Δικηγορικό Γραφείο
37/2022 Ειρ. Άρτας (ειδ. Διαδ. Περιουσιακών –εργατικών διαφορών) –Το επιτρεπτό του συμψηφισμού των αποδοχών

«ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΡΤΑΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ 37/2022

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ –ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή………………, Ειρηνοδίκη και τη Γραμματέα……….

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021 και ώρα 10.00 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ:……………….., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του……...

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ:…………………………….., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελευθερίου Κιούκη.

Ο ενάγων με τη ……………………αγωγή του που απηύθυνε στο Δικαστήριο αυτό και για όσους λόγους εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του.

Για τη συζήτηση τη υπόθεσης ορίστηκε με την υπ' αριθ. ……/2020 πράξη της Γραμματέως δικάσιμος η 03η-03-2021 και μετά από αναβολή, εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ.4020/1959, είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία οι αμοιβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται στο δεύτερο, για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία, θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών, που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες. Από την ίδια διάταξη εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού, στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του, λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 1254/2013 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25825/1951 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης τις Κυριακές ή αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας δεν συμψηφίζονται προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές που ενδεχομένως είναι ανώτερες των νομίμων, ελάχιστων ορίων, μισθών και ημερομισθίων. Κατά την αληθή έννοια όμως, των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνον ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία, κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας, κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις, για επιπλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων κατ' εξαίρεση υπερωριών), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφ' όσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα, από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (Ολ ΑΠ 87/1971 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 180/2015 Ε7 2015.707). Πάντως είναι έγκυρη η συμφωνία περί προκαταβολής στον μισθωτό ορισμένου επιπλέον του μισθού ποσού, έναντι συγκεκριμένης παρασχεθησομένης υπερωριακής εργασίας. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με τις αξιώσεις του μισθωτού εκ της πραγματοποιηθείσης εργασίας αυτής (ΑΠ 1112/11). Είναι επίσης έγκυρη τέτοια συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, όσον αφορά στην εργασία κατά την έκτη μέρα επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (ΑΠ. 1208/2013, ΕφΘρακ 162/2015 ΤΝΠ-nomos) ή τα επιδόματα εορτών (ΕφΛαρ 807/2006 ΤΝΠ-nomos). Είναι όμως άκυρη τέτοια συμφωνία όσον αφορά στις αποδοχές και το επίδομα άδειας (ΕφΘ 292/2012 ΤΝΠ- nomos).

Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι την ………2014 προσελήφθη από τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση με κύριο αντικείμενο τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων με έδρα την πόλη της Άρτας, με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγού, κατέχοντας ο ίδιος επαγγελματική άδεια οδήγησης ΕΖ κατηγορίας, με μηνιαίο μικτό ποσού 761,91 ευρώ. Ότι στην πραγματικότητα κατόπιν μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας ο καθαρός του μισθός ανερχόταν στο ποσό 1.000 ευρώ για τα έτη 2015 και 2016 και στο ποσό των 1.100 ευρώ για το έτος 2017 μέχρι την 03η-04-2017 οπότε και απολύθηκε και ότι η συμφωνία τους αφορούσε σε πενθήμερη εργασία εβδομαδιαίως, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή και από 08.00 πμ έως 16.00 μμ. Ότι ενώ προσέφερε την εργασία του κυρίως εκτελώντας δρομολόγια στα οποία μετέφερε καύσιμα, δεν του κατέβαλε και εξακολουθεί να του οφείλει τις απολαβές του για εργασία τα Σάββατα, για υπερεργασία και κατ'εξαίρεση υπερωρίες και για εργασία κατά τη διάρκεια της νύχτας που πραγματοποίησε τελικώς ο ενάγων πέραν της αρχικής τους συμφωνίας καθ' όλο το ως άνω διάστημα. Μετά ταύτα ζητεί, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλει για τους λόγους αυτούς, τα οφειλόμενα από τη σύμβαση εργασίας ποσά, άλλως επικουρικώς και σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού κατ' εκτίμηση του δικογράφου, όπως τα κονδύλια αυτά αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή, το συνολικό ποσό των (8.468,41 + 3.228,00 + 3.103,80 + 793,65 + 4.393,85) 19.987,71 ευρώ με τον με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη ημέρα εκείνης που ήταν υποχρεωμένος και όφειλε να καταβάλει , άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 14 παρ. 2, 16 περ. 2, 25 παρ 2 ΚΓΊοΛΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 παρ. 3 και 621 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, όπως τα ανωτέρω άρθρα τροποποιήθηκαν από το ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΡΘΡΟ, Κεφ. Γ, τίτλο III του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A 87/23.7.15) και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άνω νόμου, που περιλαμβάνονται στο ΕΝΑΤΟ ΑΡΘΡΟ αυτού και την παρ. 2 αυτού, σε κάθε αγωγή εργατικών διαφορών που κατατίθεται μετά την 1.1.2016 και είναι πλήρως ορισμένη -απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου περί του αντιθέτου και νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 330, 340, 341, 345, 346 και 648 επ. ΑΚ, 13 της 12/84 απφ ΔΔΔΔ Αθηνών (ΥΑ 12430/84), ΥΑ 19533/85 για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, αρθ 8 Ν. 3846/2010, αρθ. 74 Ν. 3863/2010, 176, 218, 621 παρ 2 εδ σ', 907 και 908 περ ε'. Πρέπει, συνεπώς η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της χωρίς να απαιτείται για το καταψηφιστικό αίτημά της η προσκόμιση δικαστικού ενσήμου, καθώς αυτό δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή του ποσό της καθ' ύλην αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου (αρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ).

