Δικηγορικό Γραφείο
Σύμφωνο Συμβίωσης και Κληρονομικά Δικαιώματα

Με το Ν.4356/2015 εισήχθη για πρώτη φόρα στην Ελληνική έννομη τάξη το «σύμφωνο συμβίωσης» μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, δύο ενήλικα πρόσωπα - ανεξαρτήτως φύλου - συμφωνούν με την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου ως προς τη ρύθμιση της συμβίωσής τους. Ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους, με ειδοποιό διαφορά, τη δυνατότητα παραίτησης εκ του δικαιώματος στη νόμιμη μοίρα.

Με τις εν ισχύ διατάξεις του ισχύοντος νόμου, προωθείται η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, ήτοι η ιδιωτική βούληση των μερών ως προς τον τομέα των περιουσιακών τους σχέσεων, προσφέροντάς τους την ελευθερία ρύθμισης αυτών. Επομένως, εν αντιθέσει του γάμου, τα μέρη δύνανται να ρυθμίσουν τα ίδια τις περιουσιακές τους σχέσεις διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό την περιουσιακή τους αυτοτέλεια, εάν και εφόσον το επιλέξουν, ακόμα και σε κληρονομικά ζητήματα. Βέβαια, προσφέρεται και η δυνατότητα στα μέλη να μην επιλέξουν μια τέτοια ρύθμιση στις σχέσεις τους, θέτοντας έτσι σε εφαρμογή την ισχύ των γενικών κανόνων του Αστικού Κώδικα επί των περιουσιακών και κληρονομικών δικαιωμάτων τους.

Επομένως, διακρίνουμε μια σύγχρονη προσέγγιση του οικογενειακού δικαίου, κατά την οποία το άτομο προβάλλεται ως μια ανεξάρτητη, αυτοκαθοριζόμενη και ισότιμη οντότητα, ικανή να ρυθμίσει τις διαπροσωπικές της σχέσεις, δίχως την έντονη παρέμβαση του νομοθέτη, πλην αυτών που θεωρούνται ως απολύτως αναγκαίες για την προστασία των μερών αλλά και των τέκνων αυτών. Ως τέτοιες, μπορεί να λογιστούν οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες προβλέπονται και επιβάλλονται σε ζητήματα τεκμηρίου πατρότητας των τέκνων, στο επώνυμο των μερών ή των τέκνων ή και στα ζητήματα της γονικής μέριμνας.

Στην προσπάθεια να καταστεί πιο κατανοητό το παρόν, θα επιχειρήσω -μέσω κάποιων παραδειγμάτων- να παρουσιαστεί η ισχύουσα κατάσταση, εάν τα μέρη που υπογράφουν το σύμφωνο δεν επιχειρήσουν την επιμέρους ρύθμιση μέσω μιας ειδικότερης συμφωνίας. Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση που ο θανών δεν άφησε διαθήκη, ο εν ζωή συμβίος κληρονομεί μαζί με τους συγγενής πρώτης τάξης του θανόντος σε ποσοστό ¼ επί της κληρονομιάς, ενώ με τους λοιπούς συγγενείς επόμενων τάξεων κληρονομεί σε ποσοστό ½. Σε περίπτωση, δε, που δεν υπάρχουν έτεροι συγγενείς, ο επιζών συμβίος καλείται κατά την πέμπτη τάξη, ως ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος και λαμβάνει ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία.

Ως προς το κομμάτι της νόμιμης μοίρας, ο επιζών συμβίος έχει δικαίωμα επ’ αυτής σε ποσοστό που ανέρχεται εις το ήμισυ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας, το οποίο θα κληρονομούσε εάν δεν υπήρχε διαθήκη. Όπως βέβαια προαναφέρθηκε, στην περίπτωση του συμφώνου συμβίωσης, το κάθε μέρος μπορεί -κατά τη σύναψή του- να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει, διότι τα μέρη μπορεί να επιλέξουν τη διατήρηση της περιουσιακής τους αυτοτέλειας, παραιτούμενα από το δικαίωμα αυτό, επιλέγοντας έτσι μια διαφορετική ρύθμιση της κληρονομικής τους διαδοχή. Έτσι λοιπόν, μέσω αυτής της καινοτόμου ρυθμίσεως -που επιδεικνύει σεβασμό προς την ιδιωτική βούληση των μερών- επιτρέπεται σε αυτά να διατηρήσουν την ιδιωτική τους αυτονομία στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων.

Συμπερασματικά, δεν πρέπει να παραβλέπεται πως μέσω αυτής της αναβάθμισης του συμφώνου συμβίωσης και της προσπάθειας προσέγγισής του με το θεσμικό χαρακτήρα του γάμου, διακρίνουμε μια θετική ανταπόκριση ως προς τα συμφέροντα των ομόφυλων ζευγαριών που επιθυμούν μια προστατευτική ρύθμιση των μεταξύ τους σχέσεων αλλά δεν έχουν την εναλλακτική δυνατότητα σύναψης γάμου.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News