόρια, όταν συμπλήρωναν τα 7 έτη, αποχωρούσαν από τις πατρικές οικείες και την ανατροφή και εκπαίδευσή τους αναλάμβανε πλέον αποκλειστικά η ίδια η πόλη. Η εκπαίδευσή τους περιείχε ως αντικείμενο τα στοιχεία που εν πολλοίς διδασκόταν και ο μέσος πολίτης στις πόλεις-κράτη του ελλαδικού χώρου εκείνης της περιόδου (κυρίως ανάγνωση, γραφή, κάποια βασικά μαθηματικά, γυμναστική, μουσική και μελέτη των ομηρικών επών). Τα παιδιά έκτοτε μάθαιναν παράλληλα να ζουν μόνιμα σε στρατώνες και να αντέχουν τις πιο σκληρές κακουχίες για να σκληραγωγηθούν, να πολεμούν καλύτερα από κάθε άλλο στον ελλαδικό χώρο, και να τιμούν και να προστατεύουν τους θεσμούς τις πόλης ακόμα και με τη ζωή τους.

- Μέχρι και την ηλικία των 30 παρέμεναν μόνιμα σε στρατώνες ή έφευγαν σε πολεμικές εκστρατείες και είχαν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην πόλη τους ελάχιστες φορές μέσα στο χρόνο και για πολύ λίγες ημέρες. Ούτως ή άλλως, κάθε πολίτης, μέχρι και την ηλικία των 60 θεωρούταν κανονικά στρατιώτης και μπορούσε οποτεδήποτε να κληθεί να πολεμήσει.

Πέραν των ανωτέρω, οι Σπαρτιάτες νομοθέτες, έχοντας καταλάβει πόσο εύκολο ήταν να διαφθαρεί το πνεύμα των πολιτών από τον υλικό πλούτο (γεγονός που επακόλουθα θα έθετε κίνδυνο στην πολεμική ετοιμότητα της ίδιας πόλης), σχεδόν απαγόρευσαν τη χρήση του χρήματος, ενώ ούτως ή άλλως ελάχιστα ήταν αυτά που μπορούσε να αγοράσει κανείς εντός της πόλης.

Οι πολίτες έπρεπε να είναι ντυμένοι ομοιόμορφα, τα κοσμήματα απαγορεύονταν αυστηρά και ακόμη και σημαντικές τελετές των πολιτών όπως οι γάμοι ή οι κηδείες συγγενικών προσώπων έπρεπε να πραγματοποιούνται με απόλυτη λιτότητα και χωρίς να τραβούν την προσοχή.

Όπως εύλογα λοιπόν συνάγεται, ολόκληρη η διάρθρωση της σπαρτιατικής κοινωνίας ήταν κρατικοκεντρική. Οι αρχές της πόλης είχαν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για το σύνολο των δραστηριοτήτων του πολίτη, ακόμα και για το χρόνο που επιτρεπόταν να λείψει κάποιος από τη Σπάρτη ή για τον τόπο στον οποίο θα μετέβαινε.

Η οικονομία της Αρχαίας Σπάρτης

Σε μια κοινωνία όπου το χρήμα είναι σχεδόν απαγορευμένο, τα κινητά πράγματα που χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητα είναι ευτελούς αξίας και οι αγοραπωλησίες δούλων απαγορεύονται, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το βασικότερο και σημαντικότερο οικονομικό στοιχείο της εποχής στη Σπάρτη ήταν αναμφισβήτητα η κατοχή γης.

Το σύστημα κατοχής γης στην αρχαία Σπάρτη αποτελεί επίσης ένα ιδιόμορφο μοντέλο που δεν συναντάται σε άλλες πόλεις της εποχής. Τα χαρακτηριστικά του συνοψίζονται ως εξής: H γη που βρίσκεται υπό την κυριαρχία της Σπάρτης (χωράφια, βοσκοτόπια, αγροί κτλ) ανήκει επίσης όλη ανεξαιρέτως στην πόλη, κι ως εκ τούτου απαγορεύεται η πώληση και αγορά αυτής από τους πολίτες. Ωστόσο, χρησιμοποιώντας σημερινούς νομικούς όρους, θα λέγαμε ότι στην πραγματικότητα η πόλη είχε την ψιλή κυριότητα των χωραφιών, απονέμοντας έτσι την επικαρπία στους πολίτες. Η επικαρπία όμως αυτή, μπορούσε να μεταβιβασθεί από ένα πρόσωπο σε άλλο, εφόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις που έθεταν οι αρχές. Ως εκ τούτου, παρότι η γη δεν μπορούσε να καταστεί αντικείμενο πώλησης, μπορούσε παρόλα αυτά να δωριθεί σε φιλικό ή συγγενικό πρόσωπο, καθώς και να κληρονομηθεί από τους συγγενείς του τεθνεώτος.

Κάθε Σπαρτιάτης, τη στιγμή που ενηλικιωνόταν αποκτούσε από την πόλη συγκεκριμένες εκτάσεις γης. Η γη αυτή κατά βάση προερχόταν από τη μεταβίβαση μέρους της πατρικής περιουσίας είτε υπό μορφή δωρεάς, είτε (σε περίπτωση θανάτου του γονέα), υπό μορφή κληρονομιάς, καθώς και από εκτάσεις, την επικαρπία των οποίων είχε αποκτήσει η πόλη και την οποία δώριζε εκ νέου σε νεαρούς πολίτες της. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι το σύνολο της γης ανήκε πάντα και πρώτα από όλα στην ίδια τη Σπάρτη, δεν είχε απλά συμβολική σημασία. Οι θεσμοί της πόλης είχαν οποτεδήποτε τη δυνατότητα να δεσμεύσουν κομμάτια γης, να τα αναδιανείμουν ή να τα χρησιμοποιήσουν για κοινωφελείς σκοπούς, φαινόμενο που παρατηρούταν κυρίως σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ή σε περιπτώσεις που συγκεκριμένος πολίτης είχε πράξει ατιμωτικά ή εις βάρος της Σπάρτης.

