Δικηγορικό Γραφείο

Νέες αλλαγές προστέθηκαν με το Ν. 4549/2018 ήδη από 14 Ιουνίου 2018 στον ήδη πολύπαθο  νόμο για την υπερχρέωση των φυσικών προσώπων μειώνοντας τη δυνατότητα πολλών φυσικών προσώπων να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, καθώς δυσχεραίνει το καθεστώς απόδειξης μικρεμπορίας  και συνεπώς έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας, ενώ περαιτέρω επιβαρύνει τη θέση του οφειλέτη με το κόστος εκτίμησης ακινήτων από πιστοποιημένο εκτιμητή.

Περαιτέρω, διευρύνεται η δυνατότητα ελέγχου των Τραπεζικών λογαριασμών των οφειλετών στην ημεδαπή και αλλοδαπή ενώ αυξάνεται το χρονικό περιθώριο έκδοσης των αναλυτικών βεβαιώσεων οφειλών από τις Τράπεζες από δέκα ημέρες σε τριάντα «νομιμοποιώντας» την τεράστια καθυστέρηση των πιστωτών στο χρονικό διάστημα κατάθεσης της αίτησης.

Επιπλέον, ελαχιστοποιήθηκε το κόστος για τους πιστωτές καθώς δύνανται να θέσουν έκπτωτο τον οφειλέτη με μόνη την καθυστέρηση τριών δόσεων, αντί τεσσάρων, που προϋπέθετε ο νόμος πριν την παρούσα αλλαγή με μόνη την επίδοση εξώδικης όχλησης και χωρίς την υποβολή της σχετικής αίτησης έκπτωσης στο αρμόδιο δικαστήριο, ενώ περαιτέρω το αρμόδιο δικαστήριο έχει πλέον τη δυνατότητα να ανακαλέσει την προσωρινή διαταγή που έχει ήδη χορηγήσει στον αιτούνται, αν ο οφειλέτης καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δόσεων που ορίζονται με αυτή χωρίς το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων.    

Πιο συγκεκριμένα:

Με την κατάθεση της αίτησης του Νόμου, κατατίθεται  υπεύθυνη δήλωση με την οποία δίδεται η πληρεξουσιότητα στα πιστωτικά ιδρύματα να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τις κινήσεις λογαριασμών του αιτούντος της τελευταίας πενταετίας σε όλα τα ημεδαπά και αλλοδαπά τραπεζικά ιδρύματα  και να προσκομίζονται αυτές στη συζήτηση της αιτήσεως . Με αυτό τον τρόπο οι Τράπεζες θα λαμβάνουν τη συναίνεση που απαιτείται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την προστασία των προσωπικών δεδομένων ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν την είχαν λάβει, έστω και τυπικά, κατά την κατάρτιση δανειακών συμβάσεων.

Κομβικό σημείο των προσφάτων αλλαγών  αποτελεί το γεγονός ότι στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη θα πρέπει να βεβαιώνεται ρητώς  ότι δε διαθέτει την πτωχευτική ικανότητα. Αυτό παρουσιάζει μεγάλη δυσκολία για μεγάλο ποσοστό υποψηφίων οφειλετών, καθώς ο οφειλέτης καλείται να αποδείξει ότι τυγχάνει μικρέμπορος, ήτοι ασκεί εμπορία σε μικρή κλίμακα και όχι σε μία οργανωμένη επιχείρηση με πολυδάπανο εξοπλισμό και απασχόληση εργατικού δυναμικού, ενώ το κέρδος του όπως φαίνεται από τα φορολογικά του στοιχεία (Ε3) βασίζεται ουσιαστικά στον προσωπικό του μόχθο και αντικατοπτρίζεται σε ένα ικανοποιητικό μισθό ιδιωτικού υπαλλήλου.  Εδώ δημιουργείται το εξής ερώτημα: αν βεβαιώνεται  η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας από μικρέμπορο συνιστά έκπτωση από το καθήκον αληθείας και πώς μπορεί αυτό να αποφευχθεί;

