Δικηγορικό Γραφείο
Ηλεκτρονικό στοίχημα και νομιμότητα των όρων χρήσης

Γενικό πλαίσιο

Αναμφισβήτητα, μία από τις πλέον ανερχόμενες «βιομηχανίες» της σύγχρονης εποχής αποτελεί ο ηλεκτρονικός τζόγος, ο οποίος ήδη επιδεικνύει δυσθεώρητα κέρδη παγκοσμίως. Αξίζει να αναφερθεί ότι μόνο μέσα στο 2018, τα συνολικά κέρδη των στοιχηματικών εταιρειών από τον ηλεκτρονικό τζόγο ξεπέρασαν τα 51 δις. δολάρια παγκοσμίως, ενώ στη χώρα μας μόνο, τα αντίστοιχα κέρδη για το 2017 ξεπέρασαν τα 280εκ. ευρώ! Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και το συνολικό ποσό που επέλεξαν οι Έλληνες να στοιχηματίσουν σε πλατφόρμες ηλεκτρονικού τζόγου, το οποίο κατά το ίδιο έτος ξεπέρασε τα 5,28 δις. ευρώ (βλ. επίσημη έκθεση ΕΕΕΠ «Στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής αγοράς Τυχερών Παιγνίων έτους 2017»), ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο, ο αντίστοιχος αριθμός χρημάτων που στοιχηματίζονται πλέον κάθε χρόνο μέσω διαδικτύου ξεπερνά συνολικά κατά πολύ τα 120 δις. ευρώ!

Τα επιχειρηματικά σχήματα που διαχειρίζονται την εν λόγω αγορά και παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες προς τους χρήστες, ήτοι οι εταιρείες ηλεκτρονικού στοιχήματος, είναι και αυτές που εν πολλοίς καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τους όρους με τους οποίους η τελευταία θα λειτουργεί.

Ως προς το νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με τον ηλεκτρονικό τζόγο, πρέπει να επισημανθεί ότι, ειδικά στην Ελλάδα, είναι τόσο ασαφές και ρευστό, που οποιαδήποτε απόπειρα γενικής-σφαιρικής νομικής αξιολόγησης ή οριοθέτησής του θα απέβαινε άκαρπη, καθώς αφενός σε μεγάλο βαθμό δεν υφίστανται καν εξειδικευμένες διατάξεις σχετικά με πάρα πολλά ζητήματα λειτουργίας του, αφετέρου ακόμα και οι ήδη θεσμοθετημένες διατάξεις, είναι αρκετά αμφίβολο το κατά πόσο εφαρμόζονται στην πράξη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχει παγιωθεί μια κατάσταση βλαπτική για τα συμφέροντα των ατόμων-καταναλωτών που επιλέγουν να κάνουν χρήση των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς, όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχει στην ουσία ασφάλεια δικαίου. Αυτό εξάλλου εξηγεί και την ανυπαρξία δικαστικών αποφάσεων στην ελληνική νομολογία (όπως επίσης και νομικής αρθρογραφίας) επί του συγκεκριμένου θέματος, παρά τον αντιστρόφως ανάλογο αριθμό δαπανούμενων χρημάτων ή πολιτών που ασχολούνται με τον εν λόγω τομέα ανά την ελληνική επικράτεια.

Ως εκ τούτου, οι τελευταίοι, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου υφίσταται παραβίαση των δικαιωμάτων τους, είτε αγνοούν πλήρως τα δικαιώματα αυτά, είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων, ακόμα κι αν είναι σε θέση να διαπιστώσουν ότι έχουν αδικηθεί, να δυσχεραίνονται υπέρμετρα να διεκδικήσουν δικαστικά την ικανοποίησή τους, λόγω των (πολλές φορές καταχρηστικών) όρων και προϋποθέσεων που έχουν επιβάλλει εκ των προτέρων οι εταιρείες αυτές.

Για αυτό το λόγο, με το παρόν άρθρο επιχειρείται να δοθεί απάντηση σε επιμέρους νομικά ζητήματα που συχνά ανακύπτουν για πληθώρα χρηστών, οι οποίοι ως καταναλωτές, κάνουν χρήση αυτών των υπηρεσιών. Θα πρέπει ωστόσο να γίνει πρώτα μια γενική αναφορά στις βασικές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί προκειμένου οι τελευταίοι να μπορούν νόμιμα να στοιχηματίσουν στις ιστοσελίδες των στοιχηματικών εταιρειών (ξεκαθαρίζεται λοιπόν ότι καταρχάς υφίσταται σύμβαση μεταξύ των χρηστών και της εκάστοτε εταιρείας). Ειδικότερα, για την κατάρτισή της απαιτείται από τους χρήστες:

  • να είναι άνω των 21 ετών
  • να δημιουργήσουν κατά την εγγραφή τους στην εκάστοτε ιστοσελίδα μέσα από την οποία θα στοιχηματίζουν και την οποία διαχειρίζεται η αντισυμβαλλόμενη στοιχηματική εταιρεία, ένα ηλεκτρονικό προφίλ (μοναδικό για κάθε παίχτη), το οποίο και θα χρησιμοποιείται για να εξατομικεύει τις παρεχόμενες υπηρεσίες
  • να υποδείξουν έγκυρο (δικό τους) τραπεζικό λογαριασμό όπου και θα καταβάλλονται τα κέρδη εάν και εφόσον υπάρξουν και ζητηθούν από τους τελευταίους
  • να συμφωνήσουν και να αποδεχτούν (προφανώς) όλους του προδιατυπωμένους όρους της σύμβασης (ΓΟΣ) που έχει θέσει η εκάστοτε εταιρεία (δίχως φυσικά να υπάρχει η επιλογή τροποποίησης ή διαπραγμάτευσης κάποιων εξ αυτών)

Με βάσει λοιπόν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, ακολουθεί και η ανάλυση των ειδικότερων θεμάτων-προβληματισμών που χρήζουν απαντήσεως.