Από την ένορκη εξέταση της μάρτυρα απόδειξης και ανταπόδειξης τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη από τον εναγόμενο την …..2014, ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση με κύριο αντικείμενο τις οδικές μεταφορές πετρελαϊκών προϊόντων με βυτιοφόρα αυτοκίνητα με έδρα την πόλη της Άρτας με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγού, κατέχοντας ο ίδιος επαγγελματική άδεια οδήγησης Ε' κατηγορίας με μηνιαίο μικτό μισθό ποσού 761,91 ευρώ. Ο εναγόμενος διέκοψε τη λειτουργία της επιχείρησης αυτής την 31/12/2017 λόγω οικονομικών δυσχερειών. Ο καθαρός του μισθός θα ανερχόταν κανονικά στο ποσό των 616,53 ευρώ μηνιαίως δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης από Δευτέρα έως Παρασκευή και ώρες Ο8.ΟΟπμ - 16.00. Επειδή, όμως, ο χρόνος απασχόλησής του, εξαρτώμενος πολλές φορές από τις συνθήκες κυκλοφορίας στους δρόμους, τη διαθεσιμότητα και ετοιμότητα των διυλιστηρίων για φόρτωση και των πελατών για εκφόρτωση δεν μπορούσε να καθοριστεί εκ των προτέρων απολύτως συγκεκριμένως ούτε μπορούσε να διακοπεί η φόρτωση και η εκφόρτωση στους πελάτες, εξαρχής συμφωνήθηκε μεταξύ τους- κατά την πάγια τακτική που ακολουθείται, ως δίδαγμα κοινής πείρας, με του οδηγούς βυτιοφόρων οχημάτων εσωτερικών μεταφορών ότι ο εναγόμενος-εργοδότης θα κατέβαλλε στον ενάγοντα υψηλότερες από τις βασικές τακτικές μηνιαίες αποδοχές και ότι με τις υπέρτερες αποδοχές θα καλύπτονταν οι επιπλέον αμοιβές που θα εδικαιούτο για υπέρβαση του ωραρίου του, για υπερεργασία, εργασία κατά τα Σάββατα, αλλά και εργασία κατά τη νύχτα, όπως άλλωστε κατέθεσε και η μάρτυρας ανταπόδειξης κατά τη με όρκο εξέτασή της. Σημειωτέον ότι ο ενάγων ενώ συνομολογεί την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας για τις υψηλότερες αυτές μηνιαίες απολαβές, εντούτοις ουδεμία πειστική εξήγηση εισέφερε στο Δικαστήριο ως προς το σε τί άλλο θα μπορούσε να αφορά η εν λόγω προφορική συμφωνία-αν όχι στην κάλυψη των επιπλέον αυτών απολαβών και ποιος ο λόγος ή το κίνητρο που ώθησε τον εναγόμενο εργοδότη να τη συνάψει με τον ενάγοντα, δεδομένου ότι οι απολαβές αυτές ξεπερνούν κατά πολύ τις νόμιμες. Ειδικότερα ευχερώς αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε προφορικώς εξαρχής να καταβάλλεται στον εναγόμενο οδηγό μεγαλύτερο ποσό από το ως άνω των 616,53 ευρώ, ήτοι το ποσό των 1.000 ευρώ καθαρά μηνιαίως για τα έτη 2015 και 2016, προσαυξημένος δηλ. κατά 63% και το ποσό των 1.100 ευρώ καθαρά μηνιαίως για το έτος 2017, προσαυξημένος δηλ. κατά 79,2%. Αναλυτικώς, για τα έτη 2015 και 2016 είχαν συμφωνήσει εξαρχής, όπως αποδείχθηκε, ότι επιπλέον των ελάχιστων μηνιαίων αποδοχών του, θα του καταβάλλονται μηνιαίως ως υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου εργασίας του (40 ώρες/εβδ, Δευτ-Παρασκ): α) για την παρεχόμενη από εκείνον προσαυξημένη (ως έκτη μέρα, επιπλέον προσαύξησης υπερωρίας και νύχτας) πρόσθετη αμοιβή για την εργασία καθ' ημέρα Σάββατο, το ποσό των 222,00 ευρώ, β) για την παρεχόμενη από εκείνον προσαυξημένη αμοιβή για την υπερεργασιακή απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 75,00 ευρώ, γ) για την παρεχόμενη από εκείνον νυχτερινή απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 20,00 ευρώ και δ) ως προκαταβολή συγκεκριμένα για δέκα και μισή (10,5) ώρες υπερωριακής απασχόλησης από Δευτέρα έως Παρασκευή, ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 69,47 ευρώ και συνολικώς το ποσό των 386,47 ευρώ. Ομοίως για το έτος 2017 αποδείχθηκε ότι είχαν συμφωνήσει εξαρχής μεταξύ τους, ότι επιπλέον των ελάχιστων μηνιαίων αποδοχών του, θα καταβάλλονται στον ενάγοντα μηνιαίως ως υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου εργασίας του (40 ώρες/εβδ, Δευτ-Παρασκ): α) για την παρεχόμενη από εκείνον προσαυξημένη (ως έκτη μέρα, επιπλέον προσαύξησης υπερωρίας και νύχτας) πρόσθετη αμοιβή για την εργασία καθ' ημέρα Σάββατο, το ποσό των 222,00 ευρώ, β) για την παρεχόμενη από εκείνον προσαυξημένη αμοιβή για την υπερεργασιακή απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 75,00 ευρώ, γ) για την παρεχόμενη από εκείνον νυχτερινή απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 20,00 ευρώ και δ) ως προκαταβολή συγκεκριμένα για εικοσιπέντε και μισή (25,5) ώρες υπερωριακής απασχόλησης από Δευτέρα έως Παρασκευή, ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 169,47 ευρώ και συνολικώς το ποσό των 486,47 ευρώ. Η συμφωνία αυτή δεν ήταν καινούρια για τον ενάγοντα, καθώς όπως αποδείχθηκε με την ίδια συμφωνία-στο ύψος των 1.000,00 καθαρών μηνιαίων απολαβών, εργαζόταν επί πολλά έτη και στον πατέρα του εναγομένου, μετά τη συνταξιοδότηση του οποίου, ανέλαβε την επιχείρηση ο ως άνω εναγόμενος-υιός του, χωρίς ποτέ ο ενάγων να διαμαρτυρηθεί ή να εναντιωθεί με οιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν λεπτομερώς στη μείζονα σκέψη, οι συμφωνίες αυτές είναι νόμιμες και έγκυρες επομένως παράγουν έννομες συνέπειες, ακόμη και αυτή περί υπερωριών, καθώς πρόκειται για συμφωνία περί προκαταβολής στον μισθωτό ορισμένου επιπλέον του μισθού ποσού, έναντι συγκεκριμένης παρασχεθησομένης υπερωριακής εργασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων έχει ήδη λάβει από τον εναγόμενο ως επιπλέον ποσά πέραν των ελάχιστων τακτικών καθαρών μηνιαίων αποδοχών του τα εξής ποσά: Για το έτος 2015, το ποσό των [ 12 X (1.000 - 613,53)= 386,47)] 4.637,44 ευρώ, για το έτος 2016 ομοίως το ποσό των [ 12 X (1.000 - 613,53)= 386,47)] 4.637,44 ευρώ και για το έτος 2017 το ποσό των [ 3 X (1.100 - 613,53)= 486,47)] 1.459,41 ευρώ και συνολικά για λιγότερο από 30 μήνες εργασίας περίπου το επιπλέον ποσό των 10.800 ευρώ. Λεκτέον ότι ο ενάγων οδηγός μέχρι την 03-04-2017 οπότε και απολύθηκε από την επιχείρηση και καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του εκτελούσε ένα μακρινό δρομολόγιο -όχι σταθερά στον αριθμό ανά μήνα, από την Άρτα στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης και πίσω, όπου εδρεύει ο Όμιλος Ελληνικά Πετρέλαια για αγορά και μεταφορά υγρών καυσίμων και μερικότερα τοπικά στον Νομό της Άρτας και γύρωθεν προκειμένου να υλοποιεί