Αυτό το νομικό κενό δημιουργεί και μια σημαντική ανισότητα μεταξύ των αιτούντων αναφορικά με τη χορήγηση αναστολής καταδιωκτικών μέτρων κατά το χρονικό διάστημα κατάθεσης της αίτησης και πριν τη χορήγηση προσωρινής διαταγής.  Πιο συγκεκριμένα, προστίθεται ένα τελευταίο εδάφιο στο άρθρο 4 του Νόμου σύμφωνα με το οποίο εφόσον θα υποβάλλονται από τον αιτούντα έγγραφα εκ των οποίων θα προκύπτει εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα (την οποία θα είναι σε θέση να κρίνει ο υπάλληλος του Ειρηνοδικείου) θα καλείται ο Ειρηνοδίκης εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερών να αποφασίσει για τη χορήγηση αναστολής καταδιωκτικών μέτρων εξετάζοντας αποκλειστικά και μόνο τη συνδρομή εμπορικής ή όχι ιδιότητας του οφειλέτη. Με την αλλαγή αυτή εισάγεται μια εκ βάθρων διαφοροποίηση του νόμου όπως αυτός έχει εφαρμοστεί σε πολλά κράτη, καθώς δεν προστατεύει πλέον απαρχής τον αιτούντα – οφειλέτη από τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

Άξιο αναφοράς αποτελεί η κατάργηση πλέον της δυνατότητας υποβολής νέας αίτησης για δικαστική ρύθμιση χρεών εφόσον έχει ήδη υποβληθεί μία φορά και έχει κριθεί απορριπτέα λόγω δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευση του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών ή ανειλικρινούς δηλώσεως. Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και όταν η αίτηση του οφειλέτη απορρίφθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος για τους ίδιους λόγους ακόμα και σε δεύτερο βαθμό, ενώ, δεν εφαρμόζεται μόνο αν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η αίτηση για τους ίδιους ως άνω λόγους απορρίφθηκε με απόφαση Ειρηνοδικείου κατά της οποίας δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο.

Αναφορικά με την προστασία της πρώτης κατοικίας, δεν μεταβλήθηκαν τα κριτήρια, απλώς διευκρινίστηκε ο τρόπος απόδειξης της λεγόμενης «μέγιστης δυνατότητας αποπληρωμής των οφειλετών χωρίς να έρθει σε δυσχερέστερη θέση ο πιστωτής από αυτή που θα ερχόταν σε περίπτωση πλειστηριασμού» όπως αυτή θεσπίστηκε στην προγενέστερη αλλαγή εν έτει 2015 η οποία διατηρείται και στην προκειμένη αλλαγή του νόμου.  Σύμφωνα με την προσθήκη στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 για την προστασία της πρώτης κατοικίας οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί να ληφθεί υπόψη η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία του ακινήτου υποβάλλοντας σχετικό αίτημα στο δικαστήριο για διορισμό πραγματογνώμονα εντός αποκλειστικής προθεσμίας 6 μηνών πριν τη συζήτηση της αίτησης επί ποινή απαραδέκτου  ή προσκομίζοντας σχετική έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, ενώ τα έξοδα βαρύνουν το διάδικο που το ζητεί.

Αυτή η «δυνατότητα» προς επιλογή της αντικειμενικής ή εμπορικής αξίας της πρώτης κατοικίας έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εν ισχύ διάταξη που απαγορεύει την χειροτέρευση της θέσης του πιστωτή από αυτή του πλειστηριασμού καθώς ούτως ή άλλως το δικαστήριο λάμβανε υπόψη την εμπορική αξία του ακινήτου προκειμένου να είναι σε θέση να ελέγξει αν η πρόταση εκκαθάρισης και το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτηση οφειλών του οφειλέτη φέρει η όχι τον πιστωτή σε δυσκολότερη θέση από αυτή που θα βρισκόταν σε περίπτωση πλειστηριασμού. Συνεπώς η «καινοτομία» της διάταξης αυτής είναι ο τρόπος απόδειξης της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ο οποίος πλέον θα προκύπτει από σχετική έκθεση πραγματογνώμονα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επιπρόσθετα κόστη για τον ήδη υπερχρεωμένο οφειλέτη.

Επιπλέον, η αλλαγή του νόμου επαναλαμβάνει τη δυνατότητα του οφειλέτη να αιτηθεί την μερική κάλυψη του σχεδίου διευθέτησής του για την προστασία της πρώτης κατοικίας  από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ αναμένεται η έκδοση σχετικής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας. Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών  με την οποία θα καθορισθεί το ύψος συνεισφοράς του Ελληνικού Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας η οποία διαβλέπουμε ότι θα είναι αρκετά δύσκολο να εφαρμοσθεί όπως αποδείχθηκε και κατά την θέσπισή της την προηγούμενη φορά. 

