Δικηγορικό Γραφείο
Βιντεοσκόπηση σε χώρους εργασίας

Αναμφίβολα, μία από τις πλέον καίριες μορφές παραβίασης των εργασιακών δικαιωμάτων είναι η καταγραφή των εργαζομένων στον εργασιακό τους χώρο μέσω εικονοληπτικών μηχανών (καμερών παρακολούθησης-κυκλωμάτων βιντεοσκόπησης ή/και ηχογράφησης), φαινόμενο το οποίο ήδη έχει αρχίσει να λαμβάνει επικίνδυνα μεγάλες διαστάσεις στην εποχή μας, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Τα συστήματα αυτά παρακολούθησης σχεδόν πάντα τοποθετούνται από τον εργοδότη με το πρόσχημα της «ασφάλειας» που θέλει να επιτύχει για τον εργασιακό του χώρο και των αντικειμένων που βρίσκονται εντός αυτού, αλλά πάρα πολύ συχνά στην πράξη χρησιμοποιούνται ως μέσο ελέγχου της εργατικότητας/αποδοτικότητας κάθε εργαζομένου. Πέραν αυτών εξάλλου, απλά και μόνο η ύπαρξη τέτοιων συστημάτων καταγραφής εικόνων ή/και ήχου (με κάμερες ή μικρόφωνα) στο εργασιακό περιβάλλον δημιουργεί επιπλέον άγχος στον εργαζόμενο, ο οποίος υπό το φόβο πιθανών επιπτώσεων, ωθεί τον εαυτό του σε μια κατάσταση συνεχούς εργασιακής υπερπροσφοράς, γεγονός που επίσης οδηγεί τους εργοδότες στη θέληση να συνεχίζουν ή ακόμα και να επιτείνουν τέτοιες καταστάσεις, με συνεχώς νέα κρούσματα καθημερινά στην κοινωνία.

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταστεί απόλυτα σαφές και με τον πλέον ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο ότι η καταγραφή εικόνας και ήχου εργαζομένων στους χώρους εργασίας τους δεν επιτρέπεται, δεν είναι θεμιτή με τους εθνικούς και διεθνείς κανόνες δικαίου και δεν δικαιολογείται για κανένα απολύτως λόγο παρά μόνο για πολύ συγκεκριμένες και ειδικές εξαιρέσεις και δεν θα πρέπει να γίνεται ανεκτή από κανένα εργαζόμενο καθώς συνιστά κατάφωρη παραβίαση όχι μόνο των εργασιακών του δικαιωμάτων αλλά της ίδιας της αξιοπρέπειάς του! Τέτοια φαινόμενα θα πρέπει να καταγγέλλονται άμεσα στις αρμόδιες Αρχές και ο κάθε εργαζόμενος θα πρέπει να είναι σε θέση είτε συλλογικά είτε ατομικά να διεκδικεί τα δικαιώματά του και να προφυλάσσει εργασιακά κεκτημένα χρόνων.

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Καταρχάς, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η προστασία της προσωπικότητας του ατόμου, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και το δικαίωμα στην εργασία προβλέπονται και προστατεύονται από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2, 4, 9Α, 22 και 25 αντίστοιχα) αλλά και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων των Ανθρώπων (ΕΣΔΑ, άρθρα 1, 8, 10 και 17) και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 1, 7, 8 και 15).

Πέραν αυτών, μετά τις 25/05/2018, οι διατάξεις του Κανονισμού 679/2016 (GDPR) εφαρμόζονται και στη χώρα μας, ακόμα και αν δεν έχουμε (ακόμη) εφαρμοστικό νόμο. Ο Κανονισμός αυτός προβλέπει μια σειρά από διατάξεις σχετικά με την προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Κυριότερα σημεία του νόμου αυτού είναι ότι:

  • Τα δεδομένα συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς, ενώ η έκταση της συλλογής και επεξεργασίας τους περιορίζεται στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο συλλέγονται (άρθρο 5). Δηλαδή, τα δεδομένα θα πρέπει να είναι μόνο τόσα όσα απαιτείται από το σκοπό για τον οποίο γίνεται η επεξεργασία (όπως πχ. η ασφάλεια του χώρου εν προκειμένω) και για κανένα λόγο περισσότερα
  • Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ενός φυσικού προσώπου πρέπει να γίνεται με τη συγκατάθεσή του (άρθρο 6). Η συγκατάθεση πρέπει να είναι ρητή, σαφής και φυσικά όχι προϊόν φόβου ή απειλής. Στον κανονισμό αναφέρονται και άλλες 5 περιπτώσεις, όπου η συνδρομή έστω ενός εξ αυτών είναι αρκετή και ως εκ τούτου δεν απαιτείται η συγκατάθεση, ωστόσο είναι περιπτώσεις όπου η επεξεργασία είναι (απολύτως) απαραίτητη για λόγους: α) εκτέλεσης σύμβασης στην οποία το υποκείμενο επεξεργασίας (εδώ εργαζόμενος) είναι συμβαλλόμενο μέρος, β) συμμόρφωσης με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας (εδώ εργοδότης), γ) διαφύλαξης ζωτικού συμφέροντος υπευθύνου επεξεργασίας (ενν. εργοδότη), δ) εκτέλεσης υποχρέωσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ε) όταν η επεξεργασία γίνεται για σκοπούς εννόμων συμφερόντων του υπευθύνου επεξεργασίας, τα οποία υπερισχύουν του συμφέροντος ή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων (εδώ εργαζομένων).
  • Όποιος επεξεργάζεται/συλλέγει προσωπικά δεδομένα (εν προκειμένω ο εργοδότης) είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει κάθε φορά το εκάστοτε φυσικό πρόσωπο σχετικά με το ποιά προσωπικά δεδομένα του επεξεργάζεται-συλλέγει, για ποιο σκοπό προβαίνει σε αυτή την επεξεργασία, ποιοι άλλοι έχουν πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα και για το δικαίωμα του φυσικού προσώπου να έχει και το ίδιο πρόσβαση επίσης στα προσωπικά του αυτά δεδομένα που είναι αντικείμενο επεξεργασίας και το αφορούν (άρθρο 12 και 13).
  • Κάθε άτομο έχει δικαίωμα να εναντιωθεί/προβάλει αντιρρήσεις στην καταγραφή/επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (δικαίωμα εναντίωσης) (άρθρο 21). Αυτό σημαίνει ότι το εκάστοτε άτομο/εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει να πάψει οποιαδήποτε καταγραφή, ηχογράφηση, βιντεοσκόπηση ή παρακολούθησή του στην οποία δεν συναινεί ή η οποία δεν είναι σύμφωνη με το νόμο. Ο εργοδότης θα πρέπει να σεβαστεί τις αντιρρήσεις αυτές και να σταματήσει την επεξεργασία ειδάλλως θα πρέπει να είναι σε θέση να καταδείξει επιτακτικούς και νόμιμους λόγους για την επεξεργασία οι οποίοι υπερισχύουν των συμφερόντων, των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων (ενν. του εργαζομένου).
  • Τέλος προβλέπονται αυστηρότατες διοικητικές (άρθρο 83 Κανονισμού) και ποινικές κυρώσεις για τους παραβάτες των συγκεκριμένων διατάξεων καθώς και αστική ευθύνη για αποζημίωση των ατόμων που ζημιώθηκαν από αυτή την παράνομη συμπεριφορά (άρθρα 22 και 23 του Ν.2472/1997, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής μιας και, όπως αναφέρθηκε, δεν υπάρχει ακόμη εφαρμοστικός νόμος σχετικά με τον GDPR που να προβλέπει νέες ποινικές και αστικές κυρώσεις- βλ. και αρθρ. 82 Κανονισμού)

Επίσης, ως εποπτική Αρχή για την προστασία των ατόμων από την παράνομη επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων έχει θεσπιστεί στην Ελλάδα εδώ και αρκετά χρόνια η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) με ευρύτατες αρμοδιότητες όπως την έκδοση οδηγιών-αποφάσεων για ειδικότερη ρύθμιση αυτών των ζητημάτων αλλά και την επιβολή προστίμων όπου κρίνεται ότι παραβιάζεται ο νόμος.

