Δικηγορικό Γραφείο
844/2023 Εφ. Αθηνών (Εργατικές Διαφορές) - Καταχρηστική ρήτρα περί παρέκτασης τοπικής αρμοδιότητας

844/2023

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαγδαληνή Φαχουρίδου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νίκο Καλαντζή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “………………...

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ:………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του δικηγόρο, Ελευθέριο Κιούκη.

Ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από …..και με αριθ. έκθ. κατάθ. …………..αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην της εναγόμενης, η με αριθ. 512/2022 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, που δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγόμενη με την …………………..έφεσή της, η οποία προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και προκατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 528 Κ,Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εξαφάνιση της ερήμην απόφασης επέρχεται με μόνη την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης από τον πρωτοδίκως δικασθέντα ερήμην, ανεξάρτητα αν οι λόγοι αυτής είναι και βάσιμοι κατ’ ουσία. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της προφορικής συζήτησης, που ισχύει πλέον σε όλη την έκταση των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων, η έφεση επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από .το Εφετείο, που μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Εφ.Πειρ. 332/2015, Εφ.Αθ. 2120/2014, Εφ.Αθ. 2142/2011, δημοσ. Τ.Ν.Π. Νόμος). Μετά δε την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 Κ,Πολ.Δ. (Α.Π. 394/2011, Χρ.Ι.Δ. 2012, 55, Α.Π. 884/2007, Χρ.Ι.Δ. 2008, 52, Α.Π. 1015/2005, ΕλλΔνη 2005, 1100, Εφ.Πειρ. 332/2015, ό.α.). Σημειωτέον ότι, από τους περιορισμούς του παραπάνω άρθρου εξαιρούνται, και κατ’ ακολουθία προτείνονται στο Εφετείο, οι ισχυρισμοί που αφορούν αμφισβήτηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων, λ.χ. ως προς την αρμοδιότητα (Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα, Ερμ.Κ.Πολ.Δ, υπ’ άρθρο 527, αριθ. 6, σ. 948, Β. Βαθρακοκοίλη, ό.α, αριθ. 1876, σ. 478, όπου και παραπομπή σε σχετική νομολογία).

Με την από …..αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την αντίδικό του στις 1-11-2016 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του πιλότου-χειριστή του ελικοφόρου αεροπλάνου (ATR-42/72), διαθέτοντας τη σχετική άδεια πτήσεων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης και καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης έως τις 8-9- 2021 οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, με εξώδικη καταγγελία που του κοινοποίησε, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης του, ισχυριζόμενη ότι στις 7-12-2020 είχε εμπλακεί σε περιστατικό διακινδύνευσης ασφάλειας πτήσεων, εξαιτίας του οποίου είχε αναστείλει τα πτητικά του καθήκοντα, προτείνοντας του στις 28-8-2021 να αναλάβει καθήκοντα προσωπικού εδάφους με την προοπτική επαναξιολόγησης του στο μέλλον για να διακριβωθεί ότι μπορεί να επιστρέφει στα πτητικά του καθήκοντα, πρόταση την οποία αυτός δεν αποδέχθηκε. Ότι το περιστατικό αυτό, το οποίο δεν επέφερε ούτως ή άλλως διακινδύνευση της ασφάλειας της πτήσης, δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, αφού κατά το χρόνο εκείνο είχε καθήκοντα συγκυβερνήτη του αεροσκάφους, για το λόγο αυτό αρνήθηκε την ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι τυπικά άκυρη, λόγω μη καταβολής της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης, με συνέπεια η εναγόμενη έκτοτε να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του, οφείλοντας του έτσι αποδοχές υπερημερίας, επιπρόσθετα δε αναλογίες επιδομάτων εορτών και αδείας έτους 2021 και δεδουλευμένες αποδοχές, όπως ειδικότερα προσδιορίζει. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από μερική παραίτηση από το αίτημα της αγωγής ως προς τις αποδοχές υπερημερίας για το χρόνο μετά την συζήτηση της υπόθεσης και ως προς εξοφληθέντα κονδύλια, όπως αναλυτικά αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και μετά από μερικό περιορισμό του λοιπού αιτήματος, από εν όλω καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγινε παραδεκτά με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης αυτού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 9-9-2021 ως την 15-2-2022, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων και αποδοχών αδειών και επιδομάτων εορτών 2020 και 2021, με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως επικουρικά σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 19.521,43 ευρώ, άλλως επικουρικά, αν κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 10.471,54 ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει επιπλέον να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας του, το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης ζήτησε να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική δαπάνη του. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε, ερήμην της εναγομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 512/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρ. 614 παρ. 3 ΚΠολΔ), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.521,43 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 9-9-2021 έως 15-2-2022, επιδόματα εορτών Πάσχα 2022 και αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2022 καθώς και για αποδοχές αδείας 2021 και υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2021 με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ενώ ταυτόχρονα αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το επιπλέον ποσό των 3.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κήρυξε την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 9.000 ευρώ, ως προς την καταψηφιστική διάταξή της και επέβαλε στην εναγόμενη μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ποσού 700,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγόμενη με την κρινόμενη από …… έφεση, η οποία αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 19 ΚΠολΔ). Ασκήθηκε δε νομότυπα, κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, με κατάθεση στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην εκκαλούσα, γεγονός, που εξάλλου δεν αμφισβητείται, ούτε παρήλθε διετία από τη δημοσίευσή της (13-5-2022) έως την άσκηση της έφεσης (30-5-2022). Για το παραδεκτό της έφεσης δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παράβολου, λόγω του είδους της διαφοράς (άρθρ. 495 παρ. 3 εδαφ. τελευτ. ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία.

