Δικηγορικό Γραφείο
Ποιος φυλάει τους φύλακες

Η αστυνομική εξουσία, ως κατεξοχήν έκφραση δημόσιας εξουσίας, ασκείται δια της αστυνομικής αρχής και αποτελεί έκφανση της δημόσιας εξουσίας που απορρέει από την ίδια την εξουσία του Κράτους.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η δημόσια εξουσία, είναι ύψιστης σημασίας, επειδή διακρίνει ένα κράτος ελευθεριότητας, το οποίο έχει θεμελιωθεί με γνώμονα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τον ίδιο τον άνθρωπο, από ένα κράτος περιορισμένης ελευθεριότητας, το οποίο έχει σχηματιστεί με γνώμονα την επενέργεια και διατήρηση της κρατικής εξουσίας με κάθε κόστος, ακόμα και τη παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο ανωτέρω διαχωρισμός είναι κεφαλαιώδους σημασίας, διότι διακρίνει ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου από ένα αντιδημοκρατικό κράτος ολοκληρωτισμού. Δηλαδή, στην μεν πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος είναι υποκείμενο δικαίου ενώ στην έτερη περίπτωση καθίσταται αντικείμενο δικαίου.

Για τον λόγο αυτό, η δημόσια εξουσία που ασκείται από ένα κράτος δικαίου θα πρέπει να λαμβάνει χώρα πάντα εντός των ορίων των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ανθρώπου και ουδέποτε να παραβιάζει τα δικαιώματα αυτά, γιατί δεν θα ήταν συνεπές ούτε και συνταγματικά ανεχτό, η ίδια η πολιτεία να παράγει αξιόποινες πράξεις ή να προβαίνει με τις πράξεις της στη παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Μάλιστα στη περίπτωση που θα συνέβαινε αυτό, θα καταλυόταν και κάθε έννοια κράτους δικαίου και η περίπτωση αυτή θα προσιδίαζε περισσότερο σε ανελεύθερο καθεστώς.

Για την προάσπιση λοιπόν της αξίας του ανθρώπου και προκειμένου το κράτος να μην είναι μόνο κατ’ επίφαση κράτος δικαίου, είναι αδήριτη ανάγκη ο άνευ προϋποθέσεων και αιρέσεων, σεβασμός της αξίας του ανθρώπου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε έκφανση κρατικής εξουσίας. Αυτό διακρίνει ένα κράτος δικαίου από ένα κράτος ολοκληρωτικό. Θα πρέπει με λίγα λόγια, το κράτος να σέβεται τον πολίτη και αυτός ο σεβασμός θα πρέπει να διέπει κάθε έκφανση δημόσιας εξουσίας, κάθε «γκισέ» δημόσιας υπηρεσίας και κάθε δημόσιο λειτουργό.

Για την ευόδωση αυτού του σκοπού και την αποφυγή παρέκκλισης πορείας από τις δημοκρατικές αξίες, είναι αναγκαία η νομοθέτηση εποπτικών μηχανισμών για την παρακολούθηση της άσκησης της κρατικής εξουσίας, ένας τομέας στον οποίο η Χώρα μας έχει μείνει δυστυχώς πίσω. Στη Χώρα μας έχει επικρατήσει η θεωρία ότι η κρατική εξουσία είναι νόμιμη, ανεξαρτήτως συνθηκών, με αποτέλεσμα να αποβαίνει δυσχερέστερη η παρακολούθηση της εναρμόνισης μεμονωμένων κρατικών δράσεων με δημοκρατικά κεκτημένα, καθώς και η προστασία του πολίτη από την τυχόν αυθαίρετη άσκηση δημόσιας εξουσίας.

Και στο σημείο αυτό τίθεται το εύλογο ερώτημα. Πότε είναι αυθαίρετη ή ακόμα και παράνομη η κρατική εξουσία και βία;

Προφανώς λοιπόν, η κρατική εξουσία είναι παράνομη, όταν ασκείται εκτός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα και οι Νόμοι του Κράτους. Και κάθε ρήση σχετική με μονοπώλιο του κράτους στη «νομιμοποιημένη βία», αποτελεί κερκόπορτα για τη διάρρηξη των δημοκρατικών αρχών αλλά και της ίδιας της ιδιότητας του

Κράτους ως κράτους δικαίου και θα πρέπει να απορρίπτεται από τους δημοκρατικώς εχέφρονες πολίτες.

