Δικηγορικό Γραφείο
Η ανυπόστατη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον εργοδότη

Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/ 1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του ν. 3198 /1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη όταν γίνεται εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης-εργαζόμενος κατά το άρθρο 167 Α.Κ. Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη, έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την αναγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της. Αν η καταγγελία γίνει μετά προειδοποίηση η λύση της εργασιακής συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης. Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της συμβάσεως και για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ' αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αιρέσεως δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της συμβάσεως, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669 και 672 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας για την πληρωμή μισθών υπερημερίας. Αν όμως, μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο της αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 736/2020, 1039/2019, 1650/2012, 557/2008).

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή του εργαζόμενου, όταν έχει αίτημα την εκδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος. Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 919/2022).

Επιπλέον, επί καταγγελίας που έγινε για λογαριασμό νομικού προσώπου από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 Α.Κ. που αναφέρονται στη, με αναδρομική ενέργεια, μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, διότι, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για τη συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βουλήσεως από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, η οποία μόνο με το όργανο που το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί.Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η, εκ των υστέρων, έγκριση δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την ανυπόστατη καταγγελία, αλλά επέχει θέση νέας αυτοτελούς καταγγελίας, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα περιέλθει νομίμως στον μισθωτό, τον οποίο αφορά (ΑΠ 911/2013, ΑΠ 557/2008, ΑΠ 393/2021).

* Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά  νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν  για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News