Δικηγορικό Γραφείο
Η απόλυση δημοσίου υπαλλήλου λόγω ανικανότητας

Στα μεν άρθρα 54-56 του ισχύοντος Κώδικα κατάστασης πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων (ν. 3528/2007, Α’ 26) αναφέρονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης αναρρωτικών αδειών, στο δε άρθρο 153 παρ. 1 του ισχύοντος Κώδικα κατάστασης πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων (ν. 3528/2007, Α’ 26) ορίζεται ότι «1. Ο υπάλληλος απολύεται ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, αν διαπιστωθεί σωματική ή πνευματική ανικανότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 100, 165 και 167 του παρόντος. Δεν απολύεται ο υπάλληλος αν η ανικανότητά του επιτρέπει την άσκηση άλλων καθηκόντων. 2…».

Κατά το άρθρο 165 του ίδιου νόμου ,: « Στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνιστάται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή, που αποτελείται από πέντε (5) μέλη και συγκροτείται από γιατρούς του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. που υπηρετούν στο νομό.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ναι μεν τα οικεία υγειονομικά όργανα είναι αρμόδια να αποφαίνονται σχετικά με την φύση της νόσου του υπαλλήλου ως ιάσιμης ή μη και, εν όψει των δεδομένων αυτών, να κρίνουν εξ αντικειμένου περί της κατ’ αρχήν καταλληλότητας από απόψεως υγείας για την παραμονή του στην υπηρεσία, στο Υπηρεσιακό όμως Συμβούλιο ανήκει περαιτέρω η αρμοδιότητα της κρίσης για την δυνατότητα ή μη απρόσκοπτης για την δημόσια υπηρεσία συνέχισης εκτέλεσης των καθηκόντων του υπαλλήλου ή άλλων παρεμφερών καθηκόντων, που προσιδιάζουν στην θέση που αυτός κατέχει, κατ’ εκτίμηση ειδικότερα και όλων των λοιπών τυχόν συντρεχόντων δεδομένων, δηλαδή της φύσης και των ιδιαίτερων συνθηκών της εκτελούμενης από αυτόν εργασίας (ΣτΕ 102/1985 7μ., 747/1998, 2785/1999). Εξ άλλου, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, οφείλει, κατ’ επιταγή του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και εν όψει της φύσης του προβλεπόμενου μέτρου, να καλεί προηγουμένως σε ακρόαση τον ενδιαφερόμενο για να διατυπώσει τις απόψεις του και να υποβάλει τα τυχόν κρίσιμα κατ’ αυτόν στοιχεία, στην αντίθετη δε περίπτωση παραβιάζεται ουσιώδης τύπος της διαδικασίας (ΣτΕ 102/1985 7μ., ΣτΕ 2276/2009).

Eν συνεχεία, δύναται ο ενδιαφερόμενος, μετά την απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου η οποία έκρινε υπέρ της απόλυσής του και τη συνακόλουθη απόφαση του οικείου Υπουργού η οποία διέταξε την απόλυσή του, να προσφύγει, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την προς εκείνον κοινοποίηση των ανωτέρω αποφάσεων, με ενιαία αίτηση ενώπιον του ΣτΕ, η οποία κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, έχει χαρακτήρα προσφυγής ουσίας, ενώ κατά τα λοιπά αποτελεί αίτηση ακυρώσεως.

Τέλος, επισημαίνεται ότι με το άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και στο μόνιμο προσωπικό των Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού.

* Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News