τις διανομές-παραγγελίες (ιδ ενδεικτικά τα προσκομισθέντα δελτία αποστολής για τον μήνα Οκτώβριο έτους 2016,από τα οποία συνάγεται ότι ο ενάγων εκτέλεσε μόνο 4 δρομολόγια για τον μήνα αυτό, στις 12/10, στις 20/10, στις 24/10 και στις 29/10/2016). Ως προς τις ακριβείς ημέρες, νύχτες και ώρες που εργάστηκε ο ενάγων αποδείχθηκε για το έτος 2015 ότι: Εργάστηκε 21 Σάββατα από ώρα 01.30 πμ έως 18.30 μμ, ήτοι για 17 ώρες ημερησίως. Συνεπώς επί βασικού καθαρού ωρομισθίου εκ ποσού (613,56 : 25 : 6,6)=3,71 ευρώ, θα οφειλόταν καταρχήν σε αυτόν το ποσό των [8 ώρες X (3,71 ευρώ + 30% προσαύξηση λόγω Σαββάτου)= 4,82 ]=38,56 X 21 Σάββατα= 809,76 ευρώ. Για 4,5 ώρες υπερωρίας X (4,82 + 80% προσαύξηση υπερωρίας )= 8,67 ευρώ X 21 Σάββατα =819,88 ευρώ. Για 4,5 ώρες νυχτερινής υπερωρίας X 4,82 + 25% προσαύξηση νύχτας + 80% προσαύξηση υπερωρίας X 21 Σάββατα = 1.024,34 και συνολικά το ποσό των 2.653,98 ευρώ. Περαιτέρω σχετικά με την υπερεργασία του κατά το έτος 2015 αποδείχθηκε ότι: Ο ενάγων εργάστηκε 5 ώρες/εβδομάδα για 40 εβδομάδες υπερεργασιακά και συνολικώς 200 ώρες ετησίως. Συνεπώς επί του βασικού καθαρού ωρομισθίου εκ ποσού (613,56 : 25 : 6,6)= 3,71 ευρώ, θα του οφειλόταν καταρχήν το ποσό των [200ώρες X (3,71 + 20%)= 4,45 ευρώ]= 890,00 ευρώ. Σχετικά με την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος για το έτος 2015 αποδείχθηκε ότι: Εργάστηκε υπερωριακώς για 160 ώρες ετησίως. Συνεπώς, επί βασικού ωρομισθίου εκ ποσού ((613,56 : 25 : 6,6)= 3,71 ευρώ, θα του οφειλόταν καταρχήν το ποσό των [160 ώρες X (3,71 + 80%)] = 1.067,24 ευρώ. Τέλος, σχετικά με τη νυχτερινή του εργασία για το έτος 2015 πρέπει να του επιδικαστεί η προσαύξηση του 25% της νυχτερινής εργασίας των (79-21 Σάββατα)= 58 ημερών, δηλαδή η προσαύξηση επί του καθαρού ημερομισθίου ήτοι (3,71 X 25%)=0,92 ευρώ X 4,5 ώρες X (79-21) 58 ημέρες = 240,12 ευρώ. Με δεδομένο όμως ότι προϋπήρχε σχετική συμφωνία για την κάλυψη των ποσών αυτών και γενομένης δεκτής της ένστασης συμψηφισμού του εναγομένου με το ποσό των 4.637,44 ευρώ που ο ενάγων ήδη έχει εισπράξει, πρέπει να γίνει ο εξής καταλογισμός: Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 2.653,98 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με την εργασία του ενάγοντος κατά τα Σάββατα. Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 890,00 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με την υπερεργασία του ενάγοντος. Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 240,12 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με τη νυχτερινή εργασία που παρείχε ο ενάγων. Τέλος το εναπομείναν ποσό των (4.637,44 -2.653,98 -890,00 -240,12)= 853,54 ευρώ, πρέπει να καταλογιστεί συμψηφιστικώς έναντι της προκαταβολής που έλαβε ο ενάγων για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή του απασχόληση μέχρι του ποσού των 1.067,24 ευρώ, παραμένοντας έτσι ανεξόφλητο ποσό εκ της υπερωριακής απασχόλησής του το ποσό των (1.067,24 - 853,34)=; 213,90 ευρώ. Ως προς τις ακριβείς ημέρες, νύχτες και ώρες που εργάστηκε ο ενάγων αποδείχθηκε