Δικηγορικό Γραφείο
Διάσταση των συζύγων και κληρονομικό δικαίωμα

Τι συμβαίνει όταν αποβιώσει ο ένας σύζυγος στο διάστημα της διάστασης με τον άλλο σύζυγο, χωρίς όμως να έχει εκδοθεί διαζύγιο;

Έχει κληρονομικό δικαίωμα ο σύζυγος που επιζεί;

Από το συνδυασμό των διατάξεων του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1193, 1195, 1198, 1199, 1710 ΑΚ), σαφώς προκύπτει, ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει επαγωγή, η κυριότητα όμως ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί των κληρονομιαίων αντικειμένων αποκτάται από τον κληρονόμο αναδρομικώς από την ημέρα του θανάτου του κληρονομουμένου μόνο διά της μεταγραφής της αποδοχής κληρονομίας ή κληροδοσίας, η διά μεταγραφής του κληρονομητηρίου (ΟλΑΠ 108/1978).

Ωστόσο, το άρθρο 1822 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 1329/1983, ορίζει ότι το κληρονομικό δικαίωμα, καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του συζύγου που επιζεί, αποκλείονται αν ο κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει α) την άσκηση αγωγής διαζυγίου από τον κληρονομούμενο σύζυγο και β) τη βασιμότητα του λόγου διαζυγίου. Δεδομένου δε ότι με τον θάνατο του ενός από τους συζύγους η περί διαζυγίου εκκρεμής δίκη καταργείται (άρθρο 604 ΚΠολΔ) και ότι η περί διαζυγίου αγωγή, όντας προσωποπαγής, δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του συζύγου που απεβίωσε, κάθε κληρονόμος του συζύγου που απεβίωσε, αλλά και κάθε τρίτος, όπως κάποιος οφειλέτης της αντίστοιχης κληρονομιάς, επιδιώκοντας με έννομο συμφέρον να αποκλείσει τον επιζώντα σύζυγο από την κληρονομιά, μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή για το βάσιμο του λόγου διαζυγίου κατά του επιζώντος συζύγου, χωρίς πάντως να αποκλείεται η έρευνα της βασιμότητας του λόγου διαζυγίου να γίνει και παρεμπιπτόντως σε δίκη μεταξύ εκείνου και αυτού του επιζώντος συζύγου. Παρέπεται, ότι σε δίκη, στην οποία δεν είναι διάδικος ο επιζών σύζυγος και στην οποία υποβάλλεται αίτημα για δικαστική κρίση, κύρια ή παρεμπίπτουσα, επί του βάσιμου ή μη, του λόγου διαζυγίου, το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο εξαιτίας έλλειψης νομιμοποίησης (ΑΠ 1796/2005).

Ειδικότερα, για τον προβλεπόμενο αποκλεισμό του επιζώντος συζύγου απαιτείται η άσκηση αγωγής, δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου, έστω και σε αναρμόδιο δικαστήριο, από τον κληρονομούμενο, όχι όμως και από τον επιζώντα σύζυγο, και επίδοση στον σύζυγο που επιζεί (άρθρο 215 ΚΠολΔ). Έτσι, κρίσιμο χρονικό σημείο είναι ο χρόνος επίδοσης της αγωγής. Αν δηλαδή ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από το χρονικό αυτό σημείο ο σύζυγος που επιζεί διατηρεί το κληρονομικό δικαίωμά του. Ως λόγος διαζυγίου στην προαναφερόμενη διάταξη νοείται το προβλεπόμενο από τα άρθρα 1439 και 1440 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τον Ν. 1329/1983, διαπλαστικό δικαίωμα του ενός από τους συζύγους κατά του άλλου να επιφέρει τη λύση του γάμου τους με δικαστική απόφαση, ύστερα από άσκηση αγωγής, ο λόγος δε του διαζυγίου δεν είναι ήδη απαραίτητο να οφείλεται σε υπαιτιότητα του συζύγου, που επιζεί, διότι δεν την απαιτεί και η εν λόγω διάταξη, η οποία είναι εναρμονισμένη με τη διάταξη του άρθρου 1439 ΑΚ, η οποία αποσυνδέει την υπαιτιότητα από τον λόγο διαζυγίου (ΕφΑΘ 2490/2005, ΕφΑΘ 864/2002).

Περαιτέρω, αίτημα της αγωγής, η οποία ερείδεται στο άρθρο 1822 ΑΚ, είναι η αναγνώριση της βασιμότητας του λόγου διαζυγίου και όχι η αναγνώριση του αποκλεισμού του κληρονομικού δικαιώματος του συζύγου που επιζεί, καθόσον από το εν λόγω άρθρο προκύπτει ότι επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου αποκλεισμός του κληρονομικού δικαιώματος στο σύνολό του, ήτοι περιλαμβανομένης και της νόμιμης μοίρας ως και του δικαιώματος εξαίρετου του επιζώντος συζύγου, αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμά του να επιδιώξει τη λύση του γάμου με διαζύγιο, υπό την προϋπόθεση πως είχε βάσιμο προς τούτο λόγο, δηλαδή νόμιμη αιτία που δικαιολογεί την αιτηθείσα διάπλαση (ΕφΑΘ 618/2007, ΠΠΡ ΑΘ 1484/2016).