Δικηγορικό Γραφείο

Ως προς το εύρος του ελέγχου του Δικαστηρίου του κύρους της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής  και τη νομιμοποίηση του εξ αναγωγής δικαιούχου της απαίτησης εκ της επιταγής. Δεν αρκεί μόνη η κατοχή του σώματος της επιταγής, αλλά απαιτείται οικεία εξοφλητική απόδειξη

« Το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, για την έκδοση της Διαταγής Πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί να στηριχθεί σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά που προσκομίστηκαν στο Δικαστή, που εξέδωσε τη διαταγή, αλλά οφείλει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη Διαταγή Πληρωμής [ΑΠ 1408/1987 ΕΕΝ 1988.755, ΕφΑΘ 2701/1988 Δνη 30 (1989), 143], χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο, ως προς την ουσιαστική αξίωση, διότι αντικείμενό της επί της ανακοπής δίκης είναι ο έλεγχος της νομιμότητος και του κύρους της Διαταγής Πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξιώσεως [ΑΠ 1870/1986 Δνη 29 (1988), 281, ΕφΠειρ 799/1999 Δνη 41 (2000), 494, ΕφΠειρ 849/1993, Δνη 35 (1994), 1696]. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 40, 44, 46 και 47 του ν. 5960/1933 «περί επιταγής», προκύπτει ότι κάθε υπογραφέας της επιταγής και εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε αυτήν στον κομιστή της, δικαιούται να απαιτήσει, κατά την πληρωμή της, την προς αυτόν παράδοση της επιταγής, με εξοφλημένο λογαριασμό και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τη σειρά τους, να ενάγει ατομικά ή ομαδικά τους προγενέστερους αυτού υπόχρεους [οπισθογράφο, εκδότη ή άλλους], ζητώντας ολόκληρο το ποσό που πλήρωσε με τους τόκους από την ημέρα καταβολής αυτού και τα έξοδα. Η πληρωμή του ποσού της επιταγής, από τον υπογραφέα αυτής προς τον κομιστή της, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της παραπάνω αξιώσεως αναγωγής προς απόδοση, η οποία στηρίζεται στην ιδιότητα του πληρώσαντος, ως εξ επιταγής υπόχρεου και στο γεγονός της πληρωμής της επιταγής. Το δικαίωμα αναγωγής του άρθρου 40 άνω ν. 5960/1933 κατά των υπογραφέων της επιταγής διαφέρει από το προβλεπόμενο στο άνω άρθρο 44 παρ.2 δικαίωμα του πληρώσαντος οφειλέτη-οπισθογράφου προς απόδοση εναντίον των προηγούμενων αυτού υπογραφέων της επιταγής, ως προς τις προϋποθέσεις γέννησης, το περιεχόμενο και τον χρόνο παραγραφής. Στην περίπτωση του άρθρου 44 ν. 5960/1933 ο πληρώσας οφειλέτης δεν γίνεται κομιστής από οπισθογράφηση, αλλά αποκτά νέο πρωτότυπο και αυτόνομο δικαίωμα και οφείλει να επικαλεσθεί τις προϋποθέσεις γεννέσεως τούτου, οι οποίες και πρέπει να αναφέρονται και στην διαταγή πληρωμής. Η διαταγή πληρωμής που εξεδόθη χωρίς η απαίτηση ή το ποσό της να αποδεικνύονται εγγράφως, υπόκειται σε ακύρωση με ανακοπή, ανεξαρτήτως της δυνατότητος αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα, πλέον εκείνων, βάσει των οποίων εξεδόθη η διαταγή πληρωμής, στα οποία δεν μπορεί να στηριχθεί το δικαστήριο της ανακοπής. Μόνη η κατοχή του τίτλου της επιταγής δεν αποδεικνύει την πληρωμή της στον κάτοχο [Μάρκου, Δίκαιο επιταγής, 4η έκδ 2007, σελ. 297 επ, ΕφΑθ 1294/2009, ΕφΔωδ 184/2007, ΕφΘεσ 2292/2006 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 526/2003, Δ.Ε.Ε. 2004, 59, ΕφΛαρ 466/2003 Δικογραφία 2003. 444, ΕφΠειρ 799/1999 ο.π].