(Διευκρινίζεται ότι η παράθεση των επιμέρους νομικών ζητημάτων που αναλύονται στο παρόν άρθρο αφορά τις στοιχηματικές εταιρείες και τις ιστοσελίδες τους οι οποίες δραστηριοποιούνται νόμιμα στη χώρα μας και σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και οι οποίες έχουν ελεγχθεί και εγκριθεί από την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) και λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της ΠΟΛ.1248/13.12.2011 –οι ιστοσελίδες αυτές έχουν υπαχθεί σε μεταβατικό καθεστώς βάσει της παρ. 12 του αρθρ. 50 του Ν.4002/2011- και σε καμία περίπτωση δεν αναλύονται στο παρόν άρθρο ζητήματα σχετικά με παράνομο στοιχηματισμό μέσω μη αδειοδοτημένων εταιρειών και ιστοσελίδων)

1) Το ζήτημα της δωσιδικίας ή όχι των Ελληνικών Δικαστηρίων

Ίσως ο βασικότερος λόγος για τον οποίο οι χρήστες που στοιχηματίζουν ηλεκτρονικά στις εν λόγω ιστοσελίδες αποθαρρύνονται να καταφύγουν στη Δικαιοσύνη, ακόμα κι αν πιστεύουν ότι έχουν αδικηθεί, είναι η (προδιατυπωμένη) ρήτρα που θέτουν οι εταιρείες αυτές σχετικά με τα Δικαστήρια που θα είναι αποκλειστικά αρμόδια για να κρίνουν τις τυχόν διαφορές που θα ανακύψουν από τη συγκεκριμένη σύμβαση (ενν. μεταξύ των χρηστών και της εταιρείας).

Σχεδόν πάντα, οι ΓΟΣ που εμπεριέχονται στη σύμβαση αυτή, ορίζουν ως αρμόδια Δικαστήρια τα δικαστήρια ξένων χωρών, συνήθως είτε της Αγγλίας είτε της Μάλτας, χώρες αμφότερες στις οποίες οι πλειονότητα των στοιχηματικών εταιρειών ανά την Ευρώπη έχουν την καταστατική ή πραγματική τους έδρα (κυρίως για λόγους φορολογικούς).

Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι μια τέτοια ρύθμιση καθιστά όχι απλά δύσκολη αλλά σχεδόν ανέφικτη την αναζήτηση δικαστικής προστασίας από τους χρήστες, καθώς μονάχα το οικονομικό βάρος της μετακίνησης και διαμονής στην εκάστοτε χώρα, (τα Δικαστήρια της οποίας ορίστηκαν ως αποκλειστικά αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς) είναι τέτοιο, ώστε να υπερκερνά το οικονομικό μέγεθος της ίδιας της διαφοράς, χωρίς καν να υπολογίζεται σε αυτά το κόστος για μεταφράσεις, αμοιβές δικηγόρων, παραβόλων κτλ.

Ως εκ τούτου, τίθεται το ερώτημα εάν είναι έγκυρος και νόμιμος ένας τέτοιος όρος και μάλιστα, όταν ο τελευταίος δεν έχει επέλθει καν ως αποτέλεσμα ατομικής διαπραγμάτευσης αλλά αντίθετα έχει τεθεί ως προδιατυπωμένος όρος της σύμβασης.

Απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα δίνει ο Νόμος 2251/1994 σχετικά με την Προστασία των Καταναλωτών (ο οποίος τροποποιήθηκε πρόσφατα με τον Ν.4512/2018, εντάσσοντας στο πεδίο εφαρμογής του φυσικά και τις ηλεκτρονικές συμβάσεις). Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο συγκεκριμένος νόμος βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση επειδή πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο ίδιος ο νόμος αυτός για να εντάξει μια έννομη σχέση, όπως η ανωτέρω σύμβαση μεταξύ χρήστη και στοιχηματικής εταιρείας, στο πεδίο εφαρμογής του.

Συγκεκριμένα, βάσει των ορισμών που δίνονται στο άρθρ. 1α, ως «καταναλωτής» (νοείται) κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα (παρ.1), ενώ ως «προμηθευτής» (νοείται) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου που ενεργεί στο όνομά του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του (παρ.2). Τέλος, ως «σύμβαση παροχής υπηρεσιών» (νοείται) κάθε σύμβαση, εκτός από τη σύμβαση πώλησης, δυνάμει της οποίας ο προμηθευτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει υπηρεσία στον καταναλωτή, ο δε καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα (παρ.8).

Αμφότερα τα κριτήρια που θέτει το ανωτέρω άρθρο πληρούνται απόλυτα στην περίπτωση της αναλυόμενης συμβάσεως ηλεκτρονικού στοιχήματος, με τις στοιχηματικές εταιρείες να είναι, ως εκ τούτου, οι «προμηθευτές» και αντίστοιχα οι χρήστες-παίχτες που κάνουν χρήση των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών, να είναι οι «καταναλωτές». Με αυτή λοιπόν τη νομική βάση, μπορούμε να προχωρήσουμε και στην απάντηση του επιμέρους ερωτήματος που τέθηκε ανωτέρω.

Ειδικότερα, βάσει της παραγρ. 6 του αρθρ. 2 του Ν.2251/1994 προβλέπεται ότι «Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται», ενώ επίσης βάσει της παραγρ. 7 και υποπερίπτωσης λα) του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Σε κάθε περίπτωση, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που…. αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας». (επισημαίνεται ότι ως νόμιμος φυσικός δικαστής εννοείται το μονοπρόσωπο ή συλλογικό όργανο που εκ του νόμου θα ήταν αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση σε περίπτωση που εξέλειπε η ως άνω ρήτρα της σύμβασης, δηλαδή, εν προκειμένω, τα Ελληνικά Δικαστήρια). (βλ. σχετικά και «Ο φυσικός ή Νόμιμος Δικαστής», Β.Κονδύλης, εκδ.Αντ.Σάκκουλα, 2007).

Επίσης μεγάλη σημασία έχει και το άρθρο 3 της ευρωπαϊκής οδηγίας 93/13/ΕΟΚ «Σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές» κατά το οποίο «1.Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.

2.Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως».