Για τους ανωτέρω λόγους και σε συνδυασμό με πλήθος εικόνων καταχρηστικής αστυνομικής δράσης, των οποίων γινόμαστε κατά καιρούς όλοι μάρτυρες μέσα από τη τηλεόρασή μας ή από την οθόνη του υπολογιστή μας, οι οποίες δράσεις, λόγω της σφοδρότητάς τους, αντί να εμπεδώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος τους εκφοβίζουν ως προς την αστυνομική δράση, θεωρούμε ότι είναι πρόσφορη η ανάλυση υπό τη μορφή ερωταπαντήσεων, θεμάτων που όλους λίγο πολύ μας έχουν απασχολήσει.

1. Μπορώ να ζητήσω τα στοιχεία του Αστυνομικού;

Σύμφωνα με το άρθ.2 στοιχείο ΄β του Προεδρικού Διατάγματος 254/2004, ο αστυνομικός, «Όταν επεμβαίνει υποχρεούται να δηλώνει την ιδιότητα, την ταυτότητα και την Υπηρεσία του». Άρα, ναι. Έχω δικαίωμα να ρωτήσω τα στοιχεία του αστυνομικού και εκείνος υποχρεούται να τα δηλώσει.

Με την υπόμνηση, ότι η υποχρέωση αυτή των αστυνομικών, υφίσταται μόνο για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν αναλάβει αστυνομική δράση. Στα πλαίσια του ιδιωτικού τους βίου, τα προσωπικά στοιχεία των αστυνομικών προστατεύονται, όπως συμβαίνει με τα στοιχεία κάθε πολίτη.

Επίσης, εισάγεται εξαίρεση στην εν λόγω υποχρέωση δήλωσης των στοιχείων του Αστυνομικού, για εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες θα δημιουργείτο κίνδυνος έκθεσης της αστυνομικής επιχείρησης, από τη δημοσιοποίηση της εν λόγω ταυτότητας. Η εν λόγω εξαίρεση, αφορά περιπτώσεις συγκαλυμμένης δράσης των αστυνομικών (π.χ. στα πλαίσια διερεύνησης εγκληματικής οργάνωσης) και όχι τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δρουν ένστολοι.

2. Ο αστυνομικός μπορεί να εξυβρίζει ή να απειλεί πολίτη; Είναι νόμιμο αυτό;

Σαφέστατα και σε κάθε περίπτωση, είναι αξιόποινη η εξύβριση, πόσω μάλλον όταν προέρχεται από όργανο της τάξης.

Μάλιστα, η πράξη της εξύβρισης είναι αντίθετη προς τα καθήκοντα του αστυνομικού, αφού σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο Προεδρικό Διάταγμα, ο αστυνομικός υποχρεούται να σέβεται την αξία του ανθρώπου και να μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων του ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου.

Επίσης, οφείλει να σέβεται το δικαίωμα στη ζωή και την προσωπική ασφάλεια κάθε ατόμου. Δεν επιτρέπεται να επιφέρει, να προκαλεί και να ανέχεται πράξεις βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και υποχρεούται να αναφέρει αρμοδίως κάθε παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων που υποπίπτουν στην αντίληψη του.

Ακόμα και κατά τη σύλληψη, ο αστυνομικός υποχρεούται να «τηρεί άψογη συμπεριφορά και αποφεύγει κάθε πράξη που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του συλληφθέντος και γενικά να προσβάλει την αξιοπρέπεια του».

Την υποχρέωση ευγένειας των αστυνομικών οργάνων, προβλέπει και το άρθ.278παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο «Τα αρμόδια για τη σύλληψη όργανα οφείλουν να συμπεριφέρονται με κάθε δυνατή ευγένεια ε αυτόν που συλλαμβάνουν και να σέβονται την τιμή του.»