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της νομίμως προσκομιζόμενης σε αντίγραφο υπ’ αριθμ. ……………..Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αιτήσεως του καθ’ ου οι ανακοπές και πρόσθετοι λόγοι και ήδη εφεσίβλητου, υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες να καταβάλουν στον αιτούντα-καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο, το ποσό των 225.000 ευρώ με νόμιμο τόκο και τα έξοδα, με βάση την υπ’ αριθμ. ……………….τραπεζική επιταγή, την οποία εξέδωσε στο Αιγάλεω Αττικής, η ανακόπτουσα και η ήδη πρώτη εκκαλούσα της από 26-5-2010 και με αριθ. κατ. …………..έφεσης ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………………», σε διαταγή της στις 30.11.2005, πληρωτέα στην Τράπεζα «EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.». Η …………….την μεταβίβασε με οπισθογράφηση προς τον……………, επίσης ανακόπτοντα και ήδη εκκαλούντα της από 26-5-2010 και με αριθμ. κατ. δικ. …………….έφεσης, ο οποίος την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον ανακόπτοντα…………….., δεύτερο εκκαλούντα της πρώτης έφεσης, ο οποίος την μεταβίβασε επίσης με οπισθογράφηση στον ανακόπτοντα ……………….τρίτο των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης, ο οποίος επίσης την μεταβίβασε με τον ίδιο τρόπο στον …………….(προσθέτως παρεμβαίνοντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ο οποίος με τον ίδιο τρόπο οπισθογράφησε και την μεταβίβασε προς τον αιτούντα την έκδοση διαταγής πληρωμής καθ’ ου οι ανακοπές και ήδη εφεσίβλητο, και αυτός την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ως αξία. Η τελευταία την εμφάνισε νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στις………….., αλλά σύμφωνα με σχετική βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας, δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της- με επαρκές υπόλοιπο- (που ισοδυναμεί με έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων- βλ. ΑΠ 343/2013 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), της μη πληρωμής βεβαιωθείσης στις……………, όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση της Εμπορικής Τράπεζας, έπειτα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας επί του σώματος της επιταγής. Στην πληττόμενη Διαταγή Πληρωμής διαλαμβάνεται ότι, επειδή η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε, ο αιτών αφού πλήρωσε την αξία της στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., ανέλαβε εκ νέου το σώμα της επιταγής και έτσι κατέστη νόμιμος κομιστής αυτής εξ αναγωγής. Δεν αναφέρεται, όμως, στην Διαταγή Πληρωμής και δεν μνημονεύεται, ούτε άλλωστε προσκομίσθηκε κατά την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, στην οποίαν επίσης δεν μνημονεύεται έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι ο καθ’ ου κατέβαλε το ποσό αυτό της επιταγής στην ανωτέρω κομίστρια Τράπεζα. Τέτοιο έγγραφο, μάλιστα, ούτε στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη επικαλείται και προσκομίζει ο καθ’ ου, ισχυριζόμενος ότι «η απόδειξη της καταβολής του αντιτίμου της επιταγής αποτελεί η ανάκτηση του ίδιου του σώματος της επιταγής». Το γεγονός, όμως, ότι αυτός κατέχει το σώμα της επιταγής, το οποίο προσκομίζει σε επικυρωμένο αντίγραφο, δεν υποδηλώνει αναγκαίως, σύμφωνα με όλα όσα εξετέθησαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσης, και ότι κατέβαλε το ποσό της επιταγής στην ως άνω κομίστρια Τράπεζα και επομένως δεν μπορεί να αποδειχθεί η καταβολή αυτή από μόνη την κατοχή του σώματος της επιταγής, σύμφωνα με όσα επίσης στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη αναφέρονται. Ο καθ’ ου οι ανακοπές και ήδη εφεσίβλητος περαιτέρω ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις του και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι από την κατοχή του σώματος της επιταγής τεκμαίρεται ότι αυτός κατέβαλε το ποσό της επιταγής κατ’ άρθ. 424 εδ. β του Α.