Δικηγορικό Γραφείο
ΣτΕ Δ’ 2175/2022: Αντισυνταγματική η εγγραφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων στο ΓΕΜΗΣΟΕ

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια και μέσα στα πλαίσια μιας οικονομίστικης λογικής του δικαίου, με στόχο βέβαια την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων, έχει σημειωθεί τεράστια οπισθοδρόμηση, τόσο σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο, όσο και στην εφαρμογή του.

Λαμπρά παραδείγματα του φαινομένου αυτού της συντηρητικοποίησης και της καταπάτησης όλων των κατακτήσεων της μεταπολιτευτικής περιόδου, αποτελούν ο Ν. 4738/2020 (νέος πτωχευτικός), η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με τον Ν. 4800/2021, η ίδρυση ΟΠΠΙ με τον Ν. 4777/2021, ο Ν. 4908/2022 (νέος αθλητικός νόμος) και, φυσικά, ο Ν. 4808/2021 περί προστασίας της εργασίας. Από τους τίτλους, δε, και μόνο των ενδεικτικώς αυτών αναφερόμενων νομοθετημάτων προκύπτουν η αυταρχικοποίηση, η καταστολή και εν τέλει ο πλήρης έλεγχος, που θέλουν να επιβληθούν, καταλαμβάνουν ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, από την προστασία της λεγόμενης «πρώτης κατοικίας», τις οικογενειακές σχέσεις, τον αθλητισμό και εν τέλει τις εργασιακές σχέσεις, ήτοι στον πυρήνα, ακριβώς, της παραγωγικής διαδικασίας και της οικονομικής δραστηριότητας.

Στην ως άνω διαδικασία αυτή του «εκσυγχρονισμού», η οποία επισπεύθηκε, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, στο όνομα του «δημοσίου συμφέροντος» με μια σειρά περιορισμών και συνταγματικών παραβιάσεων, δεν ήταν λίγες οι φορές, που ο νομοθέτης είχε την επιβεβαίωση και την αρωγή του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας μας, ήτοι του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο άρχισε, με αυτό τον τρόπο, να απομακρύνεται από την φιλελεύθερη παράδοσή του. Η υπ’ αριθμ. 2175/2022 απόφαση του Δ’ Τμήματος του, ωστόσο, δεν εντάσσεται στην κατηγορία αυτή, παραπέμποντας, για λόγους σπουδαιότητας και αντισυνταγματικότητας, την αίτηση ακύρωσης του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Αθήνας και του πρωτοβάθμιου σωματείου της ACS κατά της απόφασης 62599/26-8-2021 (Β’ 4279/16-9-2021) του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, στην Ολομέλεια του ΣτΕ. Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση αποτελεί εξειδίκευση του αμφιλεγόμενου Ν. 4808/2021 «για την προστασία της εργασίας», καθορίζοντας, μεταξύ άλλων τη διαδικασία εγγραφής των υπό σύσταση και υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, με ευθύνη των νόμιμων εκπροσώπων τους, στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ΓΕΜΗΣΟΕ).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος «όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου αυτού. Η ολομέλεια συγκροτείται σε δικαστικό σχηματισμό και αποφαίνεται οριστικά, όπως νόμος ορίζει. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας».

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω η 7μελής σύνθεση του Δ’ Τμήματος του Στε, υπό την προεδρία της αντιπροέδρου του ΣτΕ κ. Μαρίας Καραμανώφ και εισηγητή τον κ. Νίκο Μαρκόπουλο, εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον συνδικαλιστικό κόσμο ως «δικαίωση των συλλογικών εργατικών αγώνων» και «χαστούκι στον εκτρωματικό νόμο Χατζηδάκη», αφού έκρινε ότι η υποχρεωτική εγγραφή στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ΓΕΜΗΣΟΕ) είναι αντισυνταγματική, προσβάλλοντας το δικαίωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος) και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το συνδικαλιστικό νόμο 1264/1982 και στον Ν. 1876/1990 για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις . Μεταξύ άλλων, δε, στην απόφαση αναφέρεται ότι «η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος σκοπών δεν πρέπει να επιδιώκεται με νομοθετικές ρυθμίσεις που καταλήγουν να προσβάλλουν τον πυρήνα της συνδικαλιστικής ελευθερίας ή συνεπάγονται περιορισμούς της εν λόγω ελευθερίας κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας ή επιφέρουν παράνομη προσβολή άλλων προστατευτέων από το Σύνταγμα ή το Ενωσιακό Δίκαιο δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού».