Κατά τον ΚΠολΔ η τοπική αρμοδιότητα, δηλαδή το ποσοστό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας που ασκεί καθένα συγκεκριμένο και γεωγραφικά εντοπισμένο δικαστήριο, συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της πολιτικής δίκης, που πρέπει να συντρέχει προκειμένου το δικαστήριο να εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 703/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Από τη νομική της φύση συνάγεται, πρώτον, ότι το βάρος αποδείξεως της κατά τόπον αρμοδιότητας φέρει ο ενάγων και, δεύτερον, ότι η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτησή της δεν συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της συγκεκριμένης διαδικαστικής προϋπόθεσης (ΕφΛαρ. 109/2002, Δικογραφία 2002/212 ΕφΠειρ. 818/1993, ΑρχΝ 1995/55, Γ. Νικολόπουλος, Η έννοια και η λειτουργία της ενστάσεως στο αστικό δικονομικό δίκαιο, 1987,σελ. 119, Ε. Τσαρούχη, σε Π. Κολοτούρου [επιμ.] Ενστάσεις κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2011, [4], αρ. 331, σελ. 200). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 επομ. και 42 - 44 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τοπική αρμοδιότητα καθορίζεται από το νόμο, όμως, επί διαφορών με περιουσιακό αντικείμενο, είναι δυνατή η παρέκτασή της με συμφωνία των διαδίκων, δυνάμει της οποίας ένα τοπικά αναρμόδιο κατά το νόμο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθίσταται αρμόδιο, η οποία, όταν πρόκειται για μελλοντικές διαφορές, είναι έγκυρη εφόσον καταρτίζεται εγγράφως, αναφέρεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές αυτές και προσδιορίζει το ή τα δικαστήρια που καθίστανται αρμόδια. Η έγκυρη συμφωνία παρεκτάσεως, ως έκφραση της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης (ΟλΑΠ 4/1992, Δνη 1992/749 , ΔΕΝ 1992/864 , ΕΕΔ 1993/275 , ΕΝαυτΔ 1992/193 , ΝοΒ 1992/707), παράγει δικονομική δέσμευση και, αν δεν περιέχει αντίθετη πρόβλεψη, δημιουργεί αποκλειστική αρμοδιότητα, η οποία υπερισχύει της νόμιμης γενικής δωσιδικίας του εναγομένου, αλλά και των συντρεχουσών ειδικών δωσιδικιών, με αποτέλεσμα ο ενάγων να στερείται του, κατά το άρθρο 41 ΚΠολΔ, δικαιώματος επιλογής, σε περίπτωση δε που εισαγάγει τη διαφορά προς εκδίκαση στο δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο αν δεν υπήρχε η συμφωνία παρεκτάσεως, αποκρούεται με την επίκληση της σχετικής ρήτρας. Το δικαίωμα του εναγομένου στην προβολή της αναρμοδιότητας, που θεμελιώνεται σε έγκυρη δικονομική συμφωνία, είναι δικονομικής φύσεως (ΜονΕφΠειρ. 480/2020, ΜονΕφΑΘ. 106/2018, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και για το λόγο αυτό δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στον οποίον εμπίπτει η άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 948/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1542/2014, ΧρΙΔ 2015/205, ΑΠ 1697/2013, ΧρΙΔ 2014/371, ΑΠ 1288/1994, ΕΕΔ 1996/41, ΑΠ 37/1989, Δνη 1990/798 ,ΕΕΝ 1989/932 , ΕΕΔ 1990/29, ΤριμΕφΠειρ. 