Βάσει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές και ξεκάθαρο ότι οποιαδήποτε ρήτρα-όρος ο οποίος έχει τεθεί σε σύμβαση μεταξύ προμηθευτή (εφόσον παρέχει υπηρεσίες εντός της ελληνικής επικράτειας, έστω και ηλεκτρονικά, ασχέτως του τόπου-χώρας όπου έχει την έδρα του) και καταναλωτή και ο οποίος στερεί από τον τελευταίο το δικαίωμα να εισάγει την διαφορά που πηγάζει από τη μεταξύ τους σύμβαση σε ελληνικό δικαστήριο είναι απολύτως καταχρηστική κι ως εκ τούτου άκυρη, ως αντικείμενη σε ρητή διάταξη νόμου!

Σημειώνεται επίσης ότι οι διατάξεις της ανωτέρω νομικής ρύθμισης είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (ius cogens) κι ως εκ τούτου τα συμβαλλόμενα μέρη δεν δύνανται, ακόμη κι αν το επιθυμούν, να αποκλείσουν την εφαρμογή του-αποκλίνουν από αυτόν με (αντίθετη) μεταξύ τους συμφωνία.

Συμπέρασμα

Συνεπώς, οποιαδήποτε αντίστοιχη ρήτρα με την οποία στοιχηματική εταιρεία επιβάλλει στους χρήστες-καταναλωτές να προσφύγουν, σε περίπτωση διαφοράς από τη μεταξύ τους σύμβαση, σε δικαστήρια άλλου κράτους είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψιν! Ο εκάστοτε χρήστης έχει κάθε δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης και στα εν αυτής Δικαστήρια για να δικαιωθεί!

2) Το ζήτημα του εφαρμοστέου Δικαίου

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η δυνατότητα ενός καταναλωτή να υπαγάγει μια διαφορά από καταναλωτική σύμβαση στα εθνικά του δικαστήρια είναι ανεξάρτητη από το δίκαιο που θα κληθεί να εφαρμόσει ο δικάζων δικαστής κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ακόμα κι αν μια υπόθεση που αρχικά βάσει της σύμβασης θα υπαγόταν στα δικαστήρια της χώρας όπου έχει την έδρα της η εκάστοτε στοιχηματική εταιρεία (πχ στη Μάλτα), υπαχθεί, βάσει του ανωτέρω νόμου (Ν.2251/1994), στα ελληνικά δικαστήρια, αυτό δεν προϋποθέτει αυτόματα ότι το δίκαιο που θα εφαρμόσει ο δικαστής επί της διαφοράς θα είναι απαραίτητα το ελληνικό.

Ο λόγος είναι ότι επίσης τις περισσότερες φορές, οι προδιαμορφωμένες συμβάσεις που θέτουν οι εταιρείες αυτές στους χρήστες προς αποδοχή, εμπεριέχουν μεταξύ άλλων, και όρο περί του εφαρμοστέου δικαίου με βάσει τον οποίο θα λυθεί από την Δικαιοσύνη η ανακύπτουσα διαφορά και ο οποίος, καταρχήν, επιτρέπεται στην έννομη τάξη μας (αρθρ.3 παρ.1 Ρώμη Ι: «Η Σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή τους τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασης»). (lex causae).

Δηλαδή, στο τελευταίο παράδειγμα, παρότι η εκδίκαση της υπόθεσης θα γίνει στα ελληνικά δικαστήρια, δεν αποκλείεται ο Έλληνας δικαστής να δεσμεύεται να λύσει τη διαφορά με βάσει το Δίκαιο της Μάλτας κι όχι της Ελλάδας!

Όπως είναι αντιληπτό, μια τέτοια ρύθμιση τοποθετεί τον εκάστοτε καταναλωτή επίσης σε θέση μειονεκτικότερη σε σχέση με τον αντισυμβαλλόμενό του προμηθευτή-εταιρεία, καθώς καθιστά, ως είναι φυσικό, πολύ πιο δυσχερή την υπεράσπιση του πρώτου, ενώ επίσης, σχεδόν πάντα, το δίκαιο της χώρας που προβλέπεται στη σύμβαση, ενέχει διατάξεις και ρυθμίσεις πολύ πιο ευνοϊκές για τις συγκεκριμένες εταιρείες κι ως εκ τούτου δυσμενέστερες για τον χρήστη.

Και σε αυτή την περίπτωση λοιπόν, γεννάται το ερώτημα εάν και κατά πόσο ένας τέτοιος όρος είναι καταχρηστικός ή όχι και πώς μπορεί να προστατευτεί ο καταναλωτής.

Καταρχάς, μια πρώτη αναφορά για το ζήτημα κάνει ο ίδιος ο Κανονισμός Ρώμη Ι στην παρ.3 του αρθρ.3 «Όταν, κατά το χρόνο της επιλογής, όλα τα άλλα σχετικά με την περίπτωση δεδομένα εντοπίζονται σε χώρα διαφορετική από εκείνη της οποίας το δίκαιο επελέγη, η επιλογή των μερών δεν θίγει την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου αυτής της άλλης χώρας από τις οποίες δεν επιτρέπεται παρέκκλιση με συμφωνία». Το κατά πόσο όμως το σύνολο των δεδομένων της εκάστοτε περίπτωσης ηλεκτρονικής συμβάσεως καταναλωτή που διαμένει στην Ελλάδα με στοιχηματική εταιρεία που εδρεύει στο εξωτερικό, εντοπίζεται μόνο στην Ελλάδα, αποτελεί θέμα ερμηνείας της εκάστοτε σύμβασης από το Δικαστήριο και από μόνο του δεν είναι αρκετά σαφές ως κριτήριο για να δώσει ξεκάθαρη απάντηση στον ανωτέρω προβληματισμό.

Πέρα όμως από αυτό, το προαναφερθέν ερώτημα απασχόλησε πρόσφατα και την Αυστριακή έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) υπέβαλε το 2015 προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), όταν το πρώτο κλήθηκε να δικάσει υπόθεση κατά την οποία σε καταρτισθείσα ηλεκτρονική σύμβαση πώλησης μεταξύ Αυστριακής υπηκόου (καταναλωτή) και εταιρείας εδρεύουσας στο Λουξεμούργο (πωλητή), προβλεπόταν στους (προδιατυπωμένους) ΓΟΣ της εν λόγω σύμβασης ο όρος ότι «Εφαρμοστέο (σε περίπτωση διαφοράς) είναι το δίκαιο του Λουξεμβούργου).

