Δικηγορικό Γραφείο
Αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας συμβολαίου

Αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας συμβολαίου - Αναρμοδιότητα Μονομελούς Πρωτοδικείου - Παραπομπή στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές

Στην αναγνωριστική κυριότητας αγωγή η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος συνίσταται στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος, είτε με αποβολή του και κατάληψη του επιδίκου, είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει είτε και με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτή δημιουργείται για το δικαίωμα σύγχυση και αμφιβολία. Κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945-946 Κ.Πολ.Δ.) ή την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) στο μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ) ή και τα δύο μαζί. Περαιτέρω, αρμόδιο καθ’ ύλην Δικαστήριο για εκδίκαση της αρνητικής αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο αφού το αντικείμενο της εν λόγω αγωγής δεν είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης. Με την αρνητική αγωγή μπορεί να ενωθεί η αναγνωριστική αγωγή με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος, καθώς και η αρνητική αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση ότι δεν έχει δικαίωμα ο εναγόμενος. Παραπέρα, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα και μπορεί να κρατηθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης και προηγείται από την έρευνα οποιασδήποτε δικονομικής και ουσιαστικής ένστασης, όπως από την έρευνα της νομιμότητας της αγωγής. Επομένως οι αγωγές για αναγνώριση ακυρότητας συμβολαίου υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως μη επιδεχόμενες χρηματικής αποτίμησης.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ: 99/2017

Αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου αγωγής: ...../2016

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή ………. Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα …………