640/2018, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα αυτού του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο, Α. Βαθρακοκοίλης, σε Π. Κατσιρούμπα [επιμ.] Ενστάσεις στην Πολιτική Δίκη, 2018, [4], αρ. 7, σελ. 119) ούτε ελέγχεται με βάση τα παραγγέλματα του άρθρου 116 ΚΠολΔ, το οποίο επιβάλλει μεν την καλόπιστη και σύμφωνα με τα χρηστά ήθη διεξαγωγή της δίκης, χωρίς όμως να οδηγεί σε απαράδεκτο ή ακυρότητα της κατ’ αντίθεση προς αυτά επιχειρούμενης διαδικαστικής πράξεως αλλά, ενδεχομένως, σε επιβολή ποινής τάξεως στο διάδικο ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, σύμφωνα με το άρθρο 205 ΚΠολΔ είτε ακόμη και σε επιδίκαση αποζημιώσεως (ΑΠ 563/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1595/2014, ΕπισκΕΔ 2014/358, ΑΠ 639/2012, Δνη 2013/1345, ΑΠ 1414/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 72/2018, αδημ., προσκομιζόμενη). Ο δικονομικός όμως χαρακτήρας της ως άνω συμφωνίας δεν αποκλείει την εφαρμογή σε ορισμένη έκταση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που αναφέρονται στην υπόσταση και την εγκυρότητα της ρήτρας παρεκτάσεως (ΑΠ 423/2018, ΧρΙΔ 2019/204), που συνήθως περιλαμβάνεται στο κείμενο συμβάσεως του ουσιαστικού δικαίου. Έτσι, για να απαλλαγεί ο ενάγων από τη δικονομική δέσμευσή του να απευθύνει την αγωγή στο επιλεγέν με τη ρήτρα παρεκτάσεως δικαστήριο δύναται μόνο να προσβάλει είτε καθ’ υποφοράν με την αγωγή του είτε με την προσθήκη στις προτάσεις του, αμυνόμενος κατά του περί αναρμοδιότητας του δικάζοντος δικαστηρίου ισχυρισμού του εναγομένου, που επικαλείται τη συμφωνία παρεκτάσεως, το κύρος της ρήτρας αυτής επικαλούμενος ακυρωσία ή ακυρότητά της και ειδικότερα είτε ελάττωμα της βουλήσεώς του κατά τα άρθρα 140 επομ., 146 και 150 ΑΚ (ΕφΑΘ. 4262/1990, Δνη 1991/576, Β. Βαθρακοκοίλης, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση [κατ’ άρθρο], τόμος Α, 1996, άρθρο 43, αρ. 7, σελ. 293) είτε εικονικότητά της κατά το άρθρο 139 του ιδίου Κώδικα (Κ. Κεραμέας/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας [- Νίκας], Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος I, 2000, άρθρο 42, αρ. 6, σελ. 100) είτε αντίθεσή της στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, η οποία (ανηθικότητα) καταφάσκεται ιδίως όταν δεσμεύεται υπέρμετρα η ελευθερία του προσώπου, όπως μπορεί να συμβεί και κατά τη συνομολόγηση της παρεκτάσεως της τοπικής αρμοδιότητας (ΑΠ 1158/2000, Δνη 2001, 1292).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη πρόβαλε ως λόγο έφεσης, την ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικάσαντος Δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 263 περ. α' ΚΠολΔ), επικαλούμενη ότι με σχετικό (υπ’ αριθμ 18) όρο στην έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, που υπογράφηκε από τον τελευταίο και αυτή, ως εργοδότριά του, προβλέφθηκε, οποιεσδήποτε διαφορές ανακύψουν από την ένδικη σύμβαση εργασίας, να υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Νομού Ηρακλείου. Ωστόσο, δεκτής γενομένης της σχετικής αντένστασης του ενάγοντα, που νομότυπα πρότεινε, και ως ουσιαστικά βάσιμης, η συνομολόγηση της παρέκτασης αυτής, αποτέλεσε προϊόν εκμετάλλευσης της ανάγκης του, και ως εκ τούτου αντιβαίνει στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, έχοντας ως σκοπό την παρέλκυση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και ευχερώς δύναται να εκπροσωπηθεί δικαστικά στην πόλη αυτή, οπότε δε θα καταστεί δυσχερέστερη η δικονομική της θέση, ενώ για τον ενάγοντα που χαρακτηρίζεται ως ασθενές μέρος της άνω σύμβασης και κατοικεί στην Αθήνα θα καταστεί υπέρμετρα επαχθές, καθόσον θα επιβαρυνθεί οικονομικά από την υπαγωγή της διαφοράς αποκλειστικά στα δικαστήρια του Νομού Ηρακλείου Κρήτης. Συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο που έκρινε ότι έχει κατά τόπο αρμοδιότητα για την επίλυση της κρινόμενης διαφοράς, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