Επιπλέον, σύμφωνα το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 2175/2022 απόφασης του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ, η εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ είναι αντίθετη και με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αφού «η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 1264/1982, περί σωρευτικής αναστολής σειράς συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στην περίπτωση της παράλειψης καταχώρισης ή επικαιροποίησης έστω και ενός μόνο στοιχείου, συνεπάγεται προδήλως δυσανάλογη, αλλά και ιδιαιτέρως σοβαρή επέμβαση στο δικαίωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας, κατά παράβαση του άρθρου 23 παρ. 1 του Συντάγματος», ενώ «όλες οι διατάξεις του άρθρου 10 της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως  περί χορήγησης στοιχείων, κατά το μέρος που αφορούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έχουν τεθεί καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 4 του Ν. 1876/1990». Τέλος, σύμφωνα με τους Συμβούλους της Επικρατείας «ούτε με το άρθρο 2 του Ν. 1264/1982, ως ισχύει, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 83 του Ν. 4808/2021, σχετικά με την εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ συνδικαλιστικής οργανώσεως –είτε αυτή είναι υπό σύσταση είτε ήδη υφιστάμενη –ούτε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση θεσπίζεται διαδικασία «διοικητικής εγκρίσεως» ή παροχής «διοικητικής αδείας» για τη σύσταση ή τη λειτουργία συνδικαλιστικής οργάνωσης». Με άλλα λόγια, η εγγραφή ή μη των συνδικαλιστικών οργανώσεων στο ΓΕΜΗΣΟΕ δεν αποτελεί όρο της νομιμότητάς τους και ως εκ τούτου η υποχρεωτικότητα της μοιάζει περισσότερο με επιβολή, έχοντας μόνο το περίβλημα της νομιμότητας, μα απέχοντας έτη φωτός από αυτή.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, η υπ’ αριθμ. 2175/2022 απόφαση του Δ’ Τμήματος του, το ΣτΕ υποδεικνύει ως παράνομες μια σειρά από διατάξεις που αφορούν το ηλεκτρονικό μητρώο, την οργάνωση και τη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνοντας ομόφωνα ότι είναι αντίθετες:

  • Ως προς το άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το Κράτος οφείλει να λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ’ αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου.
  • Ως προς το άρθρο 9 παρ. 1του νόμου για την Προστασία των προσωπικών δεδομένων (ΓΚΠΔ), σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, αφού επιβάλλεται η καταχώρηση στοιχείων των μελών και των οργάνων διοίκησης των οργανώσεων σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή και χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
  • Ως προς το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ και την ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα ίδρυσης συνδικάτων και προσχώρησης σε αυτά με σκοπό την προάσπιση εργατικών/ εργοδοτικών συμφερόντων.
  • Ως προς τη ΔΣΕ 87/1948, που κυρώθηκε στη χώρα μας με το ν.δ. 4204/1961 (ΦΕΚ 174/Α’), όπου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι δικαιούνται, χωρίς καμιά διάκριση και χωρίς καμιά προηγούμενη άδεια, να συνιστούν οργανώσεις της επιλογής τους, να γίνονται μέλη αυτών, να εκπονούν τα καταστατικά και τους διοικητικούς κανονισμούς τους, να εκλέγουν ελεύθερα τους αντιπροσώπους τους, να οργανώνουν τα της διαχείρισης και της δραστηριότητάς τους και να καταστρώνουν το πρόγραμμα των ενεργειών τους.
  • Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, αφού η παράλειψη καταχώρισης ή επικαιροποίησης έστω και ενός μόνο στοιχείου, συνεπάγεται προδήλως δυσανάλογη, αλλά και ιδιαιτέρως σοβαρή επέμβαση στο δικαίωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας, κατά παράβαση του άρθρου 23 παρ. 1 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου αντισυνταγματική κρίνεται και η ρύθμιση της παρ. 6 (α) του άρθρου 2 του Ν. 1264/1982, την οποία ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων έλαβε υπόψη για την έκδοση της υπ’ αριθμ. 62599/2021, ήδη προσβαλλόμενης, απόφασής του.
  • Ως προς το Ν. 1876/1990 και ειδικότερα του άρθρου 6 παρ. 4 (δ) αυτού, υπερβαίνοντας την εξουσιοδοτική διάταξη που αυτό περιλαμβάνει.