Όπως όμως επίσης αναφέρθηκε, οι Σπαρτιάτες είχαν υποδουλώσει τους γειτονικούς λαούς, μετατρέποντάς τους σε είλωτες (σκλάβους). Ο αριθμός όμως αυτών των σκλάβων ήταν τόσο μεγάλος, που επί της ουσίας ο μέσος Σπαρτιάτης δεν χρειαζόταν να εργαστεί ποτέ και για τίποτα, έχοντας έτσι όλο το χρόνο να ασχολείται με την πολεμική ετοιμότητα και τις υποθέσεις της πόλης του. Οι είλωτες ήταν αυτοί που καλλιεργούσαν και όργωναν τα χωράφια των πολιτών, συνέλεγαν τις σοδειές και τους καρπούς και συντηρούσαν τις προμήθειες, υπό την επίβλεψη πάντα των αρχών της πόλης. Θα μπορούσαμε λοιπόν με βεβαιότητα να πούμε ότι σχεδόν κάθε Σπαρτιάτης πολίτης, από τη στιγμή της γέννησής του και μέχρι και το θάνατό του, ήταν και παρέμενε πλούσιος, προνόμιο που σε όλες τις άλλες πόλεις-κράτη της εποχής απολάμβαναν μόνο οι λιγοστοί αριστοκράτες.

 

ΙΙ. Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γενικότερα η θέση και ο ρόλος των γυναικών

Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο δομήθηκε και αναπτύχθηκε η αρχαία σπαρτιατική κοινωνία, είχε ως επακόλουθο να αναδειχθεί σε τέτοιο βαθμό ο ρόλος, η επιρροή και η θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία εκείνη όσο ποτέ άλλοτε σε άλλη κοινωνία παγκοσμίως, ακόμη και για χιλιάδες χρόνια μετά.

Οι γυναίκες στην αρχαία Σπάρτη έχαιραν σεβασμού, αν όχι μεγαλύτερου, τουλάχιστον εφάμιλλου αυτού των αντρών πολιτών. Δεν θεωρούταν πολίτες και συνεπώς δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής σε συνελεύσεις και ψηφοφορίες, ωστόσο ασκούσαν έμμεσα μεγάλη επιρροή στις αποφάσεις των αρχών.

Σε αντίθεση με όλες τις άλλες γυναίκες στον ελλαδικό χώρο της εποχής, οι γυναίκες στη Σπάρτη έχαιραν πλείστων όσων δικαιωμάτων και ελευθεριών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να προκαλεί τις έντονες συζητήσεις και την περιέργεια όλων των άλλων πόλεων.

Η ζωή και η καθημερινότητα των Σπαρτιατισσών διέφερε σε πάρα πολλά σημεία από εκείνη των γυναικών σε άλλες πόλεις κράτη. Ειδικότερα, σε αντίθεση με τις Αθηναίες:

- Οι Σπαρτιάτισσες από την ηλικία των 7 ετών ακολουθούσαν την ίδια μόρφωση με αυτή των αγοριών. Μάθαιναν (επίσης με επιμέλεια της κρατικής αρχής) να γράφουν και να διαβάζουν, να κάνουν αριθμητικές πράξεις αλλά και να ασχολούνται με την ποίηση και τη μουσική. Επίσης η καθημερινή γυμναστική για τη γυναίκα κρινόταν από τις αρχές της πόλης τόσο σημαντική όσο και των αντρών, καθώς επιστεύετο ότι μια γυναίκα με γερό και δυνατό σώμα θα γεννούσε ακόλουθα υγιή και δυνατά παιδιά.

- Τρέφονταν με φαγητά που είχαν ακριβώς τη ίδια ποιότητα και θρεπτική αξία με αυτή των αγοριών, δίδοντάς τους έτσι πολύ καλύτερη σωματική ανάπτυξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλες τις άλλες πόλεις της εποχής, οι καλές τροφές δίδονταν μόνο στα αγόρια, για να γίνουν γεροί πολίτες/στρατιώτες και να συνεχίσουν τον οίκο τους, ενώ αντίθετα οι κοπέλες, μην έχοντας την ίδια αξία, αναγκάζονταν να περιορίζονται σε λιγότερες θρεπτικές τροφές.

- Οι γυναίκες των Λακεδαιμονίων επίσης είχαν την τύχη να μην παντρεύονται από την εφηβική τους ηλικία αλλά αφού είχαν κλείσει τα 20 τους χρόνια (σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ελλάδα που ο μέσος όρος ηλικίας γάμου και τεκνοποίησης των κοριτσιών ήταν τα 14-15). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το σώμα τους να έχει ήδη αναπτυχθεί και δυναμώσει πλήρως κατά τη στιγμή που θα καλούνταν να τεκνοποιήσουν, γεγονός που τις επιβάρυνε πολύ λιγότερο σωματικά.