 Η ένδικη, αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 340, 341, 345, 346, 648 επ., 655, 656 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 5 του Ν. 3198/1955, 1 ν. 3302/2004,2 παρ. 1,3 παρ. 1 και 5 παρ.Ι του α.ν. 539/1945, 6 ΚΥΑ 19040/81 Οικονομικών και Εργασίας, 70 και 176 ΚΠολΔ, με εξαίρεση την επικουρική βάση των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία είναι μη νόμιμη, αφού η αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατ' άρθ. 904 ΑΚ έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και στην προκειμένη περίπτωση στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η κύρια αγωγή. Ασκήθηκε δε παραδεκτά, εντός της τρίμηνης και εξάμηνης (αντίστοιχα) αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 Ν. 3198/1955, εφόσον επιδόθηκε στις 23-9-2021 (βλ. την υπ’ αριθμ. …………έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χρήστου Πολύζου), λαμβάνοντας ως αφετηρία την 8-9-2021 ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της,

I. Κατά το άρθρο 5 § 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή με την ποινή της ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βούλησης του εργοδότη για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθοιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του, καθώς και ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξάρτητα από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον απολυόμενο. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Οταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξίωσης για αποζημίωση λόγω απόλυσης ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τήρησης των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της ένστασης από το άρθρ. 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού.(βλ. ΑΠ 405/08 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 182/08 ΕλλΔνη 2009, 1041, ΑΠ 1940/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 293/04 ΕλλΔνη 2005, 442, ΑΠ 38/2004 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Βλαστού-Επίτομο Εργατικό Δίκαιο, β' έκδοση παρ. 347 σ. 938).

Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσης του μάρτυρα του ενάγοντος που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά αυτού, των υπ’ αριθμ. ………………ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Ρουτζούνη που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της (βλ. την υπ’ αριθμ. ………………έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Κων/νου Βατσάκη), και από όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, δίχως, ωστόσο, να παραλείπεται κανένα, για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία, στις 1-11-2016 με την ειδικότητα του πιλότου-χειριστή του ελικοφόρου αεροπλάνου τύπου ATR-42/72, διαθέτοντας την υπ’ αριθμ. GR 004166 Άδεια Πτήσεων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης, με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, σύμφωνα με το εκάστοτε υποβαλλόμενο εκ μέρους της εναγόμενης πρόγραμμα εργασίας, έχοντας προηγούμενη σχετική προϋπηρεσία στην εταιρία «ASTRA AIRLINES». Από την πρόσληψη του και για ενάμιση περίπου έτος εργαζόταν ως πιλότος- συγκυβερνήτης του ανωτέρω αεροπλάνου, ενώ από τις 1-11-2019 και μετά από κατάλληλη εκπαίδευση που έλαβε, εκτελούσε καθήκοντα κυβερνήτη αυτού, παραδίδοντας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα θεωρητικά μαθήματα σε νεώτερους πιλότους στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης στο Διεθνή Αερολιμένα «Ελευθέριος Βενιζέλος» στα Σπάτα Αττικής. Οι μηνιαίες αποδοχές του κατά την πρόσληψη του ανέρχονταν στο ποσό των 4488,97 ευρώ, ενώ από 1-3-2020 αναπροσαρμόσθηκαν στο ποσό των 2.991,87 ευρώ στα πλαίσια της πολιτικής της εναγόμενης για μείωση των αποδοχών των υψηλόμισθων εργαζομένων της. Στις 7-12-2020 εκτελούσε ως κυβερνήτης τη με στοιχεία SEH301 (CQ301-LGAV) πρωινή πτήση από Μυτιλήνη προς Αθήνα, με συγκυβερνήτη τον…………….., με τοπική ώρα αναχώρησης 9.11 π.μ. Προσεγγίζοντας το αεροδρόμιο “Ελευθέριος Βενιζέλος” και στο σημείο πάνω από την Κάρυστο Εύβοιας, διαπιστώθηκε σφοδρή καταιγίδα, η οποία δυσχέραινε την προσέγγιση του αεροσκάφους στο αεροδρόμιο, οπότε ο ενάγων ανέθεσε το χειρισμό του στο συγκυβερνήτη, ενώ ο ίδιος επικοινωνούσε μέσω ασυρμάτου με τον Πύργο Ελέγχου παρακολουθώντας την εξέλιξη του καιρικού φαινομένου. Από τον Πύργο Ελέγχου είχε δοθεί η εντολή το αεροσκάφος να βρίσκεται σε ύψος 7000 πόδια, εκτελώντας στροφές μέχρι να λάβει άδεια προσγείωσης στο αεροδρόμιο “Ελευθέριος Βενιζέλος”. Η επιτρεπόμενη ταχύτητα του αεροσκάφους ήταν 200 κόμβοι, όμως όπως προκύπτει από τα στοιχεία του καταγραφέα στοιχείων πτήσης FlightDatamonitoring (F.D.M) από λανθασμένο χειρισμό του συγκυβερνήτη, το αεροπλάνο μείωσε την ταχύτητα του στους 147 κόμβους, όπου πλέον δε μπορεί να πετάξει με ασφάλεια. Τότε ο ενάγων, ανέλαβε το χειρισμό του, ως κυβερνήτης και επιχείρησε να διορθώσει το λάθος αυτό, με αποτέλεσμα όμως το αεροσκάφος να λάβει ύψος περισσότερο από το καθορισμένο της πορείας του και να ανέλθει στα 11.000 πόδια. Μετά το περιστατικό αυτό που είχε ως συνέπεια ο …………..να υποβιβασθεί σε υπαλληλικό προσωπικό εδάφους της εναγόμενης, χορηγήθηκε στον ενάγοντα η ετήσια άδεια αναψυχής του έως τις 31-12-2020. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ανωτέρω χειρισμός του αεροσκάφους εκ μέρους του ενάγοντος στις 7-12-2020 έθεσε σε υψηλό κίνδυνο την ασφάλεια του αεροσκάφους και των επιβατών του, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δε συνοδεύτηκε από μοιραία εξέλιξη και ότι για το λόγο αυτό και στα πλαίσια της ασφάλειας της αεροπλοΐας ο ενάγων έκτοτε έπαυσε να συμπεριλαμβάνεται στα προγράμματα πτήσεων των αεροσκαφών, τελώντας σε αναστολή των πτητικών του καθηκόντων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το Μάρτιο του 2020 σημειώθηκε μεγάλη μείωση των αεροπορικών μετακινήσεων λόγω των μέτρων περιορισμού της διασποράς του COVID-19, έως τις 30-6-2021. Στις 28-8-2021 και μετά το πέρας της ετήσιας άδειας του 2021 έγινε γραπτή