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει ότι ο αστυνομικός όχι μόνο δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε εξύβριση ή απειλές ή άλλες πράξεις με τις οποίες θίγονται τα δικαιώματα του ανθρώπου, αλλά επιβαρύνεται λόγω της ιδιότητας του, με την ευθύνη προάσπισης αυτών των δικαιωμάτων!

3. Ο αστυνομικός μπορεί να ασκεί βία;

Όπως προείπαμε, ο αστυνομικός επιβαρύνεται εκ του νόμου με την ευθύνη προάσπισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Σύμφωνα με το άρθ.2 στοιχείο ε’ ΠΔ 254/2004, ο αστυνομικός «για την τήρηση και εφαρμογή του νόμου χρησιμοποιεί κατ’ αρχήν μη βίαια μέσα». Επίσης, έχει την ευθύνη να αποτρέπει και να καταγγέλλει άμεσα, κάθε πράξη που συνιστά βασανιστήριο ή άλλη μορφή απάνθρωπης, σκληρής ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, οποιαδήποτε μορφή βίας ή απειλή βίας,[…]» (άρθ.3 στοιχείο θ’ ΠΔ 254/2004)

Η προσφυγή στη βία, αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανονα, επιφυλάσσεται δε αυστηρά και μόνο «όταν είναι απολύτως αναγκαία και στο μέτρο που προβλέπεται και απαιτείται για την εφαρμογή του νόμου».

Επίσης, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, υποχρεούται να χρησιμοποιεί τα κατά το δυνατόν, ηπιότερα μέσα, αποφεύγοντας κάθε περιττή ενόχληση, σκληρότητα ή αδικαιολόγητη φθορά ιδιοκτησίας. (άρθ.2 στοιχείο ε’ ΠΔ 254/2004).

Η διάταξη αυτή είναι υψίστης σημασίας, όχι μόνο για τη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά και για την προστασία του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος και των αξιών που αυτό πρεσβεύει. Για τον λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να καταστρατηγηθεί η συγκεκριμένη διάταξη, αποδίδοντας και ανάγοντας κάθε χρήση βίας σε αναγκαιότητα, γιατί με τον τρόπο αυτό πλήττεται βαθύτατα το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στη ζωή και την προσωπική ασφάλεια.

Άρα κάθε χρήση βίας, η οποία λαμβάνει χώρα σε περιπτώσεις όπου δεν ήταν αναγκαία, ή σε περιπτώσεις όπου υπήρχε ηπιότερο μέσο αντιμετώπισης, ή που υπερβαίνει το μέτρο που επιτάσσουν οι παρούσες περιστάσεις, αποτελεί αξιόποινη πράξη.

Προφανώς και η εν λόγω αναφερόμενη «αναγκαιότητα», ελλείπει στις περισσότερες των περιπτώσεων της καθημερινής ζωής και ειδικώς όταν ο εκάστοτε δράστης έχει τεθεί σε καθεστώς κράτησης ή έχει συλληφθεί, όταν έχει δηλαδή τεθεί υπό έλεγχο.

4. Πότε είναι νόμιμη η σωματική έρευνα;

Όσον αφορά τη σωματική έρευνα, θα πρέπει κατ’ αρχάς να γίνει διάκριση μεταξύ της σωματικής έρευνας που γίνεται στα πλαίσια ανάκρισης, προανάκρισης ή στα πλαίσια αυτοφώρου εγκλήματος και της σωματικής έρευνας που γίνεται στα πλαίσια της προληπτικής αστυνομικής έρευνας.

Η μεν πρώτη διέπεται από τις διατάξεις του άρθ. 257 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Διενεργείται όταν κρίνεται χρήσιμη για την εξακρίβωση της αλήθειας, όμως δεν θα πρέπει να διενεργείται με τρόπο που να προκαλεί βλάβη στην υγεία του προσώπου που υπόκειται σε αυτή, ούτε να θίγεται η αξιοπρέπεια του.