για το έτος 2016 ότι: Εργάστηκε 16 Σάββατα από ώρα 01.30 πμ έως 18.30 μμ, ήτοι για 17 ώρες ημερησίως. Συνεπώς επί βασικού. καθαρού ωρομισθίου εκ ποσού (613,56 : 25 : 6,6)=3,71 ευρώ, θα οφειλόταν καταρχήν σε αυτόν το ποσό των [8 ώρες X (3,71 ευρώ + 30% προσαύξηση λόγω Σαββάτου)= 4,82 ]=38,56 X 16 Σάββατα= 616,96 ευρώ. Για 4,5 ώρες υπερωρίας X (4,82 + 80% προσαύξηση υπερωρίας )= 8,67 ευρώ X 16 Σάββατα =624,64 ευρώ. Για 4,5 ώρες νυχτερινής υπερωρίας X 4,82 + 25% προσαύξηση νύχτας + 80% προσαύξηση υπερωρίας X 16 Σάββατα = 780,48 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.022,08 ευρώ. Περαιτέρω σχετικά με την υπερεργασία του κατά το έτος 2016 αποδείχθηκε ότι: Ο ενάγων εργάστηκε 5 ώρες/εβδομάδα για 40 εβδομάδες υπερεργασιακά και συνολικώς 200 ώρες ετησίως. Συνεπώς επί του βασικού καθαρού ωρομισθίου εκ ποσού (613,56 : 25 : 6,6)= 3,71 ευρώ, θα του οφειλόταν καταρχήν το ποσό των [200ώρες X (3,71 + 20%)= 4,45 ευρώ] = 890,00 ευρώ. Σχετικά με την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος για το έτος 2016 αποδείχθηκε ότι: Εργάστηκε υπερωριακώς για 160 ώρες ετησίως. Συνεπώς, επί βασικού ωρομισθίου εκ ποσού ((613,56 : 25 : 6,6)= 3,71 ευρώ, θα του οφειλόταν καταρχήν το ποσό των [160 ώρες X (3,71 + 80%)] = 1.067,24 ευρώ. Τέλος, σχετικά με τη νυχτερινή του εργασία για το έτος 2016 πρέπει να του επιδικαστεί η προσαύξηση του 25% της νυχτερινής εργασίας των (72-16 Σάββατα)= 56 ημερών, δηλαδή η προσαύξηση επί του καθαρού ημερομισθίου ήτοι (3,71 X 25%)=0,92 ευρώ X 4,5 ώρες X (72-16) 56 ημέρες = 231,84 ευρώ. Με δεδομένο όμως ότι προϋπήρχε σχετική συμφωνία για την κάλυψη των ποσών αυτών και γενομένης δεκτής της ένστασης συμψηφισμού του εναγομένου με το ποσό των 4.637,44 ευρώ που ο ενάγων ήδη έχει εισπράξει, πρέπει να γίνει ο εξής καταλογισμός; Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 2.022,08 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με την εργασία του ενάγοντος κατά τα Σάββατο. Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 890,00 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με την υπερεργασία του ενάγοντος. Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 231,84 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με τη νυχτερινή εργασία που παρείχε ο ενάγων. Τέλος το εναπομείναν ποσό των (4.637,44 -2.022,98 -890,00 -231,84)= 1.492,62 ευρώ, πρέπει να καταλογιστεί συμψηφιστικώς έναντι της προκαταβολής που έλαβε ο ενάγων για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή του απασχόληση μέχρι του ποσού των 1.067,24 ευρώ, εξοφλώντας έτσι πλήρως και το κονδύλιο αυτό και παραμένοντος πιστωτικού υπολοίπου το ποσό των 425,38 ευρώ. Ως προς τις ακριβείς ημέρες νύχτες και ώρες που εργάστηκε ο ενάγων αποδείχθηκε για το έτος 2017 ότι: Εργάστηκε 4 Σάββατα από ώρα 01.30 πμ έως 18.30 μμ, ήτοι για 17 ώρες ημερησίως. Συνεπώς επί βασικού καθαρού ωρομισθίου εκ ποσού (613,56 : 25 : 6,6)=3,71 ευρώ, θα οφειλόταν καταρχήν σε αυτόν το ποσό των [8 ώρες X (3,71 ευρώ + 30% προσαύξηση λόγω Σαββάτου)= 4,82 ]=38,56 X 4 Σάββατα= 154,24 