πρόταση στον ενάγοντα να απασχοληθεί ως προσωπικό εδάφους με προοπτική να επαναξιολογηθεί στο μέλλον για να επιστρέψει στα πτητικά του καθήκοντα, πρόταση την οποία αυτός δεν αποδέχθηκε, εμμένοντας να απασχολείται ως κυβερνήτης αεροσκάφους. Κατόπιν αυτών, στις 8-9-2021 η εναγόμενη του κοινοποίησε εξώδική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, δηλώνοντας ότι δεν θα του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενη το περιστατικό της 7-12-2020 που επέφερε κλονισμό της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του και δη στην εκτέλεση των πτητικών καθηκόντων του, σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης εργασίας του. Επ’ αυτού λεκτέα τα εξής: Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ως άνω περιστατικό που έλαβε χώρα στις 7-12-2020 στη με στοιχεία SEH301 (CQ301-LGAV) πρωινή πτήση από Μυτιλήνη προς Αθήνα, δεν διατάραξε την ασφάλεια της πτήσης, του πληρώματος και των επιβατών, ούτε των λοιπών πτήσεων που προσέγγιζαν το αεροδρόμιο “Ελευθέριος Βενιζέλος”, απόδειξη δε αυτού είναι το ότι δεν καταγράφηκε ως σοβαρό περιστατικό διακινδύνευσης ασφάλειας πτήσεων από την Υπηρεσία Ελληνικής Πολιτικής Αεροπορίας η οποία μεταξύ άλλων έχει αρμοδιότητα την εποπτεία λειτουργίας των υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας και τη συλλογή ανάλυση και αξιοποίηση των συμβάντων εναέριας κυκλοφορίας (βλ. το με αριθμ. AAIASB/1637/26-7-2021 έγγραφο της υπηρεσίας Εναέριας Διερεύνησης Ατυχημάτων και του Συμβουλίου Ασφάλειας της Αεροπορίας που αναφέρει επί λέξει: “Πιστοποιούμε ότι, σύμφωνα με τα αρχεία μας σχετικά με καταγραφές ατυχημάτων και σοβαρών περιστατικών που έχουν διερευνηθεί από την Υπηρεσία Ελληνικής Πολιτικής Αεροπορίας στο παρελθόν καθώς και από την Εναέρια Διερεύνηση Ατυχημάτων και από το Συμβούλιο Ασφάλειας της Αεροπορίας έως σήμερα, ο……………….., κάτοχος του υπ. αρίθμ. Part-FCL ATPL(A) EL.FCL.4166 δεν έχει αναμειχθεί σε κανένα ατύχημα ή σοβαρό περιστατικό κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε (5) ετών, ενώ διατελούσε είτε ως Κυβερνήτης Πιλότος είτε ως Συγκυβερνήτης Πιλότος”). Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω έλαβε χώρα αντισυμβατική εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ενάγοντα, που όμως δεν απαλλάσσει την εναγόμενη από την υποχρέωση καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης του, εφόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο I μείζονα πρόταση της παρούσας, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκπλήρωσε πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις του από κακοβουλία και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει την εναγόμενη να τον απολύσει ώστε να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, αποβλέποντας σε τούτο. Με τα περιστατικά αυτά, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, επειδή έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, οπότε η εναγόμενη κατέστη από την ημερομηνία της καταγγελίας υπερήμερη εργοδότρια ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και την καταβολή των αποδοχών του. Ειδικότερα του οφείλει ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 9-9-ως την 15-2-2022, και με βάση το μηνιαίο μισθό του ύψους 2.991,87 ευρώ: α) για το υπόλοιπο του μηνός Σεπτεμβρίου 2021, το ποσό των (22/30Χ 2.991,87) 2.194,03 ευρώ, β) για τον Οκτώβριο 2021 το ποσό των 2.991,87 ευρώ, γ) για το Νοέμβριο τού 2021 το ποσό των 2.991,87 ευρώ, δ) για τον Δεκέμβριο 2021 το ποσό των 2.991,87 ευρώ, για τον Ιανουάριο 2022 το ποσό των 2.991,87 ευρώ, και ε) για τις ημέρες του Φεβρουάριου ως και την 15-2-το ποσό των (15/28 X 2.991,87=) 1.602,78 ευρώ, ήτοι από 09-09-2021 ως 15-02-2022 οφείλεται το συνολικό ποσό των 15.764,29 (2.194,03 + 2.991,87 + 2.991,87 + 2.991,87 + 2.991,87 + 1.602,78) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του μηνός που κάθε μέρος του ποσού αυτού