Δικηγορικό Γραφείο
H δικαστική διανομή περιουσιακών στοιχείων μεταξύ συνιδιοκτητών

Αρκετά συχνά στην ελληνική κοινωνία (όπου είθισται μεγάλο μέρος των κληρονομούμενων να μην έχει είτε εν ζωή είτε με διαθήκη μεριμνήσει για το διαμοιρασμό της περιουσίας μεταξύ των κληρονόμων τους) περισσότεροι τυγχάνουν συνιδιοκτήτες (« συγκοινωνοί») ενός ή περισσότερων περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων, οχημάτων κλπ) και διαφωνούν ως προς την περαιτέρω αξιοποίησή τους, με αποτέλεσμα, αρκετά περιουσιακά στοιχεία, εξαιτίας της διαφωνίας αυτής να παραμένουν ανεκμετάλλευτα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενόσω οι συνιδιοκτήτες επιβαρύνονται καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα με τα έξοδα συντήρησής τους και τις φορολογικές υποχρεώσεις που τα συνοδεύουν, με αποτέλεσμα να καθίστανται ζημιογόνα για τους συνιδιοκτήτες τους. Προκειμένου για τη «λύση της κοινωνίας δικαιώματος» μεταξύ των περισσότερων συνιδιοκτητών, στη συνηθισμένη περίπτωση της ασυμφωνίας τους, ο νόμος προβλέπει τη λύση της δικαστικής διανομής τους, οι σημαντικότερες πτυχές της οποίας έχουν ως εξής:

Σε περίπτωση κοινωνίας δικαιώματος κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, η οποία επέρχεται με διανομή. Αν δεν συμφωνούν οι κοινωνοί, καθένας από αυτούς μπορεί να απαιτήσει τη δικαστική διανομή του κοινού, η οποία γίνεται είτε αυτούσια, αν το προς διανομή αντικείμενο ή αντικείμενα μπορούν να διαιρεθούν χωρίς μείωση της αξίας τους σε ομοειδή μέρη, ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, είτε με πώληση διά πλειστηριασμού, οπότε διανέμεται το εκπλειστηρίασμα.

Αυτούσια διανομή κοινού πράγματος είναι η φυσική διαίρεση του κοινού αντικειμένου σε περισσότερα ίσα κατ' αξία μέρη, ώστε ο κάθε κοινωνός να λάβει ανάλογα με την μερίδα του μέρη με κλήρωση ή με επιδίκαση σε ορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο. Προϋποθέσεις της αυτούσιας διανομής είναι σωρευτικά: α) το εφικτό της διανομής, δηλαδή της φυσικής διαίρεσης του πράγματος σύμφωνα με τον προορισμό του χωρίς μείωση της αξίας του και β) η διανομή να είναι συμφέρουσα, δηλαδή να μην επέρχεται με αυτή μείωση της αξίας των μερίδων.

Δεν υφίσταται διαρκής σκοπός ή προορισμός, ο οποίος να δύναται να αποκλείσει τη διανομή, όταν οι κοινωνοί απλώς εκμεταλλεύονται το κοινό πράμα με ορισμένο τρόπο (π.χ. από κοινού εκμίσθωση σε τρίτους,) ή κάνουν απλώς χρήση του πράγματος για την πιο άνετη εξυπηρέτησή τους, όπως π.χ. για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών ή άλλων αναγκών τους ή όταν χρησιμοποιείται το επίκοινο για την άσκηση επιχείρησης εκ μέρους ενός συγκοινωνού.

Το Δικαστήριο αποφασίζει ανέλεγκτα, σχετικά με το αν η διανομή του κοινού πράγματος είναι προδήλως ανέφικτη ή όχι, λαμβάνοντας υπόψη τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις και το εμβαδόν του διανεμητέου αν αυτό είναι ακίνητο.

Επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου το Δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Επίσης, το Δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερίδων να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία ( π.χ. διόδου) σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών. Το οριζόμενο από το Δικαστήριο ποσό έχει χαρακτήρα αποζημίωσης, εφόσον ο κοινωνός στον οποίο επιδικάζεται λαμβάνει από την αυτούσια διανομή μέρος μικρότερης αξίας από την αξία της ιδανικής μερίδας του.

Προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη είναι η αυτούσια διανομή όταν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, το διανεμητέο δεν μπορεί να διανεμηθεί σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειωθεί η αξία του. Σε περίπτωση δε που το δικαστήριο κρίνει ανέφικτη ή ασύμφορη την αυτούσια διανομή, διατάσσει, την πώληση του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό.

Επίσης, εφόσον κριθεί ότι είναι δυνατή η αυτούσια διανομή, επιτρέπεται η αυτούσια διανομή με απονέμηση, δηλαδή χωρίς κλήρωση, με απευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους κατά τον λόγο των μερίδων τους. Τα σχηματιζόμενα μέρη δεν είναι ανάγκη να είναι ομοειδή ούτε ίσα, αρκεί να υφίσταται αναλογία με τις αρχικές μερίδες των κοινωνών. Με την καθιέρωση της απονέμησης, ως τρόπου αυτούσιας διανομής, διευκολύνεται η αυτούσια διανομή και αποτρέπεται ο πλειστηριασμός.

Για τον υπολογισμό της αξίας του επίκοινου λαμβάνεται υπόψη και η αξία των συστατικών του ( π.χ. κτίσματος), ανεξάρτητα από το ποιος συγκοινωνός ανέλαβε τη δαπάνη της ανοικοδόμησης. Σε κάθε περίπτωση, δε μπορεί η χρηματική αποζημίωση να είναι ανώτερη της σχηματιζόμενης μικρότερης μερίδας.

Αν τα διανεμητέα ακίνητα είναι περισσότερα, και η αυτούσια διανομή όλων ή μερικών από αυτά είναι αδύνατη ή ασύμφορη, αλλά είναι δυνατή η κατανομή τους σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, καθιερώνεται η απονεμητική κατανομή, δηλαδή το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διανομή κατά μέρη ανάλογα μπρος τη μερίδα κάθε κοινωνού και χωρίς διαίρεση αυτών ή μείωση της αξίας καθενός από αυτά.

Στη δίκη διανομής προσεπικαλούνται όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσοι έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς. Ο νόμος, προκειμένου να εξασφαλίσει πληρέστερα τα συμφέροντα του υποχρεωτικώς προσεπικαλουμένου ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο που διατάζει τη διανομή να διατάξει υπέρ αυτού τα πρόσθετα εξασφαλιστικά μέτρα α) της συστάσεως υποθήκης ή ενεχύρου σε αντικείμενα που με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη του, στα οποία δεν έχει συσταθεί υποθήκη ή ενέχυρο και β) της εξοφλήσεως (εν άλω ή εν μέρει) ύστερα από αίτηση του ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, της ασφαλισμένης με υποθήκη ή το ενέχυρο απαιτήσεως του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της διανομής, με την καταβολή εκ μέρους του άλλου κοινωνού ολόκληρου ή μέρους του ποσού που οφείλει ο τελευταίος στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, προκειμένου να εξισωθούν οι μερίδες τους.

Ως προς την εκτίμηση της αξίας των προς διανομή ακινήτων, αν το ακίνητο κείται σε περιοχή όπου ισχύει ο αντικειμενικός προσδιορισμός της τιμής ακινήτων, η βάσει της υπουργικής απόφασης καθορισθείσα αξία δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, αλλά μόνο ως τεκμήριο μπορεί να εκτιμηθεί. Έτσι, το Δικαστήριο δικαιούται να σχηματίσει την κρίση του με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λαμβάνοντας υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, αρκεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση.

Επιπλέον, κατά την πάγια και συμπαγή νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων, έχει κριθεί αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα, προκειμένου για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής αυτής (αν αφορά σε ακίνητο) η απαίτηση του φορολογικού νομοθέτη προκειμένου για την προσκομιδή του πιστοποιητικού του άρθρου 54 Α του Ν. 4174/2013 (εξόφληση ΕΝΦΙΑ), εφόσον η διάταξη αυτή ούσα διάταξη φορολογικής φύσης παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δίκης διανομής, δε βαρύνουν τον ηττηθέντα διάδικο, αλλά τη διανεμητέα περιουσία, όπως κάθε δαπάνη για το κοινό πράγμα, με την έννοια του καταλογισμού τους σε βάρος όλων των διαδίκων, ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας του καθενός επί του διανεμητέου κοινού πράγματος.


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.