- Τόσο η γυμναστική και η καλή διατροφή, όσο και η τεκνοποίηση σε μεγαλύτερη ηλικία, είχαν σαν αποτέλεσμα οι γυναίκες στη Σπάρτη να έχουν έναν κατά πολύ μεγαλύτερο μέσο όρο ζωής από τις γυναίκες άλλων πόλεων όπως της Αθήνας. Επίσης, με το να παντρεύονται σε μεγαλύτερη ηλικία, είχαν πολύ μικρότερη διαφορά ηλικίας από τους άντρες τους (περίπου 10 χρόνια, με δεδομένο ότι οι Σπαρτιάτες παντρεύονταν συνήθως στην ηλικία των 30, ωστόσο κατά περιπτώσεις, οι νυμφευόμενοι μπορούσαν να είναι ακόμα και συνομήλικοι), γεγονός που οδηγούσε σε μεγαλύτερη κατανόηση και επικοινωνία ανάμεσα στο ζευγάρι.

- Είχαν το μοναδικό στην Ελλάδα προτέρημα να έχουν επίσημα παραπάνω από έναν συζύγους ή εραστές και μάλιστα με την προτροπή των ίδιων των θεσμών της πόλης! Σε αυτό βεβαίως οδήγησε πάλι η ανάγκη της πόλης να παράγει ως σύνολο πολλούς και υγιείς πολίτες, οι οποίοι με τη σειρά τους ήταν απαραίτητοι για την πολεμική ετοιμότητα της Σπάρτης. Συνεπώς, αν μια παντρεμένη γυναίκα μπορούσε αποδεδειγμένα να γεννήσει υγιή και γερά παιδιά, δεν ήταν αναγκασμένη να παραμείνει στη μονογαμικό τρόπο ζωής, αλλά (με τη σύμφωνη γνώμη του συζύγου της), είχε τη δυνατότητα να συνάψει γάμο ή έστω ερωτικό δεσμό και με άλλον Σπαρτιάτη πολίτη, προκειμένου να τεκνοποιήσει και τα δικά του παιδιά. Ήταν αρκετά σύνηθες το φαινόμενο δυο-τρεις, ή ακόμη και τέσσερις Σπαρτιάτες αδερφοί να είναι παντρεμένοι όλοι την ίδια γυναίκα.

- Σε αντίθεση με τις Αθηναίες, οι Σπαρτιάτισσες δεν έμεναν κλεισμένες στα σπίτια και δεν περιόριζαν εντός των τοίχων της οικείας τους το σύνολο των καθημερινών δραστηριοτήτων τους. Η γυναίκα της αρχαίας Σπάρτης, με τη μόνιμη απουσία των αντρών εκτός πόλης για πολεμικούς λόγους, γινόταν θέλοντας και μη εξωστρεφές και δραστήριο άτομο. Κυκλοφορούσε ελεύθερα μέσα και έξω από την πόλη, επέβλεπε και κατηύθυνε τις εργασίες των ειλώτων, προέβαινε στις αγορές που χρειαζόταν η οικία, μπορούσε να παρασταθεί η ίδια στα δικαστήρια και εν γένει αναλάμβανε να διεκπεραιώσει και να καλύψει όλες τις ανάγκες του οίκου της (βλ. και Sarah B. Pomeroy, Spartan Women, 2002).

- Ασχολίες όπως κέντημα και άλλες παρόμοιες οικιακές εργασίες θεωρούνταν πολύ ευτελείς για να τις κάνει μια Σπαρτιάτισσα και πάντα τις αναλάμβαναν οι γυναίκες χαμηλότερων τάξεων.

- Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις κρίσης μπορούσαν να έχουν λόγο στις σημαντικές αποφάσεις της πόλης ενώ υπάρχουν και παραδείγματα όπου ανέλαβαν την πρωτοβουλία να πολεμήσουν κι αυτές για να προστατεύσουν τη Σπάρτη από εισβολείς (βλ. Πλούταρχου «Βίοι Παράλληλοι», ιστορία Αρχιδάμιας).

- Έχαιραν μεγάλου σεβασμού από τους ίδιους τους Σπαρτιάτες άντρες. Είτε ως μητέρες και αδερφές είτε ως σύζυγοι, θεωρούνταν ιερό πρόσωπο από τη σπαρτιατική κοινωνία και δεν είναι τυχαίο ότι στα κεντρικά σημεία της πόλεως υπήρχαν αγάλματα και ναοί θεών και ηρωίδων που πίστευαν ότι προστατεύουν τις γυναίκες, όπως ο ναός της Αρτέμιδος ή της Ελένης στο κέντρο της πόλης (βλ. Ισοκράτους, «Ελένης Εγκώμιον»). Χαρακτηριστικό εξάλλου είναι ότι η μητέρα ήταν αυτή που έδινε πάντα την πολεμική ασπίδα στο γιο όταν μεγάλωνε, λέγοντάς του τη γνωστή φράση «ή ταν, ή επί τας», ενώ επίσης υπάρχουν αναφορές που μας ενημερώνουν ότι η μητέρα ήταν και εκείνη που κατά πολλούς επέβαλε την θανατική ποινή όταν ο γιος της είχε λιποτακτήσει από μάχη!

Όλα τα ανωτέρω δημιούργησαν σε όλη την τότε Ελλάδα έναν πραγματικό μύθο για τη Σπαρτιάτισσα γυναίκα, με το σύνολο μάλιστα των αναφορών να προέρχονται από μη Σπαρτιάτες. Στα μάτια των υπολοίπων, η γυναίκες των Λακεδαιμονίων ήταν μορφωμένες, δυναμικές και ανεξάρτητες κι αυτό ήταν κάτι τόσο σπάνιο για την εποχή που μόνο θαυμασμό και περιέργεια μπορούσε με τη σειρά του να δημιουργήσει στους πολίτες άλλων περιοχών (βλ. και «Πρωταγόρα» Πλάτων (342d).