Ειδικά ως προς το θέμα της καταγραφής εικόνας ή/και ήχου σε χώρους εργασίας η Αρχή έχει εκδώσει τις οδηγίες 115/2001 και 1/2011 (βλέπε επίσης σχετικά εδώ). Από τη παράθεσή τους προκύπτει ότι:

  • Τα δεδομένα που συλλέγονται δεν επιτρέπεται να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού της επεξεργασίας (όπως π.χ. η ασφάλεια του χώρου) και να μη θίγονται τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που ευρίσκονται στο χώρο.
  • Το σύστημα βιντεοεπιτήρησης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων εντός των χώρων εργασίας. Αντίθετα, σε έναν τυπικό χώρο γραφείων επιχείρησης, η βιντεοεπιτήρηση πρέπει να περιορίζεται σε χώρους εισόδου και εξόδου, χωρίς να επιτηρούνται συγκεκριμένες αίθουσες γραφείων ή διάδρομοι (μάλιστα, ως ενδεικτικά παραδείγματα που θα δικαιολογούσαν εξαίρεση στον κανόνα αναφέρονται μόνο χώροι όπως στρατιωτικά εργοστάσια και εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου, ενώ ακόμη και σε χώρους με αντικείμενα μεγάλης αξίας όπως χρηματοκιβώτια, η κάμερα θα πρέπει να καταγράφει ΜΟΝΟ το προστατευόμενο αντικείμενο και ΟΧΙ τον εργαζόμενο).
  • Είναι απαραίτητη η τοποθέτηση προειδοποιητικών πινακίδων που θα ενημερώνουν ότι ο χώρος καταγράφεται.
  • Απαγορεύεται ρητώς οποιαδήποτε χρήση δεδομένων που έχουν συλλεγεί για τους παραπάνω σκοπούς ως κριτήριο για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και της αποδοτικότητας των εργαζομένων, καθώς ο διαρκής έλεγχος των χώρων εργασίας με μέσα παρακολούθησης προσβάλλει την αξιοπρέπεια και την ιδιωτικότητα των εργαζομένων.
  • Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πρέπει να ενημερώνονται και να διατυπώνουν γνώμη πριν από την εισαγωγή μεθόδων ελέγχου και παρακολούθησης των εργαζομένων καθώς και για τους λόγους για τους οποίους αυτή κρίνεται αναγκαία.

Περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον την ψήφιση του νέου Νόμου που πρόκειται να θεσπιστεί εντός των επόμενων μηνών σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα και ο οποίος, εν τοις πράγμασι, θα ενσωματώνει τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 679/2016 (GDPR), για να δούμε πώς θα ρυθμίζει η Ελλάδα τις διατάξεις για τις οποίες έχει, βάσει του Κανονισμού, διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή της διαμόρφωσης του περιεχομένου τους. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι σε σχέση με το αντίστοιχο νομικό πλαίσιο που υπήρχε για το συγκεκριμένο ζήτημα στον προϋπάρχοντα Νόμο (Ν.2472/1997) ο Κανονισμός όχι μόνο δεν αίρει κάποιο από τα υπάρχοντα δικαιώματα αλλά αντίθετα μεγιστοποιεί ακόμα περισσότερο την προστασία των πολιτών από τέτοιου είδους ενέργειες παράνομης επεξεργασίας των δεδομένων τους.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΤΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΩΣ ΤΩΡΑ - Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΕΙΣΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Με δεδομένο ότι το θέμα της καταγραφής εικόνας ή/και ήχου εργαζομένων στους χώρους εργασίας δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια (αν και ήδη αναμένεται η έκδοση σχετικών αποφάσεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας), για τα φαινόμενα που έχουν προκύψει ως τώρα σχετικά με το ζήτημα μπορεί να γίνει έρευνα αφενός στις αποφάσεις της Αρχής (ΑΠΔΠΧ) και στα αντίστοιχα πρόστιμα που αυτή έχει επιβάλλει ως τώρα, αφετέρου στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σχετικά με το εν λόγω θέμα.