ευρώ. Για 4,5 ώρες υπερωρίας X (4,82 + 80% προσαύξηση υπερωρίας )= 8,67 ευρώ X 4 Σάββατα =156,16 ευρώ. Για 4,5 ώρες νυχτερινής υπερωρίας X 4,82 + 25% προσαύξηση νύχτας + 80% προσαύξηση υπερωρίας X 4 Σάββατα = 195,12 ευρώ και συνολικά το ποσό των 505,52 ευρώ. Περαιτέρω σχετικά με την υπερεργασία του κατά το έτος 2017 αποδείχθηκε ότι: Ο ενάγων εργάστηκε 5 ώρες/εβδομάδα για 7 εβδομάδες υπερεργασιακά και συνολικώς 35 ώρες. Συνεπώς επί του βασικού καθαρού ωρομισθίου εκ ποσού (613,56 : 25 : 6,6)= 3,71 ευρώ, θα του οφειλόταν καταρχήν το ποσό των [35 ώρες X (3,71 + 20%)= 4,45 ευρώ]= 155,75 ευρώ. Σχετικά με την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος για το έτος 2017 αποδείχθηκε ότι: Εργάστηκε υπερωριακώς για 42,5 ώρες. Συνεπώς, επί βασικού ωρομισθίου εκ ποσού ((613,56 : 25 : 6,6)= 3,71 ευρώ, θα του οφειλόταν καταρχήν το ποσό των [42,5 ώρες X (3,71 + 80%)] = 283,47 ευρώ. Τέλος, σχετικά με τη νυχτερινή του εργασία για το έτος 2017 πρέπει να του επιδικαστεί η προσαύξηση του 25% της νυχτερινής εργασίας των (20-4 Σάββατα)= 16 ημερών, δηλαδή η προσαύξηση επί του καθαρού ημερομισθίου ήτοι (3,71 X 25%)=0,92 ευρώ X 4,5 ώρεςΧ (20-4) 16 ημέρες = 66,24 ευρώ. Με δεδομένο όμως ότι προϋπήρχε σχετική συμφωνία για την κάλυψη των ποσών αυτών και γενομένης δεκτής της ένστασης συμψηφισμού του εναγομένου με το ποσό των 1.459,41 ευρώ που ο ενάγων ήδη έχει εισπράξει, πρέπει να γίνει ο εξής καταλογισμός: Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 505,52 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με την εργασία του ενάγοντος κατά τα Σάββατα. Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 155,72 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με την υπερεργασία του ενάγοντος. Μέρος του ως άνω ποσού ως το ανώτερο σε κάθε περίπτωση ποσό των 66,24 ευρώ πρέπει να συμψηφιστεί με τη νυχτερινή εργασία που παρείχε ο ενάγων. Τέλος το εναπομείναν ποσό των (1.459,41 -505,52 -155,72 -66,24)= 732,25 ευρώ, πρέπει να καταλογιστεί συμψηφιστικώς έναντι της προκαταβολής που έλαβε ο ενάγων για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή του απασχόληση μέχρι του ποσού των 283,47 ευρώ, εξοφλώντας έτσι πλήρως και το κονδύλιο αυτό και παραμένοντος πιστωτικού υπολοίπου το ποσό των 448,78 ευρώ. Συνεπώς ο εναγόμενος, γενομένης δεκτής της ένστασης του εναγομένου κα' ουσία της, οφείλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 213,90 ευρώ.

Κατά συνέπεια όλων όσων προεκτέθηκαν πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή κατ' ουσία και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 213,90 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή διότι δεν πιθανολογείται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρο 908 περίπτ. ε'ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 178 παρ. 1 ΚΠολΔ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των διακοσίων δέκα τριών ευρώ και ενενήντα λεπτών (213,90 €) νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής».


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News