Τέλος, αν όχι το σημαντικότερο, σίγουρα όμως το πιο καινοτόμο και αυτό που συνέβαλλε καθοριστικά στο να αποκτήσουν τελικώς οι γυναίκες τόσο μεγάλη ανεξαρτησία και επιρροή στη ζωή της Σπάρτης, ήταν με βεβαιότητα το δικαίωμα της γυναίκας να μπορεί να αποκτά, να κατέχει και να διαχειρίζεται, προσωπικά, ιδίω ονόματι και κατά το δοκούν (χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του πατρός της, του συζύγου της ή κάποιου τρίτου) την περιουσία της. Αυτή η σημαντική λεπτομέρεια κατάφερε να δημιουργήσει μια τόσο μεγάλη σειρά αλυσιδωτών επιδράσεων στην ίδια τη Σπάρτη που κατά πολλούς αποτέλεσε και την αιτία της παρακμής της.

 

ΙΙΙ. ΤΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ

Η κληρονομική διαδοχή

Παρά τη μοναδικότητα της σπαρτιατικής κοινωνίας, η κληρονομική διαδοχή, τουλάχιστον ως προς τους δικαιούχους που θα καθίσταντο κληρονόμοι του αποθανόντος, δεν είχε μεγάλη διαφορά με τις άλλες πόλεις της Ελλάδας της περιόδου εκείνης. Ως σύγκριση έχουμε αφενός το δίκαιο της αρχαίας Αθήνας, αφετέρου τον Κώδικα της Γόρτυνας (δωρική πόλη-κράτος της νότιας Κρήτης, όπου το σύνολο της νομοθεσίας της πόλης είχε αποτυπωθεί σε μεγάλους τοίχους μέσα στην πόλη, ούτως ώστε να μπορούν να διαβάζονται από όλους τους πολίτες, αποτελώντας έτσι τον πρώτο νομικό κώδικα στην παγκόσμια ιστορία).

Και στις τρεις ανωτέρω κοινωνίες η σειρά της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής ήταν παρόμοια. Κληρονόμοι ενός προσώπου καθίστανται τα τέκνα του (εάν υπάρχουν), με τη διαφορά ότι στην Αθήνα κληρονομούσαν μόνο οι άρρενες απόγονοι (κατά ισομοιρία), ενώ σε περίπτωση που ο αποθανών δεν είχε γιους, τότε μόνο στην κληρονομιά υπεισέρχονταν οι κόρες του. Σε περίπτωση που ο τεθνεώς ήταν άκληρος, η κληρονομιά μεταβιβαζόταν στους γονείς του (αν ζούσαν) και στα αδέρφια του και εν απουσία και αυτών, σε θείους και ξαδέρφια του. Αν τέλος ο κληρονομούμενος δεν είχε καθόλου συγγενείς (πράγμα πολύ σπάνιο για την εποχή), η περιουσία του μεταβιβαζόταν στο κράτος.

Αντίθετα, στις (δωρικές) κοινωνίες της Σπάρτης και της Γόρτυνας, παρότι κατά τα λοιπά η διαδοχή ήταν ίδια με ανωτέρω, η γυναίκα φαίνεται να αντιμετωπίζεται με πολύ μεγαλύτερη επιείκεια από τους νομοθέτες. Σε αντίθεση λοιπόν με το αθηναϊκό δίκαιο, στη Σπάρτη και στη Γόρτυνα, εφόσον ο κληρονομούμενος μαζί με τους άρρενες κατιόντες, είχε και κόρες, αυτές δεν αποκλείονταν από τη διαδοχή, αλλά κληρονομούσαν κανονικά μέρος της περιουσίας, με λόγο 1 προς 2, ήτοι δικαιούνταν να λάβουν ως κληρονομική μερίδα το μισό από αυτό που θα ελάμβαναν οι άρρενες κατιόντες (παράδειγμα: αν ο κληρονομούμενος είχε 4 παιδιά, -δύο γιους και δύο κόρες- και η περιουσία του κατά το χρόνο θανάτου αποτελούταν από χωράφια έκτασης 60 στρεμμάτων, ο κάθε γιος θα λάμβανε από 20 στρεμ. ενώ η κάθε κόρη από 10 στρεμ.).

Ο θεσμός της επικλήρου ή πατρούχου

Επίκληρος κατά το αθηναϊκό δίκαιο (ο αντίστοιχος όρος στο δίκαιο της Σπάρτης και της Γόρτυνας είναι πατρούχος και πατροιώκος αντίστοιχα) ονομάζεται η θυγατέρα η οποία, μη έχοντας αδελφούς, υποχρεώνεται μετά το θάνατο του πατέρα της να παντρευτεί τον πλησιέστερο συγγενή της από την πατρική πλευρά (τις περισσότερες φορές θείος, ξάδερφος ή ανιψιός της), με σκοπό να παραμείνει η περιουσία στην ευρύτερη οικογένεια του αποθανόντος και από το γάμο να γεννηθούν τέκνα που θα αποκτήσουν με τη σειρά τους την περιουσία αυτή όταν ενηλικιωθούν κι έτσι να συνεχίσουν τον οίκο του παππού τους. Πρόκειται για έναν θεσμό σχεδόν τραγελαφικό με τα σημερινά δεδομένα, που σχεδόν πάντα είχε ως αποτέλεσμα νεαρές ορφανές κοπέλες, να είναι αναγκασμένες να παντρευτούν κάποιον ηλικιωμένο θείο τους που αποσκοπούσε στην κληρονομιά.