(Πρέπει εδώ να γίνει μια σύντομη παράθεση για το εν λόγω Δικαστήριο και γιατί μας ενδιαφέρουν και μας επηρεάζουν οι αποφάσεις του. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ, εξετάζει προσφυγές σχετικές με τα Ανθρώπινα Δικαιώματα -όπως αυτά προβλέπονται και ορίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- και το κατά πόσο τα δικαιώματα αυτά τηρούνται και προστατεύονται από τα Κράτη-μέλη. Οι αποφάσεις του είναι μεν δεσμευτικές για τα εθνικά κράτη, όμως δεν υπάρχει μηχανισμός επιβολής τους. Η αρνητική ωστόσο δημοσιότητα που προκαλούν οι αποφάσεις του για κάθε Κράτος-μέλος κάθε φορά, καθώς και η βεβαιότητα ότι, αν δικαιώθηκε ένας προσφεύγων, θα δικαιωθούν και όλοι οι άλλοι που θα προσφύγουν στο μέλλον για το ίδιο θέμα, αρκούν συνήθως, ώστε το κράτος-μέλος να τροποποιήσει τη σχετική νομοθεσία ή την κρίση επί των ζητημάτων που άπτονται της ερμηνείας/εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής και να παύσει την προσβολή. Επίσης, το ΕΔΔΑ έχει τη δυνατότητα να επιδικάσει χρηματική αποζημίωση στον πολίτη που προσέφυγε κατά του συγκεκριμένου κράτους-μέλους και δικαιώθηκε. Εξυπακούεται φυσικά ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ θα πρέπει να γίνονται σεβαστές καθώς και να τυγχάνουν εφαρμογής από όλα τα κράτη-μέλη).

Ως προς τις αποφάσεις της Αρχής, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν κυρίως οι (πρόσφατες) αποφάσεις 20/2017 και 41/2018. Και στις δύο περιπτώσεις, η Αρχή, μετά από καταγγελία εργαζομένων επέβαλλε πρόστιμα αξίας 10.000€ και 50.000€ σε μια εταιρεία μελετών και μια δικηγορική εταιρεία αντίστοιχα.

Κοινό χαρακτηριστικό και στις δύο περιπτώσεις ήταν ότι αμφότερες οι εταιρείες είχαν

  1. εγκαταστήσει κάμερες εντός των χώρων που βρίσκονταν τα γραφεία των εργαζομένων και
  2. ότι χρησιμοποίησαν το υλικό αυτό για να καταγράφουν (μεταξύ άλλων) και το πόσο αποδοτικοί ήταν οι εργαζόμενοι.

Μάλιστα, και οι δύο εταιρείες προέβαλαν ως επιχείρημα ότι αναγκάστηκαν να τοποθετήσουν το σύστημα παρακολούθησης επειδή είχαν στους χώρους εργασίας τους αντικείμενα μεγάλης αξίας, χωρίς ωστόσο να αλλάξουν τη γνώμη της Αρχής, η οποία αντέτεινε ότι η ασφάλεια και η φύλαξή τους θα μπορούσε να επιτευχθεί κάλλιστα με λιγότερο επαχθή για τους εργαζόμενους μέτρα όπως με τοποθέτηση καμερών μόνο στην είσοδο/έξοδο του κτιρίου, χωρίς να είναι απαραίτητη η συνεχής παρακολούθηση των τελευταίων, η οποία και αποτελεί φυσικά ανεπίτρεπτη παραβίαση των δικαιωμάτων τους.