Το ερώτημα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστρίας προς το ΔΕΕ ήταν εάν είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθ. 3 § 1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές» (βλ. ανωτέρω το αρθρ. της Οδηγίας), μια ρήτρα περιεχόμενη στους ΓΟΣ, η οποία ορίζει ότι επί συμβάσεως συναφθείσας στο πλαίσιο του ηλεκτρονικού εμπορίου μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους της έδρας του επαγγελματία.

Το ΔΕΕ (απόφαση 28.7.2016 -υπόθεση C-191/2015) απάντησε ότι, εφόσον στις εν λόγω συμβάσεις, υφίσταται ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ρυθμίζει ζητήματα τα οποία καθορίζονται από νομοθετικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, χωρίς ωστόσο ο επαγγελματίας να έχει πληροφορήσει τον καταναλωτή σχετικά με τις διατάξεις αυτές, αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλης ανισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κι ως εκ τούτου η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική. Επικαλούμενο μάλιστα το άρθ. 6 § 2 του Κανονισμού «Ρώμη Ι», το ΔΕΕ απεφάνθη ότι η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον καταναλωτή από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση με συμφωνία (ενν. αναγκαστικού δικαίου) δυνάμει του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο ελλείψει επιλογής (ήτοι του εθνικού δικαίου του καταναλωτή). Συνεπώς, στην περίπτωση σύμβασης με καταναλωτή που κατοικεί στην Αυστρία, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του αυστριακού δικαίου από τις οποίες, κατά το δίκαιο αυτό, δεν χωρεί παρέκκλιση από τη συμφωνία.

Ως εκ τούτου, συνοψίζοντας το ΔΕΕ, κατέληξε στο πόρισμα ότι ρήτρα που περιλαμβάνει ο προμηθευτής στις ηλεκτρονικές συμβάσεις του, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ορίζει ότι εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης είναι αυτό του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του, είναι καταχρηστική στο βαθμό που δημιουργεί στους καταναλωτές την εσφαλμένη εντύπωση ότι στη σύμβαση έχει εφαρμογή μόνο το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, χωρίς να τους πληροφορεί για το γεγονός ότι, με βάση το άρθ. 6 § 2 του Κανονισμού «Ρώμη Ι», ο καταναλωτής έχει επίσης το δικαίωμα να επικαλεστεί την προστασία που του παρέχουν οι αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεις του δικαίου που θα είχε εφαρμογή ελλείψει της σχετικής ρήτρας, δηλαδή του εθνικού του δικαίου.

Υπενθυμίζεται ότι και η χώρα μας διαθέτει, όπως προαναφέρθηκε, αντίστοιχες διατάξεις από τις οποίες δεν χωρά παρέκκλιση (Ν.2251/1994 -σχετικά με την προστασία του καταναλωτή) κι ως εκ τούτου υπερισχύουν οποιασδήποτε αντίθετης ρήτρας στη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών, ιδίως όταν η τελευταία έχει τεθεί εκ των προτέρων, δίχως δυνατότητα του καταναλωτή να διαπραγματευτεί επ’αυτής ή να λάβει γνώση για την προστασία που του παρέχει ο Νόμος στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Συμπέρασμα

Ως εκ τούτου και βάσει της παράθεσης που προηγήθηκε, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι σε ηλεκτρονική σύμβαση μεταξύ χρήστη-καταναλωτή και στοιχηματικής εταιρείας, εφόσον υφίσταται (προδιατυπωμένος) όρος με βάσει τον οποίο η εν λόγω σύμβαση θα διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου η εταιρεία αυτή έχει την έδρα της, ο όρος αυτός είναι καθ’όλα καταχρηστικός και άκυρος κι ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται! Συνεπώς, εφαρμοστέο δίκαιο για οποιαδήποτε διαφορά επί της συμβάσεως θα είναι (για χρήστες όπου διαμένουν στην Ελλάδα) αποκλειστικά και μόνο το ελληνικό δίκαιο (lex fori).

3) Το ζήτημα της μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης

Εφόσον λοιπόν έχει γίνει ξεκάθαρο για τις εν λόγω ηλεκτρονικές συμβάσεις ότι, για οποιαδήποτε επ’αυτών διαφορά, αρμόδια θα είναι τα Ελληνικά Δικαστήρια και ότι η διαφορά θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, μπορούμε να προχωρήσουμε και στην περαιτέρω ανάλυση και άλλων ζητημάτων σχετικά με τις συμβάσεις αυτές.

Ειδικότερα, αρκετά συχνά, στους ήδη προδιατυπωμένους ΓΟΣ που καλείται ο χρήστης-καταναλωτής να αποδεχτεί (και για τους οποίους όπως αναφέρθηκε δεν έχει δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης), προβλέπονται ως όροι η δυνατότητα της εταιρείας αφενός να τροποποιήσει μονομερώς και οποτεδήποτε τους όρους της σύμβασης, αφετέρου να λύσει τη σύμβαση, επίσης μονομερώς, χωρίς να συντρέχει καν κάποιος ειδικός λόγος και χωρίς να χρειάζεται να παράσχει η τελευταία κάποια αιτιολογία ή εξήγηση στον χρήστη.

Ειδικά ο δεύτερος αυτός όρος έχει ως συνέπεια στην πράξη, αρκετές στοιχηματικές εταιρείες πολύ συχνά να επιλέγουν εντελώς απροειδοποίητα και χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση του καταναλωτή, να λύσουν τη σύμβαση (στους ΓΟΣ αναφέρεται συνήθως ως «κλείσιμο λογαριασμού»), χωρίς να έχει προηγηθεί ωστόσο κάποια αντισυμβατική συμπεριφορά ή παρατυπία από τον πρώτο.

Το ανησυχητικό μάλιστα είναι ότι τα φαινόμενα αυτά δείχνουν να εντείνονται κυρίως όταν ο συγκεκριμένος παίχτης εμφανίζεται τη συγκεκριμένη περίοδο να κερδοφορεί από τη δραστηριότητά του στην ιστοσελίδα της στοιχηματικής εταιρείας, κάνοντας σωστές προβλέψεις στα εκάστοτε στοιχήματα (κι ως εκ τούτου ζημιώνοντας ταυτόχρονα τα οικονομικά συμφέροντα της τελευταίας).