Ο εν λόγω θεσμός αναμφίβολα ήταν ενεργός στην αθηναϊκή κοινωνία, πιθανότατα ακριβώς επειδή καμία Αθηναία δεν είχε δικαίωμα διάθεσης της επαχθείσας σε αυτή περιουσίας (είτε την αποκτούσε υπό μορφή προίκας/δωρεάς, είτε υπό μορφή κληρονομιάς), καθώς κάθε γυναίκα, σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής της ήταν υπό την εποπτεία ενός κυρίου. Μέχρι να παντρευτεί κύριος ήταν ο πατέρας της και μετά το γάμο ο άντρας της. Συνεπώς, εκ των πραγμάτων καμία γυναίκα με περιουσία στην Αθήνα δεν μπορούσε να μείνει χωρίς κάποιον άντρα να τη εποπτεύει, αφού, μην έχοντας δικαιοπρακτική ικανότητα, η περιουσία θα έμενε επί της ουσίας αδέσποτη και αφύλαχτη. Ουσιαστικά, η γυναίκα κληρονόμος χρησιμοποιούταν ως νομικό «όχημα» προκειμένου να μεταφερθεί η περιουσία από τον κληρονομούμενο στον επόμενο άρρενα συγγενή του.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τη σπαρτιατική κοινωνία. Ένα πρώτο στοιχείο για αυτό μας δίνει η (επίσης) δωρική Γόρτυνα, στο δίκαιο της οποίας, παρότι προβλέπεται ο αντίστοιχος θεσμός (πατροιώκος), η ορφανή θυγατέρα έχει το δικαίωμα, υπό προϋποθέσεις, να αρνηθεί να παντρευτεί τον κοντινότερο συγγενή του πατέρα της, δίδοντάς του ωστόσο τη μισή περιουσία της κληρονομιάς ως αποζημίωση (στήλη VIII). Επίσης στην γορτυνιακή κοινωνία, η γυναίκα έχει και δικαιοπρακτική ικανότητα και δικαίωμα παράστασης στα δικαστήρια.

Στην ιδιόμορφη πολιτεία της Σπάρτης τα πράγματα είναι ακόμη πιο ελεύθερα για τη γυναίκα. Παρότι δεν έχουμε ρητή αναφορά στην αδράνεια του θεσμού της επικλήρου (πατρούχου), αυτό συνάγεται έμμεσα μεν αλλά αρκετά ξεκάθαρα δε, από πλήθος ιστορικών πηγών χωρίς να αφήνεται μεγάλο περιθώριο αμφισβήτησης της ανωτέρω θέσης (βλ. και S.Hodkinson, Land tenure and inheritance in classical Sparta-1986). Χαρακτηριστικό μάλιστα παράδειγμα αποτελεί στην «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη, ο λόγος της Ερμιόνης, κόρη του Βασιλιά της Σπάρτης Μενελάου η οποία τονίζει ότι τα πλούτη που πήρε από τον πατέρα της, της δίνουν το δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα όπως θέλει.

Το ανωτέρω συμπέρασμα εξάλλου καθίσταται και το πλέον λογικό αν αναλογιστούμε τη γενικότερη θέση που είχε η Σπαρτιάτισσα στην κοινωνία της εποχής. Η γυναίκα, είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, δικαίωμα παράστασης στα δικαστήρια και τις απαραίτητες γνώσεις για να χειριστεί τις υποθέσεις του οίκου της και μάλιστα, λόγω της μακράς απουσίας των αντρών από την πόλη, ήταν σε θέση να το κάνει μόνη της, χωρίς τη συνδρομή κηδεμόνα, σε συνδυασμό μάλιστα και με τον γενικότερο σεβασμό που απολάμβαναν οι γυναίκες εκεί. Επιπλέον, είχε τη δυνατότητα να κατέχει και να διαθέτει ελεύθερα τη δική της περιουσία και μάλιστα, ακόμα και σε περίπτωση διαζυγίου, η προίκα επέστρεφε στην ίδια και δεν παρέμενε στο σύζυγο (γεγονός που προκύπτει και από την παράθεση της επίσης δωρικής νομοθεσίας της Γόρτυνας). Συνεπώς, θα ήταν αν μη τι άλλο παράδοξο να υπήρχε κάποιος νόμος που θα την υποχρέωνε να παντρευτεί υποχρεωτικά τον πιο κοντινό συγγενή του πατέρα της, κι όχι να διαλέξει η ίδια το σύζυγο που ήθελε, τη στιγμή μάλιστα που η περιουσία θα παρέμενε κατά κυριότητα αλλά και ως δικαίωμα διάθεσης πάλι στην ίδια, την ώρα μάλιστα που είχε ταυτόχρονα το δικαίωμα να έχει παραπάνω από έναν σύντροφο. Η παραδοχή αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η αναφορά που έχουμε για το θεσμό της πατρούχου στην αρχαία Σπάρτη προέρχεται από συγγραφείς της εποχής που δεν είχαν ζήσει στη λακωνική γη και πιθανότατα εξήγαγαν αυθαίρετα συμπεράσματα στηριζόμενοι στο θεσμό της επικλήρου του αθηναϊκού δικαίου.