Αυτό που έχει όμως ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι οι πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΕΔΔΑ) γύρω από αυτό το θέμα και συγκεκριμένα οι αποφάσεις: Άντοβιτς και Μίρκοβιτς εναντίον Μαυροβουνίου (2017) και Λόπεζ Ριμπάλντα και λοιποί εναντίον Ισπανίας (2018) (Διαβάστε περισσότερα εδώ). Μέσα από το κείμενο των αποφάσεων αυτών, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκανε πλέον απόλυτα εμφανή και αδιαμφισβήτητο τον σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύουν τόσο τα κράτη-μέλη όσο και οι ιδιώτες/εργοδότες στην ιδιωτικότητα κάθε πολίτη/εργαζομένου, και δη στους χώρους εργασίας.

Συγκεκριμένα, στην πρώτη απόφαση, το ΕΔΔΑ δικαίωσε δύο καθηγητές Πανεπιστημίου (Άντοβιτς και Μίρκοβιτς), οι οποίοι προσέφυγαν σε αυτό επειδή οι αρχές του Πανεπιστημίου στο οποίο εργάζονταν, είχαν εγκαταστήσει κάμερες εντός των αμφιθεάτρων, με το σκεπτικό ότι τα αμφιθέατρα είναι δημόσιοι χώροι και ότι έπρεπε να εποπτεύεται η ασφάλειά τους. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως επεσήμανε ότι άσχετα με το αν τα αμφιθέατρα ήταν δημόσιοι χώροι ή όχι, η διαρκής παρακολούθηση εργαζομένων κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους συνιστά υπέρμετρη παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει επιτρεπτή.

Επίσης έντονο ενδιαφέρον έχει και η δεύτερη υπόθεση στην οποία κλήθηκε να απαντήσει το ΕΔΔΑ. Συγκεκριμένα, έγινε προσφυγή εργαζομένων οι οποίοι εργάζονταν ως ταμίες σε μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ της Ισπανίας και οι οποίοι υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης τους είχε εγκαταστήσει για λόγους ασφαλείας κάμερες για να εποπτεύει το ταμείο καθενός, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί αναπόφευκτα και τους ίδιους κατά τις ώρες εργασίας τους και μάλιστα χωρίς να τους έχει ενημερώσει πρώτα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επίσης απάντησε ότι και αυτό συνιστά υπέρμετρη προσβολή του δικαιώματός τους και ότι ακόμα κι αν ήθελε γίνει δεκτό το γεγονός ότι το ποσό στα ταμεία ήταν μεγάλης αξίας και χρειαζόταν συνεχή φύλαξη, ο εργοδότης όφειλε να βρει άλλα μέσα για να το επιτύχει και όχι φυσικά να βιντεοσκοπεί (έστω και παρεμπιπτόντως) τους εργαζόμενους. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη κρίση του ΕΔΔΑ δεν είναι ακόμη οριστική, καθώς εκκρεμεί η εκδίκασή της ενώπιον της Μείζονος Συνθέσεως του Δικαστηρίου (αντίστοιχα όπως στο εθνικό δικαστικό σύστημα τμήματα του Αρείου Πάγου παραπέμπουν υποθέσεις στην Ολομέλεια).

Τέλος, αξίζει επίσης να αναφερθούν και οι αποφάσεις Κόπλαντ εναντίον Μ.Βρετανίας (2007) και Μπαρμπουλέσκου εναντίον Ρουμανίας (2017) με τις οποίες το ΕΔΔΑ έκρινε ότι επίσης παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή (πέρα από την βιντεοσκόπηση) και η παρακολούθηση από τον εργοδότη των e-mail, των τηλεφωνικών κλήσεων ή των ιστοσελίδων στις οποίες μπαίνουν οι εργαζόμενοι κατά τις ώρες εργασίας τους, δικαιώνοντας τους τελευταίους που προσέφυγαν σε αυτό.

ΠΟΡΙΣΜΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Και ενώ λοιπόν από νομικής πλευράς είναι απόλυτα σαφές ότι η παρακολούθηση των εργαζομένων στους χώρους εργασίας τους αποτελεί (με ελάχιστες και πολύ ειδικές εξαιρέσεις) παράνομη πρακτική και μη θεμιτή με την έννομη τάξη, επισύροντας μάλιστα τόσο βαριές κυρώσεις, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα για ποιόν λόγο συνεχίζει να υφίσταται ως φαινόμενο τόσο έντονα και συχνά στην κοινωνία.

Η απάντηση είναι φυσικά αφενός λόγω της άγνοιας που οι περισσότεροι εργαζόμενοι/εργοδότες έχουν γύρω από το θέμα, αφετέρου λόγω του δικαιολογημένου φόβου που επίσης υπάρχει στους περισσότερους εργαζόμενους, εξ αιτίας του κινδύνου να απολυθούν εάν αποφασίσουν να καταγγείλουν αυτά τα φαινόμενα.

Ως προς το δεύτερο ειδικά, αξίζει να επισημανθεί ότι η απόλυση (ή και οποιαδήποτε άλλη επιβαρυντική εργασιακή εξέλιξη εις βάρος του εργαζόμενου) που γίνεται για ένα τέτοιο λόγο (επειδή δηλαδή ο εργαζόμενος αποφάσισε να ασκήσει τα δικαιώματά του όπως αυτά αναλύθηκαν ανωτέρω) είναι απολύτως παράνομη και άρα άκυρη (ως καταχρηστική) με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να μπορεί να διεκδικήσει όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος σε αυτή την περίπτωση. Πέραν αυτού φυσικά, πρέπει να τονιστεί ότι και η συγκατάθεση του εργαζόμενου στην καταγραφή του υπό τον ανωτέρω φόβο, δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη.

Τέλος, δεν μπορεί φυσικά να μην σχολιαστεί και το γεγονός ότι αρκετοί εργοδότες τοποθετούν κάμερες, οι οποίες ωστόσο δεν καταγράφουν, αλλά απλώς έχουν τεθεί για να εκφοβίζουν τους εργαζόμενους, οι οποίοι και αγνοούν το κατά πόσο είναι λειτουργικές ή όχι. Και σε αυτή την περίπτωση, η πρακτική αυτή των εργοδοτών είναι απολύτως παράνομη και θα πρέπει να καταγγέλλεται από τους εργαζόμενους όπως ακριβώς και η κανονική βιντεοσκόπηση.

Είναι φυσικά σαφές ότι από όλους τους φορείς θα πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου αφενός να γίνει ξεκάθαρο ότι αντίστοιχα φαινόμενα παρακολούθησης σε χώρους εργασίας δεν θα πρέπει να γίνονται ανεκτά από κανέναν και αφετέρου για να αυξηθούν οι σχετικοί έλεγχοι των εποπτικών αρχών πάνω σε εταιρίες και εργοδότες που παραβιάζουν τη νομοθεσία με ταυτόχρονη φυσικά μείωση οποιασδήποτε γραφειοκρατίας/βραδυπορίας του κρατικού μηχανισμού γύρω από την αντιμετώπισή τους.

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΕΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΕΙΚΟΝΑΣ Η’/ΚΑΙ ΗΧΟΥ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΑΣ

Ως προς τα διοικητικά πρόστιμα της Αρχής Π.Δ.Π.Χ.

Η προϋπόθεση που έχει θέσει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα προκειμένου να επιληφθεί ενός τέτοιου περιστατικού είναι να γίνει αρχικά μια επώνυμη καταγγελία στην ίδια την Αρχή προκειμένου να λάβει η τελευταία γνώση.