Ως εκ τούτου, και παρά τις διαβεβαιώσεις του Υπουργείου εργασίας ότι «το ΓΕΜΗΣΟΕ είναι μια μεταρρύθμιση που προάγει την διαφάνεια, την δημοκρατική λειτουργία και την αντιπροσωπευτικότητα στον συνδικαλισμό» και ότι «η απόφαση του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ, όπως αυτή δημοσιεύτηκε σε περίληψη, δεν θίγει τον νέο θεσμό του ΓΕΜΗΣΟΕ στον πυρήνα του», είναι γεγονός, ιδιαίτερα εν όψει της παραπομπής της υπόθεσης στην Ολομέλεια, όπου και θα κριθεί οριστικά, ότι με την εν λόγω απόφαση, ήδη, έχουν εντοπιστεί μια σειρά παραβιάσεων. Το γεγονός αυτό, δε, ενισχύεται από τη συνέχιση της διαδικασίας εγγραφής των συνδικαλιστικών οργανώσεων, τόσο των εργαζομένων, όσο και των εργοδοτών στα αντίστοιχα μητρώα του Υπουργείου Εργασίας, το οποίο υπογραμμίζει ότι η μη εγγραφή και κατ’ επέκταση η μη συμμόρφωση στην προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση επηρεάζει το εύρος των δικαιωμάτων των οργανώσεων αυτών, αποκαλύπτοντας το πραγματικό του κίνητρο, ήτοι την κατατρομοκράτηση όσων δεν συμμορφώνονται στις υποδείξεις του!

Η όλο και αυξανόμενη θεσμοθέτηση, μάλιστα, τέτοιων μητρώων (βλέπε μητρώα φιλάθλων), καθώς και το πολύ πρόσφατο σκάνδαλο των υποκλοπών, εντείνει την αίσθηση ότι το Κράτος έχει καταστεί ένα σύγχρονο Λεβιάθαν, που κατατρώει και παρακολουθεί ολόκληρη την κοινωνική δραστηριότητα των πολιτών του, αντιμετωπίζοντας τα εργατικά σωματεία, λίγο πολύ, σαν εγκληματικές οργανώσεις. Αυτό, μάλιστα, καταμαρτυρεί και το ήθος του!

Ακολουθεί, αυτολεξεί, η περίληψη της υπ’ αριθμ. 2175/2022 απόφασης του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ:

«Με την 2175/2022 απόφαση του Δ΄ Τμήματος επταμελούς συνθέσεως παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, αλλά και για λόγους σπουδαιότητας, η αίτηση ακυρώσεως που άσκησε το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας κ.λπ. (σύνολο 3 αιτούντες) κατά της απόφασης 62599/26.8.2021 "Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών" (Β΄ 4279/16.9.2021) του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 4 (δ) του ν. 1876/1990, ως ισχύει, με την οποία καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, η διαδικασία εγγραφής των υπό σύσταση και υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων στο τηρούμενο σε ηλεκτρονική μορφή εν λόγω Μητρώο, τα ειδικότερα καταχωρούμενα στοιχεία και έγγραφα και οι όροι πρόσβασης σε αυτό.