Συνεπώς, τίθεται ξανά το ερώτημα εάν τέτοιοι όροι, ο οποίοι όπως επισημάνθηκε δίνουν μια υπέρμετρα μεγάλη ελευθερία στην εταιρία να ρυθμίζει και να επιβάλλει κατά το δοκούν τις προϋποθέσεις λειτουργίας τις σύμβασης είναι νόμιμοι ή μη.

Απάντηση στο συγκεκριμένο ζήτημα δίνει και πάλι ο Ν. 2251/1994 και συγκριμένα οι υποπεριπτώσεις ε) και στ) της παρ.7 του αρθρ. 2 κατά τις οποίες «Σε κάθε περίπτωση, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που… ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση, και στ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία».

Όπως καθίσταται λοιπόν σαφές, η στοιχηματικές εταιρείες όχι μόνο πρέπει να έχουν έναν σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί τη λύση της συμβάσεως (ήτοι το «κλείσιμο του λογαριασμού» του παίχτη), αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, η καταγγελία αυτή στην οποία θα προβούν (δεδομένου ότι σχεδόν σε όλες τις γνωστές περιπτώσεις η σύμβαση με τον χρήστη είναι πάντα διαρκής) θα πρέπει να γίνεται λαμβανομένης υπόψιν της εύλογης προθεσμίας που θα πρέπει να έχει οριστεί εκ των προτέρων στη σύμβαση.

Συμπέρασμα

Ως εκ τούτου, πρέπει να επισημανθεί ότι όροι στην ηλεκτρονική σύμβαση μεταξύ χρήστη-καταναλωτή και στοιχηματικής εταιρείας-προμηθευτή, οι οποίοι επιτρέπουν στην τελευταία να αλλάζει μονομερώς τους όρους της σύμβασης ή να την καταγγείλει οποτεδήποτε και χωρίς σπουδαίους λόγους (οι οποίοι μάλιστα θα πρέπει να έχουν διατυπωθεί ρητά και περιληφθεί εκ των προτέρων στο κείμενο της σύμβασης) είναι απόλυτα καταχρηστικοί κι ως εκ τούτου άκυροι και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής!

4) Το ζήτημα των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών-χρηματικών μονάδων στο χρήστη και η κερδοφορία επ’αυτών στο μεσοδιάστημα μέχρι την αναζήτησή τους από την εταιρία

Το συγκεκριμένο ζήτημα εμφανίζει ίσως και τη μεγαλύτερη δυστοκία ως προς τη νομική του ερμηνεία και αξιολόγηση. Για να γίνει αντιληπτό ως φαινόμενο, θα πρέπει να εξηγηθεί πρώτα, έστω και με γενικό τρόπο, ο μηχανισμός με τον οποίο λαμβάνει χώρα ο στοιχηματισμός από τον εκάστοτε παίχτη και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η οικονομική δοσοληψία μεταξύ των δύο μερών:

Περιγραφή τρόπου λειτουργίας του ηλεκτρονικού στοιχηματισμού

Αρχικά, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι ο παίχτης, μέσω της ιστοσελίδας, δεν τζογάρει-στοιχηματίζει άμεσα τα δικά του χρήματα, αλλά αντίθετα κάποιες «χρηματικές μονάδες». Οι τελευταίες αποκτούνται από τον χρήστη με την ισόποση καταβολή χρηματικών ποσών στο λογαριασμό της εταιρίας.
Συνεπώς, αν πχ ο χρήστης Χ.Ψ. καταβάλλει στο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας 50€, αντίστοιχα, στην ιστοσελίδα της στοιχηματικής εταιρείας αυτής, στο προσωπικό του προφίλ-λογαριασμό, θα εμφανίζονται 50 χρηματικές μονάδες (άσχετα αν η ίδια ιστοσελίδα επιλέγει να ονομάζει τις μονάδες αυτές με συγκεκριμένο νόμισμα, πχ «ευρώ» ή «δολάρια»).

Έτσι, αφού λοιπόν με αυτό τον τρόπο ο εκάστοτε χρήστης έχει, τρόπον τινά, «ψηφιοποιήσει» το ποσό που θέλει να διαθέσει, ξεκινά να στοιχηματίζει σε αθλητικά ή μη γεγονότα κατά πως νομίζει, ανάλογα με τις αποδόσεις που εμφανίζει το η ιστοσελίδα σε κάθε επιλογή. Έτσι, ο προηγούμενος παίχτης Χ.Ψ., αν στοιχηματίσει τις 50 χρηματικές μονάδες του σε ένα αθλητικό συμβάν (πχ να κερδίσει η ομάδα «Α» σε συγκεκριμένο αγώνα), με απόδοση x2 και η πρόβλεψή του αυτή επαληθευτεί, το σύνολο των μονάδων που θα εμφανίζονται πλέον στον προσωπικό του λογαριασμό στην ιστοσελίδα θα είναι 100 (50 x 2).

Αντίστοιχα, όταν ο χρήστης πλέον το επιθυμεί, δικαιούται να υποβάλει αίτημα στην (αντισυμβαλλόμενη) εταιρεία, μέσω της ιστοσελίδας, προκειμένου η τελευταία να καταβάλει το αιτηθέν από το χρήστη ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό που της έχει υποδείξει, όπως αυτό προκύπτει από τις χρηματικές μονάδες που εμφανίζονται κατά τον χρόνο εκείνο στο ηλεκτρονικό προσωπικό προφίλ του χρήστη αυτού (πχ ο παίχτης Χ.Ψ., μετά τη σωστή πρόβλεψη που έκανε για την νίκη της ομάδας «Α», έχει 100 χρημ. μονάδες κι ως εκ τούτου μπορεί να αιτηθεί από την αντισυμβαλλόμενή του εταιρεία όπως η τελευταία του καταβάλλει στην τράπεζα ποσό μέχρι 100€).