 

IV. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ

Πώς αποκτούσαν οι γυναίκες μεγάλες εκτάσεις γης

Όπως αναφέρθηκε, ίσως το βασικότερο χαρακτηριστικό που διαμόρφωσε το σύνολο των κοινωνικοπολιτικών αλληλεπιδράσεων στη σπαρτιατική κοινωνία ήταν η δυνατότητα της γυναίκας να αποκτά και να διαθέτει στο όνομά της περιουσία, πράγμα πρωτοφανές και «σκανδαλώδες» για τα δεδομένα της εποχής. Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, ιδίως στην εξεταζόμενη περίοδο, το σημαντικότερο οικονομικό μέσο στη Σπάρτη ήταν η κατοχή γης, η οποία αποτελούσε και το βασικότερο μέσο παραγωγής και διατήρησης πλούτου.

Συνεπώς, πρέπει να καταστεί σαφές ότι το σύστημα απόκτησης γης ευνοούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό την μεταβίβαση και συγκέντρωση μεγάλων εκτάσεων γης στις γυναίκες της λακωνικής πολιτείας.

Ο τρόπος που συνέβαινε αυτός εξηγείται ως εξής:

-Αρχικά η κοπέλα λάμβανε ένα μεγάλο μέρος της πατρικής και μητρικής της περιουσίας, είτε υπό μορφή προίκας, είτε ως κληρονομιά. Το ποσοστό που εδικαιούτο από αυτή την περιουσία ήταν περίπου το μισό από αυτό που θα ελάμβανε κάθε γιος της οικογένειας. Σημειώνεται ότι παρότι οι προίκες σε καμία περίπτωση δεν ήταν υποχρεωτικές, εντούτοις ο πατέρας κάθε θυγατέρας γνώριζε ότι όσο μεγαλύτερη προίκα δώσει, τόσο πιο πιθανό ήταν η κόρη του να παντρευτεί Σπαρτιάτη από οικογένεια με αντίστοιχα μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Συνεπώς, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι πολλές φορές η προίκα ήταν ακόμη μεγαλύτερη κι από το ποσοστό που θα κληρονομούσε η κόρη σε περίπτωση θανάτου του γονέα.

Με το να αποτελείται η περιουσία σχεδόν αποκλειστικά από εκτάσεις γης και με την προαναφερόμενη έλλειψη χρημάτων και κινητών μεγάλης αξίας, αυτόματα η κάθε νεαρή κοπέλα εβρίσκετο ήδη από τα πρώτα χρόνια της ενήλικής ζωής της να κατέχει σημαντικές εκτάσεις γης από την οικογένειά της (σε αντίθεση με την Αθήνα όπου η προίκα αποτελούταν κυρίως από κινητά πράγματα και όχι γη). Ο πλούτος αυτός με τη σειρά του μεταβιβαζόταν στα τέκνα της, τόσο στα αγόρια, όσο και στα κορίτσια, και από εκείνα αντίστοιχα στα εγγόνια.

Η θνησιμότητα όμως των αντρών και των γυναικών την εποχή εκείνη διέφερε κατά πολύ. Σε αντίθεση με τους άρρενες της πόλης, όπου ο βίος τους δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια συνεχής πολεμική σύγκρουση που αναπόφευκτα οδηγούσε αν όχι τους περισσότερους, σίγουρα έναν πολύ μεγάλο αριθμό στο θάνατο, ακόμη και από νεαρή ηλικία, οι γυναίκες της πόλης είχαν την τύχη να απολαμβάνουν έναν πολύ πιο ήπιο και ειρηνικό τρόπο ζωής, που σε συνδυασμό με την καλή ανατροφή που είχαν, τις οδηγούσε να ζουν περισσότερο από τον μέσο Σπαρτιάτη πολίτη.

Οι γυναίκες σύζυγοι της Σπάρτης σαφέστατα δεν εντάσσονται στα άτομα που μπορούσαν να κληρονομήσουν ένα πρόσωπο όταν πέθαινε (βλ. ανωτέρω κληρονομική διαδοχή). Ωστόσο, η περιουσία αυτή μπορούσε να κληρονομηθεί από τα τέκνα του τεθνεώτος, αν αυτά είχαν γεννηθεί. Εδώ όμως έγκειται και η σημαντική λεπτομέρεια. Παρότι δεν κληρονομούσαν οι ίδιες οι γυναίκες τους άντρες τους, αλλά τα τέκνα του ζεύγους, εντούτοις, η γυναίκα ήταν αυτή που ασκούσε όλες τις πράξεις νομής πάνω στη περιουσία μέχρι τα τέκνα αυτά να ενηλικιωθούν! Αν σκεφτούμε δε ότι τα τέκνα μπορεί να ήταν συνήθως σε μικρή ηλικία κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους, καταλαβαίνουμε ότι η χήρα μητέρα τους είχε δεκαετίες μπροστά της για να διαχειριστεί κατά το δοκούν και με πλήρη ελευθερία την απομείνασα περιουσία, μέχρι αυτά να ενηλικιωθούν, λαμβάνοντας παράλληλα όλα τα οφέλη από την διαχείριση αυτή και ασκώντας εντός της πόλης όλη την επιρροή που μπορούσε λόγω της δυναμικής που της προσέδιδε η περιουσία αυτή. Μάλιστα, σε αντίθεση με τις Αθηναίες αδερφές της, η Σπαρτιάτισσα δεν ήταν καν υποχρεωμένη να λογοδοτεί ή να ζητά την άδεια από κάποιο κύριο για να εκμεταλλευτεί τις εκτάσεις αυτές.