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις ……..2017 για να δικάσει την από ..……2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………..2016 αγωγή μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………….., κατοίκου ……., με πληρεξούσιο δικηγόρο του τον ……… (Α.Μ. Δ.Σ.Κεφαλληνίας: 30), ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο δια των προτάσεών του που προκατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου από τον τελευταίο.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ……….., κατοίκου ……….., με πληρεξούσιους δικηγόρους του τον …….. (Α.Μ. Δ.Σ.Κεφαλληνίας: 89) και Ελευθέριο Κιούκη (Α.Μ. Δ.Σ.Αθηνών: 26261), οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια των προτάσεών τους που προκατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου από τους τελευταίους και 2) ……….., κατοίκου ………., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπ’ αριθ. ………../2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ……….., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο των εναγομένων (άρθρα 122, 123, 126 παρ. 1 εδ. α΄ και 127 ΚΠολΔ). Ωστόσο, ο τελευταίος δεν παραστάθηκε στην παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει ο δεύτερος εναγόμενος να δικασθεί ερήμην (271 παρ. 1 και 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ «Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα ειρηνοδικεία ή τα μονομελή πρωτοδικεία». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14-17 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολυμελή πρωτοδικεία αναγνωρίσθηκε γενική αρμοδιότητα προς εκδίκαση όλων των διαφορών για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα ειρηνοδικεία και τα μονομελή πρωτοδικεία. Υπάγονται συνεπώς εδώ: α) όλες οι αποτιμητές σε χρήμα διαφορές, των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει τα 250.000 Ευρώ και δεν περιλαμβάνονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα ούτε του ειρηνοδικείου (άρθρο 15 ΚΠολΔ) ούτε του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρα 16 και 17 ΚΠολΔ) και β) όλες οι διαφορές που δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, δηλαδή οι διαφορές εκείνες που έχουν αντικείμενο, το οποίο από τη φύση του δεν έχει χρηματική αξία και αν ακόμη η απόφαση που θα εκδοθεί, μπορεί να έχει συνέπειες οικονομικής φύσης (για την έννοια των διαφορών που είναι ανεπίδεκτες χρηματικής ικανοποίησης βλ. αντί των άλλων Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ Α΄ [1994], άρθρο 18, αριθ. 1, σελ. 204). Στην κατηγορία αυτή, κατά την άποψη που υποστηρίζεται στη θεωρία, η οποία γίνεται δεκτή και από τη νομολογία, εμπίπτει μεταξύ άλλων η αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας της σύμβασης (ΠΠρΞανθ 151/2007, NOMOS [μετά από παραπομπή], ΠΠρΘηβ 203/1986, ΕΕΝ 1986 [56].481 και από τους θεωρητικούς βλ. αντί άλλων Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία Ι [2003], §14.IV, αριθ. 53-55, σελ. 154-155, Κεραμεύς/Κονδύλης/[-Νίκας], ΕρμΚΠολΔ Ι [2000], άρθρο 18, αριθ. 1, σελ. 62). Με την άποψη αυτή συντάσσεται και το δικαστήριο τούτο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 εδ. α΄ ΚΠολΔ «Αν το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον, αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αρμοδιότητα, η οποία συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα δηλαδή από τη συμπεριφορά των διαδίκων (ΑΠ 51/2004, Δίκη 2004 [35].965=ΠειρΝομ 2004.218, ΕφΛαρ 92/2006, Δικογραφία 2006.304). Μάλιστα, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης ερευνάται απαρεγκλίτως πριν από τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 1392/1987, ΕΕΝ 1988 [55].751, Ν. Νίκας, ΠολΔ Ι, §20.Ι, αριθ. 3, σελ. 281). Όταν λοιπόν, το δικαστήριο διαπιστώνει την αναρμοδιότητά του δεν απορρίπτει την αγωγή –όπως συμβαίνει με τις άλλες διαδικαστικές προϋποθέσεις- αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο κατά την κρίση του αρμόδιο δικαστήριο (ΜΠρΜεσολ 85/2010 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση ενώ η έρευνα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, επειδή αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της διεξαγωγής της δίκης (άρθρο 73 του ΚΠολΔ), προηγείται από την έρευνα οποιασδήποτε δικονομικής και ουσιαστικής ένστασης, όπως και από την έρευνα για τη νομιμότητα της αγωγής (βλ. ΑΠ 784/1971 ΝοΒ 20, σελ. 485, ΕφΑθ 990/1978 ΕλλΔνη 19, σελ 227) [ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ]. Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Έννομο συμφέρον υπάρχει όταν η ζητούμενη έννομη προστασία με τη μορφή της αναγνωριστικής αποφάσεως, με την οποία αίρεται η υπάρχουσα νομική αβεβαιότητα, αποτελεί μέσο πρόσφορο για την ανατροπή του προκαλούμενου από την αβεβαιότητα αυτή κινδύνου στα συμφέροντα του ενάγοντος, αναγνωριζομένης της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του δικαιώματος (ΑΠ 919/1975 ΝοΒ 24.225, ΕφΑθ 12034/1990, ΕλλΔνη 1993.1621). Από την αναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 68 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου της αναγνωριστικής αγωγής και συνεπώς έχει το βάρος επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την ύπαρξη ειδικού εννόμου συμφέροντός του προς άσκηση της αγωγής αυτής. Ειδικότερα, στην αναγνωριστική κυριότητας αγωγή η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος συνίσταται στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος, είτε με αποβολή του και κατάληψη του επιδίκου, είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει είτε και με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτή δημιουργείται για το δικαίωμα σύγχυση και αμφιβολία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ που ορίζει ότι «αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο, εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητά του, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον», προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή δίνεται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του, που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλον τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος. Κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945-946 ΚΠολΔ) ή την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) στο μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διατάραξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ) ή και τα δύο μαζί (ΑΠ 49/1998 ΕλλΔνη 39.1271, ΕφΔωΔ 306/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3690/1985 ΕλλΔνη 26.1173 – βλ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο τομ. Ι, η αρνητική αγωγή παρ. 62, αρ. 6, 7, 8, 12, 16, 19). Περαιτέρω, αρμόδιο καθ’ ύλην Δικαστήριο για εκδίκαση της αρνητικής αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο αφού το αντικείμενο της εν λόγω αγωγής δεν είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης (ΕφΔωδ 306/2004 ο.π., ΕφΑθ 1530/1989 Αρμ 1989.1123, ΕφΑθ 3690/1985 ο.π., ΕφΑθ 866/1980 ΝοΒ 28.854 – βλ. σχετ. Απ. Γεωργιάδη ο.π. αρ. 26, Κ. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου εκδ. 1989, παρ. 155 αρ. 2, Γεωργιάδη – Σταθόπουλο Εμπρ. Δικ. υπό το άρθρο 1108 αριθ. 28, σελ. 623). Με την αρνητική αγωγή μπορεί να ενωθεί η αναγνωριστική αγωγή με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος, καθώς και η αρνητική αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση ότι δεν έχει δικαίωμα ο εναγόμενος (ΕφΑθ 7997/1999 ΕλλΔνη 2001.450, ΕφΑθ 1530/1989 και 3690/1985 ο.π., Κ. Παπαδόπουλο ο.π., παρ. 155 αρ. 4). Τέλος, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα και μπορεί να κρατηθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης και προηγείται από την έρευνα οποιασδήποτε δικονομικής και ουσιαστικής ένστασης, όπως από την έρευνα της νομιμότητας της αγωγής (ΑΠ 934/2004 ΕλλΔνη 46.1663, ΑΠ 879/1990 ΕλλΔνη 32.984).

Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων ζητεί, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτήν: 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε με την υπ’ αριθ. …………/2009 συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας και κατανομής ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Ιθάκης …………. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιθάκης στις ……..2010 στον τόμο ……… με αυξ. αριθμό ……, 2) να αναγνωρισθεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος ……….. δεν απέκτησε την ψιλή κυριότητα με την υπ’ αριθ. ………../2009 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της δεύτερης λεπτομερώς στην κρινόμενη αγωγή αναφερόμενης κάθετης ιδιοκτησίας, 3) να αναγνωρισθεί ο ίδιος (ενάγων) συγκύριος κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου στο εξής ακίνητο: Σε ένα οικόπεδο εκτάσεως ………….. τ.μ. με την εντός αυτού ανεγερθείσα διώροφη οικοδομή με υπόγειο εμβαδού ………τ.μ. αποτελούμενο από αποθήκη επιφάνειας ……. τ.μ. και από υδατοδεξαμενή εμβαδού …… τ.μ., ισόγειο όροφο εμβαδού ……… τ.μ. και του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου εμβαδού …… τ.μ. κείμενο το όλο ακίνητο στη θέση «……..» εντός των ορίων του οικισμού ……….. της Ιθάκης του Δήμου Ιθάκης, όπως αυτό εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία γράμματα ………… στο από ………. τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού ………….. που προσαρτάται στο υπ’ αριθ. ………./2009 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ιθάκης ……….., άρτιο και οικοδομήσιμο, συνορευόμενο σύμφωνα με το ως άνω διάγραμμα, βορειοανατολικά με …………, βορειοδυτικά με ………, νότια με ……….. και νοτιοανατολικά με ……….. , 4) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν σε αυτόν τη συννομή και συγκατοχή του επί του ανωτέρω οικοπέδου σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου και σε περίπτωση αρνήσεώς τους με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί και 5) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Ωστόσο, με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η ανωτέρω αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται παραδεκτώς κατ’ άρθρο 218 ΚΠολΔ αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας συμβολαίου και διεκδικητική αγωγή του άρθρου 1094 ΑΚ με σωρευόμενα αναγνωριστικά κυριότητας αιτήματα (βλ. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τόμος Ι, σελ. 308) και έτσι επειδή η πρώτη εξ αυτών (αναγνώρισης ακυρότητας συμβολαίου) δεν αποτιμάται χρηματικώς, δε θεμελιώνεται καθ’ ύλην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 18 ΚΠολΔ, αναρμοδίως δε καθ’ ύλην εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι περιέχει και αίτημα που είναι ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης (άρθρο 18 ΚΠολΔ), ενώ περιλαμβάνει συναφείς αξιώσεις-αιτήματα του ενάγοντος κατά των εναγομένων που έχουν συνενωθεί στο ίδιο δικόγραφο και που απορρέουν από το ίδιο βιοτικό συμβάν και οι οποίες σε περίπτωση χωρισμού και ξεχωριστής εξέλιξης δικών, θα οδηγηθούν ενδεχομένως σε ασυμβίβαστα μεταξύ τους αποτελέσματα (31 ΚΠολΔ). Ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου σύμφωνα με τα άρθρα 18, 31 και 218 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο πρέπει αυτεπαγγέλτως να κηρυχθεί καθ’ ύλην αναρμόδιο και να παραπέμψει την αγωγή στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Τέλος, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τον δεύτερο εναγόμενο, που δικάζεται ερήμην, πρέπει να οριστεί το νόμιμο προκαταβλητέο παράβολο ερημοδικίας (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ, ενόψει και της αντίθετης άποψης που υποστηρίζεται στη νομολογία ως προς το αν η απόφαση αυτή είναι οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του δεύτερου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΟΡΙΖΕΙ το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, κατά της παρούσας απόφασης από τον ερημοδικασθέντα εναγόμενο στο ποσό των 150 ευρώ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας κατά την τακτική διαδικασία.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Αργοστόλι, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις ………2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την παρουσία και της Γραμματέως της έδρας.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Παραστάθηκαν