Δικηγορικό Γραφείο
Κορονοϊός: συμβάσεις & απρόοπτη μεταβολή συνθήκων

Θεμελιώδης λίθος του ιδιωτικού μας δικαίου αποτελεί η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, δηλαδή η ικανότητα των μερών να διαμορφώνουν ελεύθερα και αυτόνομα τις περιουσιακές τους σχέσεις, υπό την προϋπόθεση, ασφαλώς, ότι δεν αντιβαίνουν σε διάταξη νόμου ή/και στα χρηστά ήθη. Βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων αποτελεί η αρχή της τήρησης των συμπεφωνημένων (pacta sunt servanda), υπό την έννοια ότι οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται από τα μέρη πρέπει να τηρούνται και να εκπληρώνονται.

Παρέκκλιση εκ των ανωτέρω συναντάμε στο άρθρο 388 του ΑΚ, βάσει του οποίου, αν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και από τη μεταβολή αυτή, η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του, με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και ν` αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη.

Κατά τη σαφή έννοια του παραπάνω άρθρου, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στους συμβαλλομένους, σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσουν από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλομένης παροχής στο μέτρο που αρμόζει, είναι:

  1. η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης,
  2. η μεταβολή να επακολουθήσει την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους, που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και
  3. από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη ενόψει και της αντιπαροχής να γίνεται υπέρμετρα επαχθής.

Η εφαρμογή δηλαδή της ερμηνευομένης διάταξης προϋποθέτει, ότι τα μέρη, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, έλαβαν υπόψη τους περιστατικά, στα οποία θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης και απέβλεψαν σε αυτά, τα οποία και απετέλεσαν το βάθρο της σύμβασης, στη συνέχεια, όμως, απαιτείται, τα όσα περιστατικά θεμελίωσαν την απόφαση των συμβαλλομένων, περί κατάρτισης της σύμβασης, να μεταβλήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο, τα δε γεγονότα, τα οποία προκάλεσαν τη μεταβολή να έχουν χαρακτήρα έκτακτο και να μην μπορούσαν να προβλεφθούν, πράγμα που συμβαίνει όταν τα παρεμβαλλόμενα περιστατικά, που εισχώρησαν στη σύμβαση, δεν ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν, υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Δεν επιδρά, όμως, οποιαδήποτε μεταβολή στην κατάληξη ή και στην αναπροσαρμογή της σύμβασης, αλλά μόνον εκείνη, που έχει ως συνέπεια, η παροχή του οφειλέτη να θεωρείται υπέρμετρα επαχθής. Αυτό συμβαίνει όταν ο οφειλέτης, συνεπεία εκτάκτων γεγονότων βρίσκεται σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση, ώστε αυτός μεν εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. Το υπέρμετρο της επάχθειας συνιστά το αφετήριο στάδιο κρίσης εφαρμογής του άρθρου 388 του ΑΚ και το δικαστήριο θα επέμβει με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια, αναπλάσσοντας το περιεχόμενο της σύμβασης και αναπροσαρμόζοντας την παροχή έναντι της αντιπαροχής.

Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα, πολιτικά, οικονομικά ή κοινωνικά, γεγονότα όπως π.χ πόλεμος, σεισμός, επιδημίες κλπ και τα οποία τα μέρη δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν κατά την σύναψη της σύμβασης.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη» εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του ΑΚ, παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίζει με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Εν προκειμένω, στις 11 Μαρτίου 2020, πάνω από δύο μήνες μετά την πρώτη εμφάνιση του κορονοϊού στην επαρχία Ουχάν της Κίνας και της μετέπειτα σταδιακής εξάπλωσης του σε όλον τον κόσμο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κήρυξε τον ιό COVID- 19 ως πανδημία, με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να λαμβάνουν έκτακτα προληπτικά μέτρα για την αποφυγή εξάπλωσης του ιού. Στην χώρα μας από τα πρώτα μέτρα που εφαρμόσθηκαν ήταν η αναστολή της λειτουργίας των σχολείων, εν συνεχεία η αναστολή της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων, η αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων και εντέλει τέθηκε σε ισχύ η απαγόρευση κυκλοφορίας των πολιτών.

Εν μέσω, δε, αυτών των πρωτόγνωρων καταστάσεων αποφασίστηκε, δια της από 12.3.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ τ. Β' 833), σε εκτέλεση της από 11.3.2020 ΠΝΠ (ΦΕΚ τ. Α’ 55), η προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων θέτοντας σε ισχύ ένα είδος δικαιοστασίου αφού πέραν της αναστολή των πολιτικών, διοικητικών και ποινικών δικών ανεστάλησαν για πρώτη φορά στην σύγχρονη Ελλάδα «οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων».

Ο αντίκτυπος, φυσικά, των ανωτέρω μέτρων φέρει σοβαρό πλήγμα στην οικονομική ζωή της χώρας μας ενώ διακόπτει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ομαλή εξέλιξη των ήδη συναφθεισών συμβάσεων και συμφωνιών των επαγγελματιών.

Και ναι μεν αν η πανδημία ή η επιδημία έχει προβλεφθεί από τα μέρη ως λόγος ανωτέρας βίας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μερών τότε τα συμβαλλόμενα μέρη θα ακολουθήσουν τον συμφωνημένο τρόπο επίλυσης των ζητημάτων που θα ανακύψουν (εκτός βέβαια και αν οι συμφωνηθέντες όροι τυγχάνουν υπέρμετρα καταχρηστικοί για το ένα μέρος οπότε και πάλι δύνανται να ελεγχθούν προς τούτο δικαστικά).

Σε περίπτωση, όμως, που κάτι τέτοιο δεν έχει προβλεφθεί συμβατικά από τα μέρη και αδυνατούν να εξεύρουν μία εξωδικαστική λύση τότε μπορούν να καταφύγουν στην δικαιοσύνη αιτούμενοι από το αρμόδιο δικαστήριο προκειμένου αυτό κατά την κρίση του να αναγάγει την παροχή του οφειλέτη στο μέτρο που αρμόζει και ν` αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη.

Φυσικά, νομολογία για αντίστοιχη περίπτωση δεν έχουμε συναντήσει στα πρόσφατα χρόνια αλλά θεωρούμε πως τα έκτακτα μέτρα που έλαβαν χώρα για την αποφυγή της εξάπλωσης του ιού Covid- 19 και μάλιστα εντός μικρού χρονικού διαστήματος αποτελούν λόγο έκτακτο και μη προβλέψιμο όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ.

Το μεγαλύτερο, όμως, ζήτημα που προκύπτει εν προκειμένω είναι η διάρκεια των μέτρων αλλά και το αποτέλεσμα αυτών στην μετέπειτα οικονομία της χώρας αφού η άρση των επιβληθέντων μέτρων δεν θα σημάνει την επιστροφή μας στην κανονικότητα. Ορισμένοι κλάδοι όπως π.χ ο τουρισμός αναμένεται να πληγούν ανεπανόρθωτα με αποτέλεσμα η ύφεση να διαρκέσει πολλούς μήνες μετά και την άρση των μέτρων.

Ως εκ τούτου, αναμένεται να αντιμετωπιστεί νομολογιακά όχι μόνο το κατά πόσο η εξάπλωση του ιού Covid- 19 αποτελεί λόγο έκτακτο και απρόβλεπτο για την ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης αλλά κυριότερα ποια θα η χρονική διάρκεια των επιπτώσεων αυτού προκειμένου για την εξισορρόπηση των υποχρεώσεων των μερών.


Για περισσότερες πληροφορίες επί του θέματος, καθώς και για τη νομική εκπροσώπηση και καθοδήγησή σας, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News