Επίσης κανένα πρόσωπο δεν είναι υποχρεωμένο να δεχτεί την εξέταση του σώματός του με τρόπο που θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η δε δεύτερη, δηλαδή η προληπτική αστυνομική έρευνα, προβλέπεται από το υπ’ αρίθ. 141/1991 Προεδρικό Διάταγμα σύμφωνα με το οποίο, διενεργείται όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες τέλεσης αξιόποινης πράξης, ή όταν είναι απολύτως αναγκαίο. Δυστυχώς, η πρόβλεψη είναι αρκετά γενική και αόριστη, με αποτέλεσμα να παγιώνεται ένα δικαίωμα διενέργειας αστυνομικής έρευνας οποτεδήποτε κριθεί σκόπιμο από τους διενεργήσαντες αστυνομικούς.

Αυτό που ενδιαφέρει, είναι ότι αμφότερες οι έρευνες θα πρέπει να διεξάγονται από τους αστυνομικούς, με τον ίδιο ήπιο και ευγενικό τρόπο, ώστε να μην πλήττεται η αξιοπρέπεια των πολιτών. Η σωματική έρευνα σε γυναίκα, πρέπει να διενεργείται από γυναίκα αστυνομικό.

Άρα η σωματική έρευνα είναι νόμιμη ακόμα και όταν δεν έχει τελεστεί κάποιο αδίκημα και μπορεί να γίνεται προληπτικώς, όμως σε αμφότερες τις περιπτώσεις θα πρέπει να διέπεται από τον ίδιο ήπιο και ευγενικό τρόπο οφείλει να επιδεικνύει ο αστυνομικός, λόγω της δημόσιας λειτουργικής θέσης που κατέχει.

5. Πότε επιτρέπεται η έρευνα σε αυτοκίνητο;

Για την έρευνα σε αυτοκίνητο ισχύουν τα ίδια που αναφέρουμε ανωτέρω σχετικά με την σωματική έρευνα.

6. Πότε επιτρέπεται η έρευνα σε κατοικία;

Η έρευνα σε κατοικία επιτρέπεται εάν διεξάγεται ανακριτική διαδικασία για κακούργημα ή πλημμέλημα. Η έρευνα σε κατοικία διενεργείται πάντα, με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας, αλλιώς δεν επιτρέπεται.

Η νυχτερινή έρευνα σε κατοικία επιτρέπεται μόνο : α) αν πρόκειται να συλληφθεί πρόσωπο που διώκεται νόμιμα, β) αν κάποιος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω να διαπράττει μέσα στη κατοικία κακούργημα ή πλημμέλημα, γ) αν γίνεται συγκέντρωση σε κατοικία όπου παίζονται κατ’ επάγγελμα τυχερά παιχνίδια ή η κατοικία χρησιμοποιείται ως τόπος κατ’ επάγγελμα ακολασίας.

Τα ανωτέρω αναφερόμενα μπορεί να μας φαίνονται δεδομένα, όμως η ζώσα πραγματικότητα αποδεικνύει πως όχι μόνο δεδομένα δεν είναι, αλλά πολλές φορές άπτονται της σφαίρας του ιδεατού. Είναι όμως απαραίτητη η υποχώρηση του κυνισμού απέναντι ακόμα και σε κάτι ιδεατό, όταν το διακύβευμα είναι η υπεράσπιση και διατήρηση δημοκρατικών κεκτημένων. Για τον λόγο αυτό πρέπει να επαγρυπνούμε, να μην συμβιβαζόμαστε με τη ζώσα πραγματικότητα και να επιδιώκουμε το δημοκρατικά επιθυμητό αποτέλεσμα. Ειδικά αν αποτελεί ιδεώδες και όχι πραγματικότητα.

Να αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι σκοπός του εν λόγω κειμένου είναι η επαγρύπνηση και η γνώση όχι μόνο των δικαιωμάτων μας, αλλά και των υποχρεώσεων μας. Η άρνηση υποβολής μας σε αστυνομικό έλεγχο ΑΥΣΤΗΡΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΙΣ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ, πληροί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της απείθειας και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Για τον λόγο αυτό, ως νομοταγείς πολίτες θα πρέπει όχι μόνο να απαιτούμε και να διεκδικούμε τον σεβασμό των δικαιωμάτων μας, αλλά και σεβόμαστε και εμείς οι ίδιοι τις υποχρεώσεις μας και να μην τις παραβαίνουμε.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους δικηγόρους του γραφείου μας.