Έτσι, η μέση Σπαρτιάτισσα, πέρα από την ήδη μεγάλη περιουσία που είχε αποκτήσει από τον οίκο της, είχε επιπλέον και την περιουσία του συζύγου της, ακόμα κι όταν αυτός δεν είχε ακόμη πεθάνει, δεδομένου ότι με την μόνιμη λειψανδρία που είχε η λακωνική πόλη λόγω των πολέμων, οι γυναίκες ήταν αυτές που έμεναν στην πόλη και διαχειρίζονταν και όλα τα ζητήματα της οικογενειακής περιουσίας.

Σε αυτό, θα πρέπει να προσθέσουμε και τη δυνατότητα των γυναικών της Σπάρτης αφενός να έχουν παραπάνω από έναν συζύγους (και αντίστοιχα περισσότερες περιουσίες), αφετέρου τη δυνατότητα να επιλέξουν ποιον και πότε θα παντρευτούν όταν χηρέψουν (βλ. σχετικά Πλούταρχου «Βίοι Παράλληλοι» 8.1-8.2).

Γίνεται λοιπόν σαφές ότι σταδιακά αυτή η μόνιμη διαδοχική μεταβίβαση περιουσίας προς τις γυναίκες και η δυνατότητα διατήρησής της ή ακόμη και αύξησής της από αυτές κατά τη διάρκεια του βίου τους, οδήγησε αρκετές Σπαρτιάτισσες να κατέχουν υπέρμετρα μεγάλες εκτάσεις γης και αποκτώντας έτσι πολύ μεγάλη επιρροή στην πόλη. Η εν λόγω παραδοχή είναι τόσο βέβαιη, που ο Αριστοτέλης φτάνει στο σημείο να αναφέρει ότι η σπαρτιατική κοινωνία είναι μια κοινωνία γυναικοκρατούμενη και ότι τουλάχιστον τα 2/5 της γης της Σπάρτης ανήκουν σε γυναίκες!, πράγμα που κατ’αυτόν συνέβαλλε και στην παρακμή της πόλης, η οποία είχε αρχίσει να εμφανίζεται στην εποχή του (βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά, Βιβλίο Β’, 1270 «ἔστι δὲ καὶ τῶν γυναικῶν σχεδὸν τῆς πάσης χώρας τῶν πέντε μερῶν τὰ δύο, τῶν τ' ἐπικλήρων πολλῶν γινομένων…»).

Εν τέλει, το ανωτέρω σύστημα μεταβίβασης περιουσίας οδήγησε σταδιακά σε υπερσυσσώρευση πλούτου σε λίγα συγκεκριμένα άτομα, οδηγώντας αρκετούς πολίτες στη φτώχεια και έχοντας ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός της πόλης να αρχίσει να μειώνεται ακόμα περισσότερο (κατά 4ο αιώνα π.Χ. και μετά). Παρότι έγιναν αρκετές απόπειρες κατά καιρούς για αναδιανομή του πλούτου στους πολίτες, οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι προσπάθειες εμποδίστηκαν από πλούσιους πολίτες (μεταξύ αυτών ήταν κυρίως γυναίκες με μεγάλες εκτάσεις γης, για τις οποίες συχνά χρησιμοποιείται στην αγγλική βιβλιογραφία ο όρος «Spartan Heiresses», δηλαδή «Σπαρτιάτισσες κληρονόμοι») που χρησιμοποίησαν την οικονομική επιρροή τους για να εξαγοράσουν ή να τρομοκρατήσουν τους εκάστοτε αξιωματούχους.

Όταν τελικά η αναδιανομή πλούτου έλαβε χώρα, έστω ως ένα βαθμό, από τον βασιλιά Άγη τον Δ’, το 245 π.Χ. ο οποίος προώθησε ριζικές μεταρρυθμίσεις για να επαναφέρει ξανά την αίγλη και τη δύναμη της πόλης, ο πληθυσμός της Σπάρτης είχε ήδη μειωθεί πάρα πολύ, σε σημείο που δεν μπορούσε πλέον να ανταγωνιστεί καν τις δυνάμεις άλλων πόλεων, ακόμη και της ίδιας της Πελοποννήσου.

Ωστόσο, κακώς αποδίδεται συχνά ως μομφή και λόγος για την σπαρτιατική παρακμή η γυναικεία ιδιοκτησία και ελευθερία. Η επικρατούσα γνώμη θέλει την αρχαία Σπάρτη να καταρρέει ούτως ή άλλως αφενός από την άρνησή της να προσαρμοστεί στις αλλαγές των καιρών, μένοντας προσκολλημένη σε ένα τυπολατρικό νομικοπολιτικό μοντέλο διακυβέρνησης του Λυκούργου, αφετέρου από την αδυναμία της να ελέγξει τη διαρκή μείωση του πληθυσμού της, γεγονός που οδήγησε τελικά και στην εύκολη κατάκτησή της από τους Ρωμαίους.

Η σημασία της δυνατότητας της Σπαρτιάτισσας να κατέχει περιουσία για την παγκόσμια ιστορία.