Οι χρηματικές μονάδες αυτές ωστόσο, επαναλαμβάνεται, παρότι προκύπτουν καταρχάς από το ποσό που καταθέτει ο παίχτης στην εταιρία, δεν είναι αυτά καθαυτά τα χρήματά του και δεν ταυτίζονται με αυτά. Αντίθετα, είναι ένας τρόπος για να υπολογίζεται το ποσό που έχει ο χρήστης-καταναλωτής καταθέσει καθώς και πόσο είναι πλέον αυτό το ποσό μετά από διαδοχικά στοιχήματα που έχει κάνει ο τελευταίος.

Αυτό εξάλλου επιτρέπει στις εταιρείες να αυξάνουν των αριθμό των μονάδων αυτών σε διάφορους χρήστες (πχ ως bonus, ως επιβράβευση για κάτι ή και για διαφημιστικούς λόγους) χωρίς ωστόσο να δίνεται όμως η δυνατότητα στον παίχτη αυτόν να εξαργυρώσει τις (παραπάνω) μονάδες αυτές ως χρηματικό ποσό στον τραπεζικό του λογαριασμό, παρά μόνο με την πλήρωση πολλών προϋποθέσεων (όπως πχ με το να στοιχηματίσει και να κερδίσει ο ίδιος πρώτα πολλαπλάσιας αξίας χρηματικές μονάδες που προέρχονται από δικά του χρήματα κτλ).

Στην ουσία δηλαδή, οι μονάδες αυτές λειτουργούν στην πράξη με ανάλογο τρόπο όπως οι «μάρκες» στα καζίνο, και ο χρήστης έχει απλά ενοχικό δικαίωμα από την εταιρεία να εξαργυρώσει την αξία τους.

Η περιγραφή του συγκεκριμένου φαινομένου

Κι εδώ είναι που ανακύπτει και το κρίσιμο ερώτημα του εν λόγω ζητήματος. Ποια δηλαδή θα πρέπει να είναι η νομική αντιμετώπιση της περίπτωσης κατά την οποία η στοιχηματική εταιρεία, είτε ηθελημένα είτε ακούσια, τοποθετεί για κάποιο λόγο παραπάνω χρηματικές μονάδες στο ηλεκτρονικό προφίλ παίχτη και στη συνέχεια αυτός, στοιχηματίζοντας το ποσό αυτό σωστά, αυξήσει τις μονάδες αυτές; Όταν δηλαδή η εταιρεία επιλέξει να αναζητήσει τις παραπάνω μονάδες, μέχρι πόσες από αυτές επιτρέπεται να αφαιρέσει από τον παίχτη, μόνο τις αχρεωστήτως καταβληθείσες ή και το κέρδος που επήλθε μέσω του στοιχηματισμού αυτών;

Το φαινόμενο ανακύπτει στην πράξη πολύ συχνότερα απ’όσο μπορεί να φανταστεί κανείς. Είναι αμέτρητες οι περιπτώσεις παιχτών τόσο στην Ελλάδα όσο και πανευρωπαϊκά που είχαν ή θα έχουν μια αντίστοιχη περίπτωση, ιδίως σε περιόδους διεξαγωγής μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων (όπως πχ το Mundial, το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, οι τελικοί του NBA κτλ) όπου και η συμμετοχή των χρηστών είναι μεγαλύτερη. Μάλιστα, αρκετά συχνά, πολλοί χρήστες με αυτό τον τρόπο έχουν κατά καιρούς κερδίσει υπέρμετρα μεγάλα ποσά, ακόμα και εξαψήφια ή εφταψήφια νούμερα, άσχετα αν ο αριθμός την αρχικής (αχρεώστητης) καταβολής των πρώτων μονάδων δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος.

Νομική κρίση επί του θέματος

Προφανώς, η αντιμετώπιση του φαινομένου καταρχάς από τις ίδιες τις εταιρείες είναι η αναμενόμενη, δηλαδή, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, οι τελευταίες αφαιρούν ολόκληρο τον αριθμό των μονάδων, τόσο αυτών που κατέβαλαν εξαρχής (χωρίς αιτία) στο ηλεκτρονικό προφίλ του χρήστη, όσο και των κερδών (πάντα υπό την ψηφιακή μορφή των χρηματικών μονάδων εννοείται) που έχουν προέλθει από το τζογάρισμα των μονάδων αυτών.

Το κατά πόσο ωστόσο είναι νόμιμη ή καταχρηστική η συγκριμένη πρακτική θα πρέπει να ερευνηθεί αφενός με βάσει τους όρους της ίδιας της σύμβασης μεταξύ χρήστη και εταιρείας, αφετέρου, ελλείψει ειδικότερης διάταξης, με βάσει τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Νόμου για την Προστασία των Καταναλωτών (Νόμος 2251/1994).

α) Καταρχάς, θα πρέπει να ερευνηθεί τι ισχύει νομικά κατά το Αστικό και Εμπορικό Δίκαιο όταν η εκάστοτε σύμβαση δεν προβλέπει την ανωτέρω περίπτωση (αχρεώστητης καταβολής ή πίστωσης) και δεν τη ρυθμίζει.

Επειδή δεν υπάρχει ειδικότερη νομική ρύθμιση, το φαινόμενο κατά την προσωπική γνώμη του γράφοντος, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως θα αντιμετωπιζόταν το ίδιο φαινόμενο με μάρκες του καζίνο (κατά το σκεπτικό που προηγήθηκε ανωτέρω), παρά το γεγονός ότι μιλάμε για ψηφιακά δεδομένα. Επιπλέον, ο όρος «καταβολή» του αστικού δικαίου θα πρέπει επίσης να ερμηνευτεί διασταλτικά για να εντάξει και τη συγκεκριμένη περίπτωση της αύξησης των χρηματικών μονάδων στο ηλεκτρονικό προφίλ του παίχτη από την εταιρεία, ενώ στην έννοια του «πράγματος», θα πρέπει να ενταχθούν και οι (ψηφιακές) χρηματικές μονάδες.

