Δικηγορικό Γραφείο
Σύμφωνο συμβίωσης

Οι συνεχείς αλλαγές και εξελίξεις στις δομές της κοινωνίας και η ανάγκη ρύθμισης των σχέσεων (υποχρεώσεων & δικαιωμάτων) των κοινωνών της στο πλαίσιο της συμβίωσής τους, κατέστησε αναγκαία και την αλλαγή των θεσμών, προκειμένου -ενόψει των εξελίξεων αυτών- να μπορούν να ανταποκριθούν στην ομαλή εξέλιξη και εύρυθμη λειτουργία της.

Η εξέλιξη των διαπροσωπικών σχέσεων και οι ανάγκες των μελών της σύγχρονης κοινωνίας και κυρίως της ρύθμισης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των υποκειμένων της στα πλαίσια της συνύπαρξής τους, έθεσε ως αναγκαιότητα και την μεταρρύθμιση των θεσμών, προκειμένου να είναι εφικτή η εύρυθμη λειτουργία της.

Η αναγκαιότητα αυτή, για την ομαλή εξέλιξη της κοινωνίας, οδήγησε τον Έλληνα Νομοθέτη στον εκσυγχρονισμό της εθνικής νομοθεσίας, προκειμένου να ρυθμίσει με κανόνες δικαίου τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνών της που συμβιώνουν και έτσι προχώρησε στην θεσμοθέτηση του «συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης» το έτος 2008 δυνάμει του Ν. 3719/2008, αναγνωρίζοντας νομικά, δηλαδή και επίσημα πλέον, την σχέση συμβίωσης μεταξύ ετεροφυλόφιλων ζευγαριών, χωρίς γάμο μεταξύ τους, ρυθμίζοντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ τους.

Το έτος 2015 ο Νομοθέτης προχωράει ένα βήμα παραπέρα ως προς τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας και δη ως προς το «σύμφωνο συμβίωσης», σε δύο βασικές κατευθύνσεις, με την ψήφιση του Ν. 4356/2015. Αφενός η ισχύς του συμφώνου επεκτείνεται και στα ομόφυλα ζευγάρια -μεγάλη καινοτομία για τη συντηρητική ελληνική κοινωνία, καθώς η Ελλάδα έχει καταδικαστεί πολλάκις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τον συντηρητισμό της αυτό- και αφετέρου η σημασία και οι συνέπειες του συμφώνου ενισχύονται, δεδομένου ότι πλέον αναγνωρίζονται οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Έτσι πέραν από την οικογένεια που θεμελιώνεται σε γάμο, προστατεύονται επίσης οι δεσμοί που αναπτύσσονται εντός των «de facto» οικογενειακών σχέσεων (ΕΔΔΑ, Kearns κατά Γαλλίας 2008, Johnston κατά Ιρλανδίας 1986). Ειδικότερα το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί ότι ένα ζευγάρι ομόφυλων το οποίο διαβιώνει σε σταθερή σχέση απολαμβάνει οικογενειακή ζωή (ΕΔΔΑ Schalk & Kopf κατά Αυστρίας 2010).

Περαιτέρω, ενισχύεται η ιδιωτική αυτονομία των μερών, ιδίως στις περιουσιακές τους σχέσεις καθώς ο εκσυγχρονιστικός αυτός νόμος επιδιώκει μία ισορροπία μεταξύ, αφενός της ιδιωτικής αυτονομίας και αφετέρου της ανάγκης προστασίας των οικογενειακών σχέσεων σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης.

Ειδικότερα το «σύμφωνο συμβίωσης» είναι η συμφωνία μεταξύ δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους. Καταρτίζεται αυτοπροσώπως ενώπιον συμβολαιογράφου, υπογράφοντας το σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενώ η ισχύς του ξεκινά με την δήλωσή του στο αρμόδιο ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας των συμβαλλόμενων μερών και καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου του οικείου Δήμου.

Για να μπορέσει κάποιο ζευγάρι να συνάψει «σύμφωνο συμβίωσης» πρέπει να πληροί τις εξής προϋποθέσεις: α) Να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, β) Να μην υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά με τρίτο πρόσωπο, γ) Να μην υπάρχει συγγένεια μεταξύ τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, δ) Να μην υπάρχει μεταξύ τους σχέση υιοθεσίας (θετός γονέας με θετό τέκνο). Στην αντίθετη περίπτωση, όπου τυχόν παραβιάζονται οι παραπάνω προϋποθέσεις, αυτό συνεπάγεται την ακυρότητα του συμφώνου. Επίσης, άκυρο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ένα εικονικό σύμφωνο συμβίωσης, όπως επί παραδείγματι η σύναψη συμφώνου συμβίωσης με αλλοδαπό/ή, με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση άδειας παραμονής του στην χώρα.

Με το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συμβαλλόμενων μερών, αλλά το κάθε μέρος μπορεί να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές του σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του, εφόσον και το άλλο συμβαλλόμενος μέρος συγκατατίθεται. Όσον, δε, αφορά το επώνυμο των τέκνων που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωσή τους, που περιέχεται στο σύμφωνο ή σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο πριν από τη γέννηση του πρώτου τέκνου. Το επώνυμο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υποχρεωτικά το επώνυμο του ενός από τους γονείς ή συνδυασμός των επωνύμων τους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν δεν υπάρξει σχετική δήλωση στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, τότε τα τέκνα θα έχουν σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων τους και μάλιστα προηγείται αρχικά το επώνυμο που προηγείται αλφαβητικά, και σε περίπτωση που το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο των τέκνων θα σχηματιστεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα.

Όσον αφορά στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο. Στις περιουσιακές σχέσεις δε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης. Τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή της. Ως προς την διατροφή δε μετά τη λύση του «συμφώνου συμβίωσης» εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη διατροφή μετά το διαζύγιο, εκτός αν τα μέρη παραιτηθούν από το σχετικό δικαίωμα κατά την υπογραφή του συμφώνου. Ενώ, όσον αφορά το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν το κληρονομικό δικαίωμα των συζύγων. Κατά την κατάρτιση του συμφώνου το κάθε μέρος μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα.

Στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ένα ακόμη πλεονέκτημα του συμφώνου συμβίωσης έγκειται στο ότι λύεται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που προτιμάται από τους συντρόφους, οι οποίοι δεν επιθυμούν να προβούν σε γάμο, η λύση του οποίου προβλέπεται μόνο δικαστικώς, εάν και τα δύο μέρη δεν συναινούν στην λύση του με (με συναινετικό διαζύγιο), ενώ η δικαστική διαδικασία της λύσης του γάμου είναι πολύ χρονοβόρα (διαζύγιο αντιδικία). Το σύμφωνο συμβίωσης λοιπόν λύεται ως εξής: α) είτε με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) είτε με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει προηγηθεί η επίδοση με δικαστικό επιμελητή εξώδικης πρόσκλησης για συναινετική λύση προς στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση αυτή και γ) είτε αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών. Η λύση του «συμφώνου συμβίωσης» έχει ισχύ από την δήλωσή της στο αρμόδιο ληξιαρχείο του τόπου όπου είχε καταχωρηθεί και η σύστασή του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το εν λόγω νομοθέτημα άργησε να ψηφιστεί στην χώρα μας, καθώς η συντηρητική Ελλάδα είναι από τις τελευταίες χώρες της Ευρώπης όπου τα ομόφυλα άτομα δεν διέθεταν κάποιο πλαίσιο επίσημης αναγνώρισης της σχέσης τους. Παρά ταύτα είναι θετική η εξέλιξη αυτή με την ψήφιση του νεότερου Νόμου, αν και πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσής του στο μέλλον.