Για να ξεκινήσει η έρευνα, η Αρχή απαιτεί να έχει πρώτα κοινοποιηθεί εγγράφως στον εκάστοτε εργοδότη ένα κείμενο μέσα το οποίο θα πρέπει να εκτίθενται όλοι οι προβληματισμοί του εργαζόμενου σχετικά με την παρακολούθησή του εν ώρα εργασίας (ενδεικτικά θα μπορεί να ερωτάται: για ποιο λόγο κρίνεται απαραίτητη η παρακολούθηση, γιατί δεν προτιμούνται άλλα (ηπιότερα) μέσα, γιατί η καταγραφή δεν περιορίζεται στην είσοδο/έξοδο του κτηρίου, ποιοι ακριβώς χώροι βιντεοσκοπούνται, ποιες/πόσες ώρες γίνεται η καταγραφή, ποιος διαχειρίζεται τα δεδομένα που προκύπτουν από την παρακολούθηση, ποιος άλλος έχει πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, για πόσο διατηρούνται αυτά τα δεδομένα, γιατί δεν ενημερώθηκαν οι εργαζόμενοι, δείγμα από την καταγραφή που έχει ήδη γίνει κτλ, καθώς και να δηλώνονται οι αιτιολογημένες αντιρρήσεις των εργαζομένων). Δεν προσδιορίζεται ωστόσο η ακριβής μορφή του κειμένου, οπότε θα πρέπει να θεωρηθεί δόκιμη και η αποστολή του με email, ταχυδρομικώς, με SMS, ή και απλώς η παράδοση χειρογράφου. Καλό είναι όμως να κρατάτε πάντα αποδεικτικά/αντίγραφα σε περίπτωση που χρειαστούν.

Εφόσον ο εργοδότης δεν απαντήσει εντός 30 ημερών ή η απάντησή του δεν κρίνεται ικανοποιητική από τον εργαζόμενο, μπορεί εν συνεχεία να γίνει καταγγελία στην Αρχή. Φόρμες καταγγελίας μπορείτε να βρείτε έτοιμες στην ιστοσελίδα της Αρχής τις οποίες μπορείτε να καταθέσετε εν συνεχεία με όλους τους τρόπους, ταχυδρομικώς, ηλεκτρονικά ή αυτοπροσώπως στα γραφεία της Αρχής (Λ. Κηφισίας 1-3, 1ος όροφος).

Τέλος, εφόσον η Αρχή επιληφθεί της υποθέσεως και διαπιστώσει ότι υπάρχει παραβίαση της Νομοθεσίας, έχει την δυνατότητα να επιβάλλει πρόστιμο στον εργοδότη, με το ύψος αυτού να ποικίλει ανάλογα με το βαθμό της βαρύτητας της παράβασης, το δόλο ή την αμέλειά του, προηγούμενες παραβάσεις του, την πρόθεσή του να επανορθώσει κ.α.

Επίσης, επειδή οι καταγγελίες είναι πάντα επώνυμες, η ίδια η Αρχή στην επίσημη ιστοσελίδα ενημερώνει ότι υπάρχει η επιλογή, πέρα από τον ίδιο τον εργαζόμενο, η καταγγελία να γίνεται και από κάποιο συλλογικό όργανο (πχ εργατικά σωματεία, εθελοντικές οργανώσεις, μη-κερδοσκοπικές οργανώσεις κτλ) στο οποίο και θα αναθέσετε αυτή την ενέργεια.

(Σημειώνεται ωστόσο ότι κατά την προσωπική και επιστημονική γνώμη του γράφοντος, ειδικά για την παρακολούθηση σε χώρους εργασίας, αφενός και δεν θα πρέπει να θεωρείται απαραίτητη η προηγούμενη ενημέρωση/αίτηση στον εργοδότη, καθώς τοποθετεί τον εργαζόμενο σε μια αρκετά δυσχερή θέση, αφετέρου ότι όπως η Επιθεώρηση Εργασίας, το ΣΔΟΕ και τα κλιμάκια του ΙΚΑ διενεργούν (περισσότερους) απροειδοποίητους τυχαίους ελέγχους σε χώρους εργασίας, την ίδια –αποτελεσματική- τακτική θα πρέπει να αρχίσει να ακολουθεί και η Αρχή Π.Δ.Π.Χ., εάν θέλουμε να εκλείψουν οριστικά τέτοια φαινόμενα.