Ακολούθως λοιπόν, εφόσον τα μέρη δεν προέβλεψαν στη μεταξύ τους σύμβαση αυτή την περίπτωση, η στοιχηματική εταιρία θα μπορεί να αναζητήσει τον αριθμό των παραπάνω μονάδων αυτών με βάσει τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. ΑΚ 904 «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος» (είναι αβέβαιο αν πράγματι οι εν λόγω διατάξεις του 904επ. ΑΚ είναι δυνατόν να τύχουν εφαρμογής εδώ, έστω και με διασταλτική ερμηνεία, ωστόσο δεν διαφαίνεται ορθή η λύση επιλογής άλλης νομικής βάσης).

Επιπροσθέτως, η «παροχή» που απαιτεί το άρθρο του 904 ΑΚ προκύπτει εν προκειμένω από το τελευταίο εδάφιο, καθώς παρότι δεν πλουτίζει άμεσα ο χρήστης-παίχτης όπου τοποθετούνται στο προφίλ του παραπάνω χρηματικές μονάδες, αποκτά ωστόσο περιουσιακή ωφέλεια, καθώς με αυτό τον τρόπο, έστω και προσωρινά, η στοιχηματική εταιρία, κάνοντας την καταβολή, αναγνωρίζει ταυτόχρονα και ότι υπάρχει πλέον χρέος της τελευταίας προς το χρήστη και ειδικότερα να μπορεί αυτός να εξαργυρώσει τις μονάδες αυτές σε χρήμα όταν το αιτηθεί, όπως όριζε γενικά για τις μονάδες αυτές η αρχική σύμβαση. Ο πλουτισμός δηλαδή του χρήστη έγκειται στο ενοχικό δικαίωμα που αποκτά κατά τη στιγμή εκείνη της καταβολής να «ρευστοποιήσει» τις μονάδες αυτές όταν το επιθυμήσει (αντίστοιχα όπως θα γινόταν και με μια τραπεζική επιταγή, όπου παρότι ο κάτοχός της δεν έχει εισπράξει ακόμη το αναγραφέν εν αυτής ποσό, τεκμαίρεται ο πλουτισμός του -βλ. Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ αρ. 904, κεφ. 52).

Έχοντας ως βάση λοιπόν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μπορούμε να ξεκινήσουμε και την περαιτέρω ανάλυση του εάν και κατά πόσο πέρα από τον ίδιο τον αρχικό πλουτισμό (τις αρχικές μονάδες που κατεβλήθησαν λάθος) είναι δυνατή η αναζήτηση και των αποκτημάτων που είχαν αυτόν ως βάση.

Αρχικά, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η συγκεκριμένη ωφέλεια (δηλαδή το ποσό που κέρδισε ο παίχτης τζογάροντας τις λάθος καταβληθείσες μονάδες) δεν αποτελεί καρπό του πλουτισμού αυτού, καθώς αιτία του πλουτισμού αφενός δεν είναι η ίδια η φύση του πράγματος αυτού, αφού οι μονάδες δεν πολλαπλασιάζονται από μόνες τους (όπως πχ μια κατάθεση που τοκοφορεί στην τράπεζα) αλλά αντίθετα μέσω της ικανότητας και τη βούλησης του χρήστη να τις αξιοποιήσει σωστά, επενδύοντάς τες, αφετέρου, προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί κάτι ως καρπός είναι να μην αλλοιώνεται ή καταστρέφεται η ουσία του (αρχικού) πράγματος αυτού (βλ. Βαθροκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ, αρ. 961, κεφ. 3), πράγμα που επίσης δεν συμβαίνει εδώ καθώς με την τοποθέτηση του στοιχήματος, ο χρήστης χάνει τις μονάδες αυτές (τις εκποιεί) με σκοπό να παραλάβει μεγαλύτερο αριθμό αυτών εφόσον κερδίσει.

Η διάκριση αυτή είναι πολύ σημαντική, καθώς σε περίπτωση που η ανωτέρω ωφέλεια-αύξηση θεωρούταν τελικά καρπός, θα μπορούσε κανονικά να αναζητηθεί πίσω από την στοιχηματική εταιρεία κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς πέρα από τον ίδιο τον πλουτισμό αναζητούνται νόμιμα και οι καρποί αυτού κατά το διάστημα εκείνο.

Συνεπώς, η άμεση αιτία του πλουτισμού του παίχτη δεν είναι η αρχική λάθος καταβολή αλλά η ικανότητά του να επενδύει αυτά τα ποσά αξιοποιώντας τα και παράγοντας κέρδος! Ως εκ τούτου, η στοιχηματική εταιρεία δεν έχει κάποια δικαιολογητική βάση για να αιτηθεί πίσω τα κέρδη αυτά του παίχτη, πέρα από το ίδιο το ποσό που του κατέβαλε αδικαιολόγητα!

Για να γίνει πιο αντιληπτό αυτό, θα πρέπει να σκεφτούμε ως παράδειγμα έναν επιχειρηματία όπου η τράπεζα με την οποία συνεργάζεται καταθέτει στο λογαριασμό του πρώτου κατά λάθος 1.000€ και δεν το αναζητά παρά μόνο αφού έχει περάσει ένας χρόνος από την ημερομηνία καταβολής. Εάν στο μεσοδιάστημα αυτό ο επιχειρηματίας, προβαίνοντας στις κατάλληλες επενδυτικές κινήσεις, αξιοποιήσει το κεφάλαιο αυτό και καταφέρει να αποκομίσει κέρδος πολλαπλάσιας αξίας, πχ 100.000€, αυτό δεν δίνει κανένα δικαίωμα στην Τράπεζα να αναζητήσει κάτι παραπάνω από το αρχικό κεφάλαιο των 1.000€ (και πιθανόν και τους τόκους του ποσού αυτού αν υπάρχουν) που του είχε καταβάλει από παραδρομή.

Αντίθετη εξάλλου απάντηση θα δημιουργούσε όπως είναι φυσικό πλείστα όσα προβλήματα τόσο στην ασφάλεια των συναλλαγών, όσο και αποδεικτικά, καθώς δεν θα ήταν ποτέ σαφές ποιό ακριβώς ποσό ή αντικείμενο αξιοποιήθηκε για να παραχθεί το κέρδος (αν δηλαδή χρησιμοποιήθηκε και προϋφιστάμενο της ατομικής περιουσίας ποσό ή όχι).

