Δικηγορικό Γραφείο
Η δικαστική συμπαράσταση και οι προϋποθέσεις της

Ποια η έννοια της δικαστικής συμπαράστασης και ποιος μπορεί να υποβληθεί σε αυτή:

Δικαστική συμπαράσταση είναι η κατάσταση, στη οποία τίθεται ένα πρόσωπο, μέσω δικαστικής αποφάσεως, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας, εφόσον αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του, καθώς και λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εφόσον εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγο του, τους κατιόντες ή τους ανιόντες του (1666 ΑΚ). Σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ενήλικο πρόσωπο, ενώ ο ανήλικος που βρίσκεται υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία, μπορεί να υποβληθεί σε αυτή, αν συντρέχουν οι παραπάνω όροι κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητάς του, ενώ τα αποτελέσματα της υποβολής αρχίζουν αφού ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

Πως υποβάλλεται ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση:

Η υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με το άρθρο 1667 του Αστικού Κώδικα, αποφασίζεται από το δικαστήριο ύστερα από σχετική αίτηση από:

  1. τον ίδιο τον πάσχοντα,
  2. το σύζυγό του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση,
  3. τους γονείς του,
  4. τα τέκνα του,
  5. τον Εισαγγελέα ή και
  6. αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Στην περίπτωση του ανηλίκου που βρίσκεται στο τελευταίο έτος της ανηλικότητας του, ως παραπάνω, την αίτηση μπορεί να την υποβάλει και ο επίτροπός του. Σύμφωνα δε, με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι εάν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, το δικαστήριο αποφασίζει μόνο μετά από αίτηση του ίδιου.

Ποιος διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης:

Ως δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται από το Δικαστήριο, το φυσικό πρόσωπο που έχει προτείνει αυτός τον οποίο αφορά η δικαστική συμπαράσταση, εφόσον έχει συμπληρώσει το δέκατο έκτο (16ο) έτος της ηλικίας του και το προτεινόμενο πρόσωπο κρίνεται κατάλληλο και μπορεί κατά το νόμο να διορισθεί. Αν αυτός που χρειάζεται τη συμπαράσταση δεν προτείνει κανέναν ή αν εκείνος που προτάθηκε δεν κρίνεται κατάλληλος, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνει υπόψη του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου σχετικά με τον αποκλεισμό συγκεκριμένου προσώπου, τους δεσμούς που διατηρεί με τους συγγενείς και ιδίως με τους γονείς, τα τέκνα του και το σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σε αυτόν που πρόκειται να διορισθεί (1669 ΑΚ).

Πότε διορίζεται προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης:

Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διορίσει μετά από αίτηση ενός από τα πρόσωπα που ανωτέρω αναφέρθηκαν ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη. Η εξουσία του περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου. Για το διάστημα από τη δημοσίευση της απόφασης του δικαστηρίου έως την τελεσιδικίας της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός και γίνεται με την ίδια την δικαστική απόφαση.

Ποια η διαδικασία μετά την κατάθεση της αιτήσεως;

Το Δικαστήριο προσδιορίζει συγκεκριμένη ημερομηνία που θα συζητηθεί η υπόθεση κεκλεισμένων των θυρών και ο Δικαστής με μετέπειτα απόφασή του, μη δεσμευόμενος από τα αιτήματα των διαδίκων, θα αποφασίσει:

  1. αν πρέπει να τεθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο αφορά η αίτηση, σε δικαστική συμπαράσταση,
  2. για ποιες πράξεις θα τεθεί το πρόσωπο υπό δικαστική συμπαράσταση, για τις οποίες δεν θα μπορεί να εκπροσωπεί το ίδιο, η χωρίς την συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, τον εαυτό του και
  3. ποιος θα ασκεί τις απαραίτητες νομικές ενέργειες για λογαριασμό του.

Το πρόσωπο το οποίο επιφορτίζεται με την σχετική εξουσία ονομάζεται δικαστικός συμπαραστάτης, ενώ το όργανο που τον “επιβλέπει” τις ενέργειες του δικαστικού συμπαραστάτη, εποπτικό συμβούλιο. Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη τα οποία διορίζονται με την ίδια απόφαση που διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη και αποτελείται από συγγενείς ή φίλους του συμπαραστατουμένου.

Ποια τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση:

Ανάλογα με την περίπτωση το δικαστήριο που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση:

  1. τον κηρύσσει ανίκανο για όλες (πλήρης) ή για ορισμένες δικαιοπραξίες (μερική), γιατί κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως (στερητική δικαστική συμπαράσταση), είτε
  2. ορίζει ότι για την ισχύ όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (επικουρική δικαστική συμπαράσταση πλήρης ή μερική), είτε
  3. αποφασίζει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων. Το δικαστήριο οφείλει να επιβάλλει στον συμπαραστατούμενο τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που απαιτεί το συμφέρον του.

Αν το δικαστήριο υποβάλλει τον συμπαραστατούμενο σε συνδυασμό στερητικής και επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης ορίζει ρητά στην απόφασή του ποιες πράξεις δεν μπορεί ο συμπαραστατούμενος να επιχειρεί αυτοπροσώπως και ποιες δεν μπορεί να επιχειρεί χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του. Η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, από την οποία εξαρτάται η ισχύς όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών αυτού που έχει υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, παρέχεται εγγράφως και μόνο πριν την επιχείρηση της πράξης. Αν ο δικαστικός συμπαραστάτης αρνείται να συναινέσει, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του συμπαραστατούμενου, ενώ οι πράξεις του συμπαραστατούμενου είναι άκυρες, αν επιχειρήθηκαν χωρίς αυτή τη συναίνεση (1683 ΑΚ)

Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη, του εποπτικού συμβουλιου ή του δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατούμενου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκεται επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμάται η γνώμη του.