Με την ανωτέρω απόφαση το Τμήμα έκρινε ομόφωνα τα εξής:

Ούτε με το άρθρο 2 του ν. 1264/1982, ως ισχύει, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 83 του ν. 4808/2021, σχετικά με την εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ συνδικαλιστικής οργανώσεως -είτε αυτή είναι υπό σύσταση είτε ήδη υφιστάμενη- ούτε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση θεσπίζεται διαδικασία "διοικητικής εγκρίσεως" ή παροχής "διοικητικής αδείας" για την σύσταση ή τη λειτουργία συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Οι βασικές ρυθμίσεις του άρθρου 2 του ν. 1264/1982, ως ισχύει, περί εγγραφής στο ΓΕΜΗΣΟΕ και καταχώρισης στοιχείων συναφών με άσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, εντασσόμενες στο πλαίσιο επίτευξης συνταγματικώς θεμιτών και δημοσίου συμφέροντος σκοπών και ερειδόμενες, στην αναγνωριζόμενη από το Σύνταγμα ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίζει τους όρους άσκησης των αναγνωριζόμενων στο Σύνταγμα και το νόμο συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, δεν αντίκεινται, κατ’ αρχήν, αυτές καθ’αυτές, στο άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την συνδικαλιστική ελευθερία ούτε στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ ούτε στην 87/1948 ΔΣΕ.

Ωστόσο, όπως έκρινε το Δικαστήριο, η προαγωγή των συναφών θεμιτών και δημοσίου συμφέροντος σκοπών δεν πρέπει να επιδιώκεται με νομοθετικές ρυθμίσεις που καταλήγουν να προσβάλλουν τον πυρήνα της συνδικαλιστικής ελευθερίας ή συνεπάγονται περιορισμούς της εν λόγω ελευθερίας κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας ή επιφέρουν παράνομη προσβολή άλλων προστατευτέων από το Σύνταγμα ή και το Ενωσιακό Δίκαιο δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Υπό το πρίσμα αυτό κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι:

Η ρύθμιση της παρ. 6 (α) του άρθρου 2 του ν. 1264/1982, ως ισχύει, περί σωρευτικής αναστολής σειράς συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στην περίπτωση της παράλειψης καταχώρισης ή επικαιροποίησης έστω και ενός μόνο στοιχείου εκ των οριζόμενων στην περ. γ΄ της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, συνεπάγεται προδήλως δυσανάλογη, αλλά και ιδιαιτέρως σοβαρή επέμβαση στο δικαίωμα της συνδικαλιστικής ελευθερίας, κατά παράβαση του άρθρου 23 παρ. 1 του Συντάγματος.

Όλες οι διατάξεις του άρθρου 10 της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως περί χορήγησης στοιχείων, κατά το μέρος που αφορούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έχουν τεθεί καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 4 (δ) του ν.1876/1990.

Οι διατάξεις των παρ. 4 περ. γ΄ και παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 1264/1982, ως ισχύει, συνδυαστικά εφαρμοζόμενες, επιβάλλουν την υποχρέωση στις συνδικαλιστικές οργανώσεις να καταχωρούν στο ΓΕΜΗΣΟΕ τα στοιχεία των μελών των οργάνων διοίκησής τους σε κάθε περίπτωση, ακόμη δηλαδή και χωρίς την συγκατάθεσή τους.

Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό οι εν λόγω διατάξεις αντίκεινται στην διάταξη της περ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 9 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679) και, συνακόλουθα, στη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 9 του ιδίου Κανονισμού (ΓΚΠΔ), η οποία θέτει τον κανόνα της απαγόρευσης επεξεργασίας των ειδικών προσωπικών δεδομένων που αποκαλύπτουν την συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση.

Η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 1264/1982, ως ισχύει, η οποία επιτρέπει την επεξεργασία ειδικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, μέσω της καταχωρίσεως των πρακτικών διαλογής των ψηφοδελτίων και καταμέτρησης των ηλεκτρονικών ψήφων στο ΓΕΜΗΣΟΕ αντίκειται στην διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ, η οποία απαγορεύει την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων.

Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ως μη νόμιμη τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 12 της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης, η οποία ορίζει την 1.1.2022 ως την ημερομηνία έναρξη ισχύος της.

Και τούτο, διότι, με την εν λόγω διάταξη εκκινεί, εν τοις πράγμασι, από τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η λειτουργία του ΓΕΜΗΣΟΕ, μολονότι ουσιώδεις ρυθμίσεις της οργάνωσης και λειτουργίας του έχουν τεθεί κατά παράβαση του άρθρου 23 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 9 παρ. 1 του ΓΚΠΔ και καθ’ υπέρβαση της σχετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 4 (δ) του ν. 1876/1990, ως ισχύει».


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News