Εξάλλου, όπως απαγορεύεται ρητά η ανασφάλιστη εργασία, ακόμα κι αν συναινεί σε αυτήν ο ίδιος ο εργαζόμενος, αντίστοιχα θα πρέπει να θεωρείται μη νόμιμη και η καταγραφή του εν ώρα εργασίας, ακόμη κι αν έχει συναινέσει σε αυτό, μιας και με αυτό τον τρόπο, αφενός προσβάλλεται ο ίδιος ο πυρήνας του δικαιώματος στην εργασία εν γένει και επομένως όχι μόνο το ιδιωτικό συμφέρον του συγκεκριμένου εργαζομένου που παρακολουθείται, καθώς τοποθετεί τον εργαζόμενο που θα εγείρει αντιρρήσεις στην παρακολούθηση σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση από τους υπόλοιπους που σιωπούν, αφετέρου, δεν θα μπορεί σχεδόν ποτέ να διακριβωθεί με σιγουριά εάν η συναίνεση είναι πραγματική ή προϊόν απειλής ή ψυχολογικής πίεσης).

Αστική αποζημίωση

Σημειώνεται ότι τα πρόστιμα που μπορεί να επιβάλει η ΑΠΔΠΧ είναι διοικητικά κι ως εκ τούτου έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τον εργοδότη και το Κράτος. Συνεπώς, εάν κάποιο φυσικό πρόσωπο/εργαζόμενος επιθυμεί να αποζημιωθεί θα πρέπει να καταφύγει στα Πολιτικά Δικαστήρια με αγωγή, με τη συνδρομή ωστόσο κάποιου συνηγόρου.

Επίσης, αξίζει να επισημανθεί ότι η αστική αποζημίωση σε αυτή την περίπτωση είναι ανεξάρτητη/αδιάφορη με το αν έχει ο εργαζόμενος απευθυνθεί στην ΑΠΔΠΧ ή όχι και μάλιστα ο Νόμος προστατεύει κάθε άτομο που υπέστη περιουσιακή ή ηθική βλάβη από παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του (όπως εν προκειμένω τον εργαζόμενο), με ελάχιστο ποσό ως αποζημίωση τα 5.869,40€ (αρ.23 Ν.2472/1997 - βλ. 4196/11 ΠΠΑθ, 3428/16 ΜΠΑθ, 415/16 ΕιρΑθ). Ωστόσο, αναμφίβολα, μια πιθανή βεβαίωση της παράβασης και από την ΑΠΔΠΧ θα ενίσχυε έτι περαιτέρω τους ισχυρισμούς οποιουδήποτε εργαζομένου στην δίκη αποζημίωσης.

Ποινική Ευθύνη

Σε αρκετές περιπτώσεις ενδέχεται η παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη να καταγράφει τους χώρους εργασίας να αποτελεί, πέραν των άλλων, και ποινικό αδίκημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εκάστοτε ζημιωθείς/εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να υποβάλλει έγκληση στον αρμόδιο Εισαγγελέα με σκοπό την ποινική καταδίκη του υπευθύνου και φυσικά να λάβει και ο ίδιος ο εργαζόμενος κανονικά μέρος στη δίκη ως πολιτικώς ενάγων.

Πάντα ωστόσο σε αυτές τις περιπτώσεις, λόγω και των σοβαρότατων συνεπειών που επιφέρουν, κρίνεται καλύτερο πριν ο ζημιωθείς προβεί στην έγκληση, να αναζητεί τη βοήθεια/συνδρομή κάποιου εξειδικευμένου νομικού.

Μιχάλης Δρακουλάκης

(Το παρόν άρθρο έχει δημοσιευτεί επίσης και στην επίσημη ιστοσελίδα της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Homo Digitalis»

Για εκτενέστερη ενημέρωση και νομική καθοδήγηση πάνω στο θέμα καθώς και για τη νομική σας εκπροσώπηση μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.