Κ. Όμως, κατά τη ρητή και μη επιδεχόμενη διαφορετική ερμηνεία διάταξη του άρθρου 623 του Κ.Πολ.Δ., όπως και στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη αναφέρει ότι μοναδικό επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο για την έκδοση Διαταγής Πληρωμής αποτελούν τα έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά. Ο λόγος του περιορισμού αυτού ανάγεται στο σκοπό του θεσμού και μάλιστα στο μονομερή χαρακτήρα της διαδικασίας που αποκλείει στη φάση της εκδόσεως της Διαταγής Πληρωμής τη συμμετοχή του οφειλέτη (βλ. Κεραμέα- Κονδύλη- Νίκα (-Ποδηματά) Κ.Πολ.Δ. ΙΙ2000 υπ’ άρθ. 623 αριθ.7 σελ. 1154). Εξ αυτού του λόγου δεν καλύπτουν την προϋπόθεση της έγγραφης αποδείξεως κατά την διαδικασία της εκδόσεως της Διαταγής Πληρωμής άλλα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα δικαστικά τεκμήρια, τα οποία μπορούν οι διάδικοι να επικαλεστούν παραδεκτά και να ληφθούν από το δικαστήριο υπόψη μόνο στα πλαίσια μιας διαγνωστικής δίκης (βλ. Κεραμέα- Κονδύλη- Νίκα (-Ποδηματά) Κ.Πολ.Δ. ΙΙ2000 υπ’ άρθ. 623 αριθ.9 σελ. 11545, Μπέης άρθ. 623 σελ. 163). Επομένως, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην διαδικασία εκδόσεως Διαταγής Πληρωμής το εισαγόμενο με το άρθρο 424 εδ. β Α.Κ. νόμιμο τεκμήριο της εξοφλήσεως του χρέους από μόνο το γεγονός της κατοχής του χρεωστικού εγγράφου. Με βάση την κατοχή αυτή, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19 και 47 του άνω ν. 5960/1933, θα μπορούσε να θεωρηθεί ο καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητος ως νόμιμος κομιστής της επιταγής και επομένως ο δικαιούχος της εξ αυτής απαιτήσεως, μόνον εάν είχε διαγράψει την οπισθογράφηση αυτού και των επομένων οπισθογράφων, εφόσον βεβαίως είχε καταβάλει το ποσό της επιταγής στον κομιστή της (βλ. Μάρκου ο.π.). Σε κάθε περίπτωση, όμως, τέτοια διαγραφή δεν έχει σημειωθεί στο σώμα της επιταγής. Συνεπώς, ο λόγος των ανακοπών με τον οποίο οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής ακριβώς για τον λόγο ότι ο καθ’ ου και ήδη εφεσίβλητος δεν έχει επικαλεσθεί και δεν προσκόμισε απόδειξη καταβολής του ποσού της επιταγής στην κομίστρια «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», ούτε έχει διαγραφεί η προηγηθείσα οπισθογράφηση προς αυτήν, ώστε να αποδεικνύεται έτσι η προς αυτή καταβολή της αξίας της επιταγής, είναι νόμω βάσιμος σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Πρέπει δε να γίνει δεκτός και ως βάσιμος κατ’ ουσία κατά τα ανωτέρω, ενώ παρέλκει η έρευνα και δεν εξετάζονται οι λοιποί λόγοι ανακοπής και οι πρόσθετοι λόγοι (Εφ.Θεσ. 2292/2006, ΕφΠειρ 526/2003, ΕφΑθ 5824/2001 Δνη 43 (2002), 189). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, σε διαφορετικό αποτέλεσμα κατέληξε και απέρριψε, ως νόμο αβάσιμο τον άνω λόγο των υπό κρίση ανακοπών και επικύρωσε την πληττόμενη Διαταγή Πληρωμής, έσφαλε στην κρίση του και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός λόγος των ένδικων εφέσεων, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων των υπό κρίση εφέσεων».

Παραστάθηκαν