Ως εκ τούτου, ο εκάστοτε χρήστης, σε περίπτωση που η εταιρία επιλέξει να αφαιρέσει πέρα από τις μονάδες που τοποθέτησε εσφαλμένα, και τις κερδισμένες με αυτές μονάδες, αν δεν προβλέπεται κάτι ειδικότερο στη σύμβαση, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι θα μπορεί να αιτηθεί τα κέρδη του πίσω, καθώς δεν υπάρχει κανένας νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί την αφαίρεσή τους!

β) Εν συνεχεία, θα πρέπει να διαπιστωθεί τι ισχύει νομικά στην περίπτωση που η αφαίρεση από την στοιχηματική εταιρεία όλου του ποσού-αριθμού των μονάδων που κερδήθηκαν με αυτό τον τρόπο (ήτοι, πέρα από αυτές που κατεβλήθησαν κατά λάθος και των κερδών που παρήχθησαν μέσω της αξιοποίησης των τελευταίων), προβλέπεται στους όρους της αρχικής ηλεκτρονικής σύμβασης μεταξύ εταιρείας και παίχτη, ούτως ώστε να επιτρέπεται στην πρώτη να προβεί σε μια τέτοια μονομερή ενέργεια και να ζημιώσει τον χρήστη.

Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να γίνει ξανά αναδρομή στις διατάξεις του Ν. 2251/1994 σχετικά με την Προστασία των Καταναλωτών και να διερευνηθεί περαιτέρω αν η εν λόγω ρήτρα-όρος είναι καταχρηστική ή όχι. Σύμφωνα λοιπόν με το αρθρ. 2, παρ. 6, «Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται».

Όπως καθίσταται σαφές, ένας τέτοιος όρος, όχι απλά αφήνει υπέρμετρα μεγάλη ελευθερία στην εκάστοτε στοιχηματική εταιρία να παρεμβαίνει και να αφαιρεί κατά το δοκούν μονομερώς χρηματικές μονάδες από τους παίχτες, αλλά επιπλέον, της δίνει τη δυνατότητα να αφαιρεί χρηματικές μονάδες τις οποίες ο παίχτης με την ικανότητά του κατάφερε να κερδίσει, θέτοντας εν προκειμένω την σωστή του επιλογή και πρόβλεψη επί ματαίω.

Έτι περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε και στο ανωτέρω παράδειγμα, εφόσον ο χρήστης είχε ήδη κάποιες μονάδες στο ηλεκτρονικό του προφίλ, στις οποίες ήρθαν να προστεθούν αυτές που κατεβλήθησαν εσφαλμένα, και με το σύνολο αυτών ο παίχτης στοιχηματίσει και κερδίσει, και μετά το κερδισμένο αυτό σύνολο στοιχηματηθεί και πολλαπλασιαστεί ξανά στη συνέχεια, είναι σχεδόν αδύνατο να υπολογιστεί σε τι ποσοστό θα είχε επιτευχθεί το σύνολο του κέρδους από τις προϋπάρχουσες μονάδες του χρήστη και τι ποσοστό από τις αρχικά εσφαλμένως καταβληθείσες.

Τέλος, καθίσταται επίσης αρκετά δύσκολο για του παίχτες να έχουν πάντα πλήρη γνώση του τρόπου με τον οποίο έχουν εισαχθεί όλες οι χρηματικές μονάδες τους στο προφίλ τους και ποιες είναι από λάθος της ιστοσελίδας, θέτοντας επιπρόσθετες υποχρεώσεις και βάρος για αυτούς, ενώ επίσης, δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί και κατά πόσο η ίδια η εταιρεία τοποθέτησε εκούσια ή μη τις τελευταίες κι ως εκ τούτου αν πρόκειται για δωρεά ή όχι.

Βάσει των ανωτέρω, παρότι σαφέστατα αποτελεί θέμα ερμηνείας της εκάστοτε συμβάσεως κάθε εταιρείας, μπορούμε να πούμε ότι επίσης προκρίνεται ως ορθό να θεωρείται μια τέτοια ρήτρα ως καταχρηστική, καθώς διαταράσσει υπέρμετρα την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων και θέτει τον καταναλωτή-χρήστη σε ιδιαίτερα επιβαρυντική θέση. Ως εκ τούτου, ένας τέτοιος όρος θα πρέπει να θεωρείται επίσης άκυρος.

Συμπέρασμα

Εκ της αναλύσεως και των σκέψεων που προηγήθηκαν θα πρέπει να λεχθεί ότι η αφαίρεση κερδών όπου έχουν, ολικά ή μερικά, προκύψει από στοιχηματισμό χρηματικών μονάδων που εισήλθαν στο λογαριασμό του χρήστη από εσφαλμένης καταβολή της στοιχηματικής εταιρείας, είτε προβλέπεται στη μεταξύ τους σύμβαση είτε όχι, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι καταχρηστική και παράνομη!

4) Επίλογος

Σαφέστατα, η έκταση του άρθρου δεν είναι αρκετή για να καλύψει το σύνολο της νομιμότητας των ζητημάτων που προκύπτουν από τις συμβάσεις μεταξύ στοιχηματικών εταιρειών και χρηστών, ωστόσο επιχειρήθηκε μια πρώτη ανάλυση σε κομβικά ερωτήματα και ζητήματα που απασχολούν αρκετό κόσμο σε ένα αντικείμενο που έχει τύχει ελάχιστης νομικής έρευνας και μελέτης προς το παρόν στην Ελλάδα. Διευκρινίζεται ωστόσο ότι όλες οι σκέψεις, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εκτέθηκαν ανωτέρω τελούν πάντα υπό την αδυναμία πλήρους βεβαιότητας επί των εν λόγω νομικών ζητημάτων που γεννά η έλλειψη νομολογίας πάνω στα θέματα αυτά.

Επισημαίνεται όμως ότι σε κάθε περίπτωση, οι καταναλωτές-χρήστες θα πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο νόμος και να διεκδικούν την προάσπισή τους από οποιαδήποτε πιθανή καταστρατήγησής τους.

Μιχάλης Δρακουλάκης

Για εκτενέστερη ενημέρωση και νομική καθοδήγηση πάνω στο θέμα καθώς και για τη νομική σας εκπροσώπηση μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.