αφορά. Επίσης ο ενάγων δικαιούται ως αποδοχές μη ληφθείσας άδειας για το 2021 (υπόλοιπο 7 ημερών) το ποσό των 837,69 (2.991,87/25 X 7) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του έτους, ως υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2021 το ποσό των 837,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του έτους, ως αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2022 το ποσό των 573,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη λήξη του μηνός Απριλίου 2022, και ως αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2021 το ποσό των 1.508,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης του έτους, ήτοι συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 3.757,14 (837,69 + 837,69 +573,44+1508,32) ευρώ.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η εναγόμενη κατά τη διαχείριση της προκείμενης διαφοράς της με τον ενάγοντα εργαζόμενό της, με την επίδοση της από 8-9-2021 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του που έλαβε χώρα με ενέργεια του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Βατσάκη και τους ισχυρισμούς της που περιέχονταν σε αυτήν « περί εμπλοκής του σε σοβαρό περιστατικό διακινδύνευσης ασφάλειας πτήσεων» και της πρότασης σε αυτόν στα πλαίσια της πολιτικής της, όπως αναλάβει καθήκοντα προσωπικού εδάφους με προοπτική να επαναξιολογηθεί στο μέλλον για να επιστρέφει στα πτητικά του καθήκοντα, μπορεί να θεωρηθεί κατ' αντικειμενική κρίση ότι συνιστά από μόνη της παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, με την έννοια της μειωτικής της προσωπικότητας του ενάγοντος εργαζομένου της κατά τις εκφάνσεις της τιμής και της επαγγελματικής του οντότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι αυτή επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του ενάγοντος, καθώς έλαβε χώρα στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης, και στα επιτρεπτά πλαίσια της τακτικής που εφάρμοζε με τους εργαζόμενους της. Συνεπώς δεν γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης για αποκατάσταση ηθικής βλάβης με καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης και πρέπει το σχετικό κονδύλιο της αγωγής να απορριφθεί ως αβάσιμο. Να ληφθεί υπόψη ότι μόνη η μη καταβολή από την εναγόμενη της οφειλόμενης από το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3198/1955 αποζημίωσης δεν στοιχειοθετεί αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ σε βάρος της, σε κάθε περίπτωση διότι ο ενάγων διατηρεί την αντίστοιχη ενοχική αξίωση κατά της εργοδότριάς του και δεν ζημιώνεται από αυτήν την συμπεριφορά της.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.521,43 (15764,29 + 3.757,14) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό, κατέστη απαιτητό όπως ανωτέρω αναφέρεται. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης - εκκαλούσας μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος - εφεσίβλητου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογα προς την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος των προτάσεων του τελευταίου (άρθρ. 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την από 27-5-2022 έφεση κατά της με αριθμό 512/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, ερήμην της εναγόμενης.

Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 22-9-2021 ( αριθμό έκθεσης κατάθεσης 72898/1846/2021) αγωγή κατ' ουσίαν.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι ενός ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (19.521,43), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό που το απαρτίζει, κατέστη απαιτητό κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό οριζόμενα.

Καταδικάζει την εναγόμενη (εκκαλούσα) σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (εφεσίβλητου) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ».

 


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News