Όπως αναφέρθηκε, οι υπόλοιποι πληθυσμοί του ελλαδικού χώρου έβλεπαν την γυναικεία ελευθερία των Λακεδαιμονίων ως κάτι αφύσικο. Πέραν των λοιπών προνομίων τους, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε από τους ιστορικούς της εποχής και στο δικαίωμα/δυνατότητα των γυναικών να αποκτούν και να διαχειρίζονται ιδίω ονόματι περιουσία, χωρίς την επίβλεψη κάποιου άρρενα κηδεμόνα. Αν το ανωτέρω δικαίωμα εξέλειπε, όπως στην περίπτωση της αθηναϊκής δημοκρατίας, ακόμα κι αν η κληρονομική διαδοχή παρέμενε η ίδια, η γυναίκα επί της ουσίας δεν θα είχε περιουσιακό δικαίωμα, αφού η δήθεν «περιουσία της» απλά θα αγόταν και θα εφέρετο από τον ένα άρρενα κηδεμόνα/κύριο στον άλλο.

Για να γίνει όμως αντιληπτή η βαρύτητα και η θεμελιώδης σημασία που είχε αυτό το ιδιαίτερο δικαίωμα στην μακρά πορεία της διεκδίκησης των γυναικών για νομική και κοινωνική ισότητα, θα πρέπει να δούμε πως αντιμετώπισαν το ζήτημα οι κοινωνίες που ακολούθησαν. Αξίζει λοιπόν να αναφερθεί ότι στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, το δικαίωμα της γυναίκα να μπορεί νόμιμα να κατέχει στο όνομά της και να διαθέτει περιουσία (χωρίς να χρειάζεται την συγκατάθεση του άντρα της) θεμελιώνεται με ρητή νομοθετική διάταξη για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1849 στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης (Married Women's Property Act 1849) και στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1882, με νόμο του βρετανικού κοινοβουλίου (Married Women's Property Act 1882). Μέχρι τότε, η περιουσία κάθε γυναίκας, αδιάφορο πώς είχε αποκτηθεί, τεκμαιρόταν κανονικά ως κομμάτι της περιουσίας του συζύγου της και μόνο αυτός είχε λόγο επ’αυτής.

Η θεμελιώδης αυτή κοινωνική αλλαγή, έδωσε σύμφωνα με πολλούς οικονομολόγους νέα πνοή στην οικονομία του δυτικού κόσμου κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, καθώς η γυναίκα είχε πλέον λόγο και συμφέρον να είναι παραγωγική και δραστήρια και μπορούσε να ανταμειφθεί πια για τον κόπο και τις ιδέες της. Μέχρι τότε, η μέση γυναίκα ήταν παντελώς αδιάφορη για την πορεία των οικονομικών, ακόμη και του ίδιου της του οίκου, καθώς ήταν αυτόματα αποκομμένη από κάθε πράξη οικονομικής ή επιχειρηματικής διαχείρισης και ουδέν είχε να προσδοκά από την πορεία του.

Πλέον, οι γυναίκες άρχισαν να αποκτούν γνώσεις για τη βιοτεχνία, για τη βιομηχανία, για το εμπόριο, για λογιστικά και οικονομικά δεδομένα. Είχαν άποψη, επένδυαν και διηύθυναν. Αποτελούσαν από πλευράς ικανότητας, ισότιμους ανταγωνιστές με τους άντρες, οι οποίοι σταδιακά, θέλοντας και μη, άρχισαν να αναγνωρίζουν και να συμμερίζονται, αν όχι τις ιδέες περί ισότητας, τουλάχιστον τις δυνατότητες που είχε το γυναικείο φύλο να προσφέρει στην εγχώρια οικονομία.

H σπαρτιατική κοινωνία της αρχαιότητας άνοιξε για πρώτη φορά το δρόμο (έστω και με κινητήριο μοχλό την πίεση των μόνιμων και διαρκών κινδύνων που διέπνεαν τη Σπάρτη), εντάσσοντας στο επίσημο νομικό της σύστημα την σχεδόν απόλυτη χειραφέτηση της γυναίκας, παραδίδοντάς της επί της ουσίας τα ηνία της καθημερινότητας και της κοινωνικής συνοχής της πόλης, εμπιστευόμενη απόλυτα την ικανότητά της να αντεπεξέλθει πλήρως στην ευθύνη και στο δύσκολο ρόλο του ταγού της διατήρησης της κρατικής υπόστασης και μέσω αυτής, της ίδιας εν γένει της ζωής στη Σπάρτη.

Οι μελετητές της αρχαιοελληνικής ιστορίας παγκοσμίως, ήδη από τους αιώνες της Αναγέννησης, άρχισαν να γνωρίζουν κοινωνίες που είχαν τολμήσει να αντιμετωπίσουν τo γυναικείο φύλο ως ίσο και (έστω και ακραιφνώς), ξεκίνησαν να αμφισβητούν τη μειονεκτική θέση των γυναικών της εποχής τους, διερωτώμενοι αν ο σπαρτιατικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας ενείχε στοιχεία που θα μπορούσαν να μιμηθούν οι σύγχρονοί τους.

Τέλος, με τη σειρά της όμως και η ίδια η Σπάρτη μόνο χαμένη δεν φαίνεται να βγήκε από αυτή της την επιλογή αλλά αντίθετα ανταμείφθηκε επαρκώς για την εμπιστοσύνη που έδωσε στις μητέρες, τις κόρες και τις συζύγους της, καταφέρνοντας, με βάση όλο αυτό το ιδιόμορφο κοινωνικοπολιτικό μοντέλο που συγκρότησε από το σύνολο των κατοίκων της, να καταστεί η ηγέτιδα δύναμη σε όλο τον τότε ελλαδικό χώρο για αρκετούς αιώνες και η φήμη της να απλώνεται περίτρανα ακόμη και σήμερα σε όλη τη υφήλιο.


Μιχάλης Δρακουλάκης