Θετικό πρόσημο για τους οφειλέτες αποτελεί νεοεισαχθείσα διάταξη η οποία αναφέρει ρητώς ότι στην δικαστική ρύθμιση του χρέους τους θα συνυπολογίζονται όλες οι καταβολές που έχουν κάνει από την κατάθεση της αίτησης έως την τελική συζήτηση και όχι από την έκδοση της προσωρινής διαταγής. Η διάταξη αυτή συμπληρώνει το νομικό κενό των προηγούμενων αλλαγών του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις οποίες ο οφειλέτης με την κατάθεση της αίτησης υποχρεούταν στην καταβολή δόσης ανερχόμενης σε ποσοστό 10% των τελευταίων ενήμερων δόσεων των δανείων τουλάχιστο έως την έκδοση προσωρινής διαταγής, ενώ η τελική απόφαση επί της αιτήσεως υπολόγιζε για τη δικαστική ρύθμιση του χρέους στην πενταετία ή τριετία  -πλέον- αντίστοιχα τις καταβολές από μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ήτοι από την έκδοση της προσωρινής διαταγής έως την έκδοσης της τελικής απόφασης.

Επιπλέον σημαντική αλλαγή υπέρ των οφειλετών αποτελεί η διάταξη με την οποία καλείται ο οφειλέτης μετά την παρέλευση της πρώτης ρύθμισης (πενταετούς ή τριετούς αντίστοιχα) να αποπληρώσει τη διαφορά του ποσού που προέκυπτε από τη δόση που είχε ορισθεί με την έκδοση της προσωρινής διαταγής και τη δόση που οριζόταν εν τέλει με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου μέσα σε ένα έτος ΑΤΟΚΑ ενώ μέχρι πρότινος κατέβαλε την ως άνω διαφορά έντοκα με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται υπέρμετρα ο οφειλέτης. Παραδείγματος χάριν αν η οριζόμενη με την προσωρινή διαταγή δόση ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ μηνιαίως και διαρκεί 1 έτος, ενώ η οριστική απόφαση διατάσσει την καταβολή ποσού 100ευρώ γα τρία έτη, τότε ο οφειλέτης από την έκδοση της απόφασης καλείται να καταβάλει ποσό 100 ευρώ μηνιαίως για 2 έτη και το τρίτο έτος ποσό 50 ευρώ μηνιαίως άτοκα, ενώ με το προϊσχύον καθεστώς θα έπρεπε κατά τη διάρκεια του τρίτου έτους να καταβάλει το ποσό των 50 ευρώ εντόκως.

Τέλος, η αλλαγή του νόμου προσφέρει μια επίλυση σε ένα σημαντικό ζήτημα το οποίο έχει απασχολήσει τα ελληνικά δικαστήρια και πιο συγκεκριμένα: αν η αποδοχή της υπερχρεωμένης κληρονομίας του οφειλέτη από τους νόμιμους μεριδούχους αποτελεί από μόνη της δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής χρηματικών οφειλών. Το εδάφιο που προστέθηκε  στο πρώτο άρθρο του νόμου δίδει μία αρνητική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, ενώ προς επίρρωση των ανωτέρω προστέθηκε το άρθρο 12Αγια το θάνατο του οφειλέτη και τη δυνατότητα συνέχισης της ρύθμισης του για την προστασία της κατοικίας από το νόμιμο κληρονόμο εφόσον χρησιμοποιεί αυτή ως κύρια κατοικία κι εφόσον πληροί και ο ίδιος τις προϋποθέσεις ένταξης στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου, χωρίς τον χρονικό περιορισμό του εν λόγω άρθρου, ήτοι και μετά την 31η Δεκεμβρίου 2018!!

Από την επισκόπηση των αλλαγών, προκύπτει πασίδηλη η προσπάθεια συρρίκνωσης των ευεργετικών διατάξεων για τον Έλληνα οφειλέτη καθώς και η ταυτόχρονη εν λευκώ εξουσιοδότηση του νόμου στους πιστωτές για ελεύθερη χρήση των προσωπικών δεδομένων των οφειλετών. Εμείς θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε δυναμικά μέσα στις δικαστικές αίθουσες προκειμένου να προασπίζουμε τα δικαιώματα των εντολέων μας αναμένοντας την εφαρμογή  των νέων διατάξεων από τα ελληνικά δικαστήρια.